Ένας ακόμη ποιητής που μας αφήνει. Νέος ακόμη, σε ηλικία πενήντα τεσσάρων ετών, ο Ρώμος Φιλύρας φεύγει από τον κόσμο αυτόν που τόσο αγάπησε. Από χρόνια όμως μια σκληρή αρρώστεια είχε σχεδόν εκμηδενίση τις πνευματικές του ικανότητες και πάντως είχε ανακόψη οριστικά την εξέλιξί του προς τις αγνές μορφές του λυρισμού. Η ζωή στην περίπτωσί του υπήρξε πιο οδυνηρή από τον θάνατο. Και την αγαπούσε, την αγαπούσε με πάθος. Από τον άνθρωπο, όπως τον γνωρίσαμε, ένας τόνος χαράς, αισιοδοξίας, ένας τόνος τραγουδιού ξεχυνόταν, αυτός που φαντάζει και μέσα στο έργο του:

Ω Φως… σε σένα η προσευχή κ’ η δέηση κ’ η λατρεία.

Το μικρό επαρχιωτόπουλο εδόθηκε στις απολαύσεις της πρωτευούσης τις πιο κοινότοπες, εκείνες που ονομάζουμε κοσμικές, επήρε από εκείνες τον αφρό, το λεπτότερό τους θέλγητρο, και τους έδωσε, αντάλλαγμα βαρύτερο, τα φτερά μιας άδολης ποιητικής φαντασίας.


«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 10.9.1942, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Φαντασίας ούτε εξημμένης, ούτε ισχυρής, ούτε πλούσιας, αλλά πλασμένης σαν από μια προκατεστημένη αρμονία με τις ομορφιές και τις χαρές και τις λαχτάρες της καθημερινής ζωής. Άνετα μέσα στα πλαίσια αυτά εκινείτο ο ποιητής και μεταρσίωνε (σ.σ. εξύψωνε) το φτωχό αυτό υλικό, το τριμμένο λεξιλόγιο, τις ταπεινές εικόνες σε ποίησι, σε ρέμβη μουσική:

Τα κουδουνάκια ακούω και την τρουμπέττα
ακόμα εκστατικός κι’ αναγαλιάζω, 
κουκλίστικη, περίπαθη Πιερέττα,
κι’ επάνω απ΄τη ζωή μου σ’ αναβάζω.

Τα θέματά του κατά κανόνα ερωτικά: έρωτες ελαφροί, κοσμικοί· οι λέξεις του απλές· οι εικόνες του εξεζητημένες κάποτε, αλλά και πάλι μέσα από τον ίδιο αυτόν περιωρισμένο κύκλο της κοινωνικής ζωής που τον είχε θαμπώσει· ο στίχος του όχι άψογος, με χασμωδίες που καμιά τεχνική ανάγκη δεν θα συγχωρούσε.


«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 10.9.1942, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Αλλά μέσα από όλα αυτά προβάλλει η εξαίσια και μοναδική πεμπτουσία της ποιήσεως. Αυτό το «κάτι» που και στο πιο κοινό θέμα και στον πιο αδέξιο στίχο παρέχει το ποιητικό χάρισμα σαν θείο δώρο, σαν θεία χάρι, ενυπάρχει κανονικά μέσα στο έργο του Φιλύρα και το εξυψώνει στο σύνολό του πολύ επάνω από τον μέσον όρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ποίησις, μουσική άυλη, ακριβώς γιατί καμμιά ξεχωριστή ιδιότης της μορφής της δεν έρχεται να ανακόψη την αβίαστη ροή της, ποίησις που από κάποιες πλευρές της αγγίζει τα όρια του αγνού λυρισμού· από την άποψι αυτήν και μόνη, θα ήθελα να την συγκρίνω με τις ασύγκριτες επιτεύξεις του Καβάφη. Πολύ συχνά ο λόγος ο σοφός, η ξέχειλη φαντασία, η υπέροχη εικόνα εξαίρουν τα ρητορικά στοιχεία της ποιήσεως εις βάρος των λυρικών της συστατικών. Στον Φιλύρα ποτέ δεν νοσεί το ποίημα από την συνηθέστατη αυτήν νόσο του ρητορισμού· τονίσθηκε και άλλοτε με γνώσι και με επιτυχία η σχέσις του δικού του έργου με το έργο του Μαλακάση και του Δροσίνη. Από κείνους διάλεξε και κράτησε, όπως συμβαίνει πάντα όπου συναντούμε επιδράσεις, το υλικό που μπορούσε και ήταν προδιατεθειμένος να αφομοιώση: την λεπτή μουσικότητα του πρώτου, τον χαμηλόφωνο λυρισμό του άλλου. Για δασκάλους του ξεχώρισε μέσα από το συγγενικό του περιβάλλον δύο από τους πιο αντιρητορικούς Νεοέλληνες ποιητές.


Βέβαια, από την σύντομη αυτή σκιαγράφησι βγαίνει σαν πόρισμα ένας χαρακτηρισμός: ποιητής «ελάσσων». Δεν τον αποκρούω, αλλά δεν θα έπρεπε και να εκλαμβάνεται σαν κατηγορία. Ποιητής ελάσσων, που τραγουδεί σε κλίμακα περιωρισμένη, που δεν γνωρίζει τα μεγαλόπρεπα φτερουγίσματα και τους ευρείς ορίζοντες των «μειζόνων» ποιητών. Αλλά ποιητής αγνός, καθαρός σε όλη την ιερατική σημασία του όρου. Βέβαια, σταμάτησε νεώτατος την παραγωγή του, μα δεν θα έπρεπε τούτο να μας απατήση, όπως συνέβη με δυο άλλους ποιητές που χάθηκαν πρόωρα, τον Κρυστάλλη και τον Καρυωτάκη: η ωριμότης δεν μεταβάλλει την κατεύθυνσι ενός έργου ποιητικού· μόνο τεχνικές βελτιώσεις μπορεί να του προσδώση, όπως τις περιμέναμε και στον Φιλύρα και όπως είνε φανερόν από τα πρώτα στα τελευταία του ποιήματα. Όμως καθένας από μας εγκαίρως παίρνει την θέσι που του ανήκει μέσα στον κόσμο των γραμμάτων. Και η θέσις που ανήκει στον Φιλύρα είνε ζηλευτή για πολλούς κι’ από κείνους που επρόφθασαν να αρτιώσουν (σ.σ. ολοκληρώσουν, τελειοποιήσουν) το έργο τους: ξεκαθάρισε μια περιοχή της τέχνης από κάθε αντιποιητικό στοιχείο και υπήρξε ένας από τους κύριους προδρόμους της μεταπαλαμικής ποιήσεως που σύνθημά της έχει τον αγνό λυρισμό.

*Κείμενο του Κ. Θ. Δημαρά, που έφερε τον τίτλο «Απέθανεν ο Ρώμος Φιλύρας» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» την Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 1942, την επομένη του θανάτου του ποιητή, διαρκούσης της Γερμανικής Κατοχής.


Ο Ρώμος Φιλύρας (Ιωάννης Οικονομόπουλος ήταν το πραγματικό του όνομα) γεννήθηκε στο Κιάτο την 1η Αυγούστου 1888 και απεβίωσε στην Αθήνα στις 9 Σεπτεμβρίου 1942.


Το ποιητικό ταλέντο του Φιλύρα εκδηλώθηκε σε πολύ νεαρή ηλικία — η πρώτη εμφάνισή του στη λογοτεχνία έλαβε χώρα το 1903, ενόσω φοιτούσε ακόμα στο Γυμνάσιο.


Πέραν της λογοτεχνικής παραγωγής του (έξι ποιητικά βιβλία και ένα πεζό), ο Φιλύρας καταπιάστηκε με τη δημοσιογραφία, γράφοντας κατά καιρούς το χρονογράφημα, την κοσμική στήλη, την κριτική του θεάτρου και του βιβλίου σε εφημερίδες.

Το 1927 εισήχθη —εξαιτίας ανίατης αφροδίσιας αρρώστιας και συνακόλουθης βλάβης του λογικού του— στο Δρομοκαΐτειο, όπου έμελλε να περάσει το υπόλοιπο του βίου του.