Τις βραδινές ώρες της 22ας Ιανουαρίου 1977 κυκλοφόρησε στην Αθήνα η θλιβερή είδηση του θανάτου του Μενέλαου Λουντέμη.

Ήταν Σάββατο, και λίγη ώρα νωρίτερα ο Λουντέμης βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό του, στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, καθ’ οδόν προς τον Άλιμο. Ενώ οδηγούσε, τον πρόδωσε η καρδιά του. Έφυγε μόνος του, ξαφνικά, από ανακοπή.


Ο Μενέλαος Λουντέμης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδη) είχε γεννηθεί στην Αγία Κυριακή, χωριό της μικρασιατικής Γιάλοβας (Αιγιαλού), το 1912 (κατ’ άλλη εκδοχή, το 1906).

Γόνος εύπορης οικογένειας της Πόλης, ο Λουντέμης ήταν το μοναδικό αγόρι από τα πέντε παιδιά του Γρηγόρη Μπαλάσογλου (μετονομάστηκε σε Βαλασιάδη μετά την εγκατάστασή του στην Ελλάδα) και της Δόμνας Τσουφλίδη.

Το 1924, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, η οικογένειά του εγκατέλειψε την Πόλη και εγκαταστάθηκε στον Εξαπλάτανο, χωριό κοντά στην Έδεσσα.


Λόγω της χρεοκοπίας της οικογένειάς του ο Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά από τα μικράτα του, για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την επιβίωσή του.

Αφού προηγήθηκαν συνεχείς μετακινήσεις της οικογένειάς του, ο Λουντέμης εγκαταστάθηκε τελικά στην Αθήνα, όπου συνδέθηκε στενά με τον Κώστα Βάρναλη, τον Άγγελο Σικελιανό και τον Μιλτιάδη Μαλακάση, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή ως ακροατής.


«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 23.10.1975, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Επί Κατοχής ο Λουντέμης έλαβε μέρος στον αντιστασιακό αγώνα ως μέλος του ΕΑΜ, ενώ διετέλεσε και γραμματέας της Οργάνωσης Διανοουμένων του ΕΑΜ.

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου συνελήφθη, κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία και καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά η ποινή του δεν εκτελέστηκε.

Ακολούθως εκτοπίστηκε στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη, ενώ το 1956 πέρασε από δίκη, με την κατηγορία ότι το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» ήταν ανατρεπτικού περιεχομένου.


«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 23.10.1975, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το 1958 ο Λουντέμης κατέφυγε στη Ρουμανία, όπου έμελλε να ζήσει αυτοεξόριστος έως το 1976, πραγματοποιώντας εκ παραλλήλου αρκετά ταξίδια.

Το 1960 αφαιρέθηκε από τον Λουντέμη η ελληνική ιθαγένεια ύστερα από απόφαση (διάταγμα της 26ης Αυγούστου 1960) που έλαβε η τότε κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή βάσει ενός παλαιού ψηφίσματος του Εμφυλίου (ΛΖ’ του 1947).

Το 1976 ο Λουντέμης ανέκτησε την ελληνική ιθαγένεια και επέστρεψε στην πατρίδα.

Ο Λουντέμης πρωτοεμφανίστηκε στο πεδίο της λογοτεχνίας σε πολύ νεαρή ηλικία, αρχικά στην εφημερίδα «Αγροτική Ιδέα» της Έδεσσας (υπογράφοντας ως Τάκης Βαλασιάδης) και στη συνέχεια (περί το 1930, με δημοσιεύσεις ποιημάτων και διηγημάτων) στο περιοδικό «Νέα Εστία».


Πρώτη φορά χρησιμοποίησε το ψευδώνυμό του το 1934, όταν δημοσιεύτηκε το διήγημά του «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια».

Το 1938 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων «Τα πλοία δεν άραξαν», για την οποία τιμήθηκε με το Α’ Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.

Η συγγραφική δραστηριότητά του καλύπτει όλα σχεδόν τα είδη του γραπτού λόγου (πεζογραφία, ποίηση, δοκίμιο, θέατρο, παιδική και ταξιδιωτική λογοτεχνία, μετάφραση κ.ά.).


Ο Λουντέμης ανήκει στη χορεία των λογοτεχνών του Μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Η ιδιοτυπία του έργου του εντοπίζεται στον «ερασιτεχνικό» τρόπο γραφής, τον οποίον υπηρέτησε ενσυνειδήτως, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δεν τον ενδιέφερε η Τέχνη, δηλαδή ο τρόπος γραφής αυτός καθαυτόν, αλλά η καταγραφή της ωμής πραγματικότητας και η ανάδειξη της κοινωνικής ανισότητας.

Εκκινώντας κατά κανόνα από τα προσωπικά του βιώματα, ο Λουντέμης αναδεικνύει τις δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης των πλέον ασθενών κοινωνικών ομάδων, ενώ δεν αποφεύγει να αναμετρηθεί με τη μοναξιά, τη δυστυχία του κόσμου και τον ανεκπλήρωτο έρωτα.


Τα έργα του διακρίνονται για την αφηγηματική δύναμή τους, τη ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων, τη βιωματική γραφή, τα ηθογραφικά και συμβολικά στοιχεία τους.

Βιβλία του Λουντέμη μεταφράστηκαν σε πολλές χώρες, προπάντων της Ανατολικής Ευρώπης, ενώ ορισμένα ποιήματά του μελοποιήθηκαν.

Στο φύλλο των «Νέων» που είχε κυκλοφορήσει την Παρασκευή 11 Απριλίου 1975, στη δεύτερη σελίδα, είχε φιλοξενηθεί μια επιστολή του Μενέλαου Λουντέμη σταλμένη από το Βουκουρέστι.


«ΤΑ ΝΕΑ», 11.4.1975, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Στο «σπαρακτικό μήνυμά του», όπως το χαρακτήριζε η εφημερίδα, ο αυτοεξόριστος συγγραφέας, την παραμονή της εισόδου του σε νοσηλευτήριο της Ρουμανίας, έγραφε τα εξής:

Ακούω μηνύματα. Φωνές απ’ την Ελλάδα. Ελληνικά καλέσματα. «Έλα! Ο επαναπατρισμός σου είναι ελεύθερος». Μα εγώ ρωτώ: Ο επαναπατρισμός μου, ναι, είναι ελεύθερος. Εγώ όμως θα είμαι ελεύθερος μετά τον επαναπατρισμό μου; Ένας αγαπητός μου φίλος μού τηλεφώνησε. «Έχεις το κλειδί της πατρίδας στο χέρι σου. Άνοιξε και μπες». Μα εγώ θέλω ν’ ανοίξω την πόρτα της πατρίδας μου μ’ ελληνικό χέρι, ενώ η επίσημη δήλωση είναι κάπως θολή. Τέλος πάντων τι μου προσφέρουν, ιθαγένεια ή επαναπατρισμό; «Επαναπατρισμό», μου απαντούν, «χωρίς ιθαγένεια». Και τότε αποφασίζω να πεθάνω στα ξένα!

Γιατί νάρθω στην Ελλάδα; Για ν’ ανεβοκατεβαίνω τις σκάλες των υπηρεσιών ζητιανεύοντας πατρίδα; Η πικρή μου η εμπειρία με προφύλαξε από τέτοιες ταπεινώσεις.

Είμαι πολύ άρρωστος, πολύ κουρασμένος και προ πάντων πάρα πολύ κακοπαθημένος για να παίξω εθελοντικά την κωμωδία του Δημοσίου κινδύνου. Προτιμώ να ζήσω εκπατρισμένος και ελεύθερος παρά επαναπατρισμένος και επιτηρούμενος. 

Είμαι πικραμένος αφάνταστα για την μεταχείρισι των αρχών απέναντί μου. Μα είναι απελπιστικό. Η Ελλάδα που γεννήθηκε για να προσφέρη την ελευθερία στους άλλους ν’ αρνείται να την προσφέρη στα παιδιά της.

Η πατρίδα μας από φρικτά ολισθήματα, λάθη και προδοσίες άλλων μπήκε στον κυκλώνα μιας αληθινής εθνικής τραγωδίας. Κι’ όλοι ξέρουμε ότι όταν η Ελλάδα κινδυνεύει γίνεται μεγαλύτερη. Και να γιατί σαστίζω. Πώς σε μια τόσο μεγάλη Ελλάδα δεν μπορούν να χωρέσουν στον κόρφο της μερικές χιλιάδες ορφανεμένα της παιδιά.

Δεν ξέρω τι με περιμένει στο μέλλον. Αύριο ξαναμπαίνω στο Νοσηλευτήριο, πολύ μακρυά από το Βουκουρέστι, και δεν θα μπορώ πια να λέω τα παράπονά μου στον αγαπημένο μου ελληνικό Τύπο. Έτσι λυπούμαι που δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω ούτε ένα από τα χρέη μου. Περιορίζομαι μόνο ν’ απευθύνω τις ολόθερμες ευχαριστίες μου που με τόση γενναιοφροσύνη και ανθρωπιά μού συμπαραστάθηκαν στον ανέλπιδο αγώνα μου.

Τέσσερις ημέρες αργότερα, στο φύλλο των «Νέων» της 15ης Απριλίου 1975, ο Δημήτρης Ψαθάς, στη μόνιμη στήλη του που διατηρούσε στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας, σχολίαζε τα της προαναφερθείσης επιστολής με τον ακόλουθο τρόπο:

Συγκλονιστικό, βαθύτατα ανθρώπινο, γεμάτο πόνο και παράπονο ήταν το μήνυμα του Μενέλαου Λουντέμη που δημοσιεύτηκε τις προάλλες στις εφημερίδες. Και είναι ν’ απορή κανείς, στ’ αλήθεια, πώς δεν βρέθηκε ακόμα κανένας τρόπος ν’ αποκτήση την ελληνική ιθαγένεια ένας Έλληνας συγγραφέας, που βρίσκεται τόσα χρόνια εκπατρισμένος και ζη στα ξένα με το άγχος και τον καϋμό της πατρίδας.


«ΤΑ ΝΕΑ», 15.4.1975, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Φυσικά είναι ελεύθερος να έλθη, αλλά ούτε η αξιοπρέπειά του, σαν συγγραφέα και άνθρωπο, του επιτρέπει κάτι τέτοιο, ούτε και η πραγματικότητα της διαμονής του χωρίς την ιθαγένεια. Γιατί νάρθω στην Ελλάδα, λέει στο μήνυμά του. Για ν’ ανεβοκατεβαίνω τις σκάλες των υπηρεσιών ζητιανεύοντας πατρίδα; Η πικρή μου εμπειρία με προφύλαξε από τέτοιες ταπεινώσεις. Προτιμώ να ζήσω εκπατρισμένος και ελεύθερος παρά επαναπατρισμένος και επιτηρούμενος. 


«ΤΑ ΝΕΑ», 15.4.1975, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ίσως για την απόδοση της ελληνικής ιθαγενείας χρειάζεται μια αίτησή του —σύμφωνα με την τηρουμένη διαδικασία για τους άλλους—, αλλά εφ’ όσον η προσωπική ευαισθησία του συγγραφέα αντιτίθεται σ’ αυτό, θα μπορούσε να υπερπηδηθή η δυσκολία με μια καλή διάθεση εκ μέρους των αρμοδίων. Στο κάτω κάτω της γραφής ο Μενέλαος Λουντέμης είναι ένας συγγραφέας που τον χρειάζεται ο τόπος και η επιστροφή του στην πατρίδα δεν θ’ αποτελούσε όφελος αποκλειστικά και μόνο για τον ίδιο.