Λίγο πριν μπει το 2026, οι Βρυξέλλες επιτέθηκαν στην Ουάσιγκτον λόγω των ιδιαίτερων κυρώσεων σε βάρος του πρώην Ευρωπαίου Επίτροπου Τιερί Μπρετόν –και όχι μόνο- ως τον «εγκέφαλο» πίσω από τον σημαντικό Κανονισμό για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA). Οι Ευρωπαίοι έκαναν λόγο για «μακαρθισμό», αλλά στην πραγματικότητα το μπλοκ έχει χτίσει ένα δικό του επιλεκτικό μηχανισμό πολιτικών διώξεων.

Υπενθυμίζεται ότι βάσει της νομοθεσίας DSA, επιβλήθηκαν πρόστιμα πολλών εκατομμυρίων ευρώ σε αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς, πχ Έλον  Μασκ, Μαρκ Ζούγκερμπεργκ, για παραβιάσεις που αφορούν την ευθύνη των πλατφορμών, την παραπληροφόρηση και τη λειτουργία των μεγάλων ψηφιακών παικτών στην ευρωπαϊκή αγορά, καθώς και να κινηθεί κατά του X για αποτυχία περιορισμού της παραπληροφόρησης.

Έτσι, η κυβέρνηση Τραμπ απαγόρευσε την είσοδο στις ΗΠΑ στον Τιερί Μπρετόν και σε ακόμη τέσσερις Ευρωπαίους υπηκόους που σχετίζονται με τις διαδικασίες καταπολέμησης της ρητορικής μίσους στο διαδίκτυο, στο πλαίσιο πακέτου κυρώσεων κατά της λογοκρισίας στα ψηφιακά Μέσα.

Στο άκουσμα των κυρώσεων, ο Μπρετόν, με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναρωτήθηκε αν αναβιώνει το αντικομμουνιστικό «κυνήγι μαγισσών» του πρώην Αμερικανού γερουσιαστή Τζόζεφ Μακάρθι. «Η λογοκρισία δεν βρίσκεται εκεί που νομίζετε», έγραψε, αμφισβητώντας τις αμερικανικές προσπάθειες να πλήξουν υους ευρωπαϊκούς κανονισμούς να περιορίσουν τη διάδοση της παραπληροφόρησης.

Ο διάδοχος του Μπρετόν, Στεφάν Σεζουρνέ, έσπευσε να στηρίξει τον προκάτοχό του, λέγοντας ότι «ενήργησε προς το γενικό ευρωπαϊκό συμφέρον» προσθέτοντας πως «καμία κύρωση δεν θα φιμώσει την κυριαρχία των ευρωπαϊκών λαών. Πλήρης αλληλεγγύη προς τον ίδιο και όλους τους Ευρωπαίους που θίγονται».

Ευρωπαϊκός μακαρθισμός

Ανεξαρτήτως αν ο Μπρετόν αδικήθηκε ή όχι, η υπόθεση αποκαλύπτει την επικίνδυνη υποκρισία του τρόπου που λειτουργούν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί: Οι Βρυξέλλες όχι μόνο έχουν τηρήσει επιλεκτική σιγή ιχθύος για διώξεις άλλων σημαινόντων προσώπων, αλλά έχουν κυνηγήσει επίσης Ευρωπαίους λόγω των απόψεών τους.

Στο τελευταίο πακέτο κυρώσεων της ΕΕ εναντίον της Ρωσίας, οι Βρυξέλλες δέσμευσαν τα περιουσιακά στοιχεία του Ζακ Μποντ, πρώην συνταγματάρχη του ελβετικού στρατού και πρώην συνεργάτη του ΝΑΤΟ και του απόστρατου και αναλυτή Γάλλου Ξαβιέ Μορό διότι οι αναλύσεις του θεωρήθηκαν ευνοϊκές για τη Ρωσία! Τους χαρακτήρισε «διαύλους της προπαγάνδας του Κρεμλίνου και αρχιτέκτονες των ξένων ψηφιακών παρεμβάσεων».

«Οι ενέργειες αυτές μετατρέπουν τις κυρώσεις από εργαλείο εξωτερικής πολιτικής σε μηχανισμό εξωδικαστικού εσωτερικού πολιτικού ελέγχου» αναφέρει ο Έλνταρ Μάμεντοφ, αναλυτής στην αμερικανική δεξαμενή σκέψης Quincy Institute. «Δημιουργούν ένα παράλληλο τιμωρητικό σύστημα, όπου η εκτελεστική εξουσία -μέσω του Συμβουλίου (των κρατών-μελών της ΕΕ)- μπορεί να παρακάμπτει όλες τις συνήθεις δικαστικές εγγυήσεις: το τεκμήριο αθωότητας, το δικαίωμα υπεράσπισης και αντιπαράθεσης με τον κατήγορο, την αναλογικότητα και την πρόσβαση στον φάκελο, για να τιμωρήσει λόγο που είναι νομικά προστατευμένος, όσο απεχθής κι αν θεωρείται από τους γραφειοκράτες του Συμβουλίου και της Επιτροπής».

Υπενθυμίζεται ότι η Κομισιόν έχει βάλει λουκέτο και σε ρωσικά ΜΜΕ στην Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι το μπλοκ δεν είναι σε εμπόλεμη κατάσταση, περίπτωση που θα δικαιολογούσε ίσως μια τέτοια ενέργεια. Οι Βρυξέλλες αντιτείνουν ότι τα μέτρα είναι αναγκαία για την προστασία της ενημέρωσης από κρατικά κατευθυνόμενη προπαγάνδα σε συνθήκες πολέμου.

Κανένα δάκρυ για την Αλμπανέζε

Επιπλέον, ενώ οι Βρυξέλλες ξεσηκώθηκαν για τον Επίτροπο, δεν αντέδρασαν το ίδιο όταν η Ουάσιγκτον έκανε το αδιανόητο να επιβάλει ακόμα πιο βαριές κυρώσεις στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ), επειδή ώθησε διαδικασίες για τα φερόμενα εγκλήματα πολέμου του Ισραήλ στη Γάζα. Επίσης, οι Ευρωπαίοι ήταν ξανά απόντες στις αμερικανικές κυρώσεις στην ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ για τα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη, Φραντσέσκα Αλμπανέζε επειδή τεκμηρίωνε παραβιάσεις στη Γάζα. Οι ευρωπαϊκές αξίες εδώ έλιωσαν μπροστά στην ισραηλινή και αμερικανική επιρροή στις Βρυξέλλες.

Ενώ η ΕΕ μπορεί να ενεργοποιήσει τον λεγόμενο «Κανονισμό Αποκλεισμού» (Blocking Statute), που προστατεύει την ΕΕ από εξωεδαφικές παρεμβάσεις, αρνήθηκε να το κάνει στην περίπτωση των διώξεων εναντίον του ΔΠΔ.

«Η αντίθεση αυτή δεν είναι απλή παράλειψη· είναι η ουσία του ζητήματος. Αποκαλύπτει την εξαιρετικά επιλεκτική προσήλωση της ΕΕ στην κυριαρχία, στο κράτος δικαίου και στην ελευθερία από ξένο εξαναγκασμό. Επικαλείται αυτές τις αρχές όταν στοχοποιούνται οι ευρωπαϊκές ελίτ, αλλά τις εγκαταλείπει όταν το κόστος υπεράσπισής τους -όπως η ενόχληση της αμερικανικής κυβέρνησης- καθίσταται άβολο» λέει ο Μάμεντοφ.

«Αυτός ο οπορτουνισμός δεν πλήττει μόνο την αξιοπιστία της ΕΕ. Όταν οι αρχές καθίστανται εξαρτώμενες από γεωπολιτική σκοπιμότητα, επιτρέπει στις Βρυξέλλες να στρέφουν τα μέσα εξαναγκασμού προς τα μέσα, εναντίον όσων θεωρούνται απειλή για την κυρίαρχη συναίνεση. Το αποτέλεσμα είναι η οικοδόμηση ενός εσωτερικού μηχανισμού λογοκρισίας υπό το πρόσχημα της καταπολέμησης της «ξένης παρέμβασης».

Κοντολογίς, οι Βρυξέλλες στηρίζονται σε ισχυρισμούς που λειτουργούν ως πολιτική δικαιολόγηση των απαγορεύσεων, με ανύπαρκτα όμως νομικά θέσφατα.