Η Τουρκία προβάλλει τον πολιτικό της σκοπό στο πεδίο της ευρύτερης διεθνούς πολιτικής μέσω της φράσης «παγκόσμιος γεωστρατηγικός παίκτης», όντας «περιφερειακή υπερδύναμη» στη γειτονιά της, επιδιώκοντας κατ’ αυτό τον τρόπο να ενισχύσει την παρουσία της και την επιρροή της τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε περιφερειακό επίπεδο (στη φωτογραφία του Μιχάλη Καραγιάννη/Eurokinissi, επάνω, ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κυριάκος Μητσοτάκης, αριστερά, με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο Μέγαρο Μαξίμου, στις 7 Δεκεμβρίου 2023).

Η Τουρκία είναι ένας αναθεωρητικός δρών που επιδιώκει ν’ αλλάξει το σημερινό status quo, και από ίππος στη γεωπολιτική σκακιέρα, ν’ αναρριχηθεί ιεραρχικά και να μετεξελιχθεί σε βασίλισσα. Αυτή η επιδίωξη είναι και ο βασικότερος λόγος που δεν επιλέγει στρατόπεδο αλλά ελίσσεται μεταξύ Ανατολής(Ρωσίας) και Δύσης (ΗΠΑ).

Η Τουρκία θέλει να μετατρέψει την Ελλάδα σε κράτος δορυφόρο

Τούρκοι στρατιώτες κρατούν τουρκικές σημαίες κατά τη διάρκεια παρέλασης για την 89η επέτειο της Ημέρας της Νίκης, στην Αγκυρα στις 30 Αυγούστου 2011 (φωτογραφία Reuters/Umit Bektas)

Το πιο πάνω λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο που οι γείτονές μας θεωρούν σχετικά ευνοϊκή, εξαιτίας δύο μεταβολών και μίας σταθεράς:

Η μεν πρώτη μεταβολή είναι η μετατόπιση του παγκόσμιου συστήματος ισχύος και η ανάδυση ενός καινούργιου πολυπολικού κόσμου, ενώ η δεύτερη είναι η αύξηση του οικονομικού, πληθυσμιακού και στρατιωτικού της μεγέθους. Οι δυο αυτές μεταβολές, σε συνδυασμό με την σταθερά της γεωγραφικής της θέση, της επιτρέπουν να κάνει τώρα αυτή την κίνηση.

Η τουρκική στρατηγική

Η Τουρκία όμως για να επιτύχει τον πολιτικό στόχο της και να γίνει περιφερειακός ηγεμόνας θα πρέπει πρώτα να εντάξει στη σφαίρα επιρροής της είτε δυνάμεις οι οποίες μέχρι πρότινος ήταν αυτόνομες και είχαν τη δική τους ατζέντα εξωτερικής πολιτικής, όπως π.χ. η Λιβύη, είτε δυνάμεις που τώρα ανήκουν σε μια αρχιτεκτονική ασφαλείας άλλης ηγεμονικής δύναμης, όπως π.χ. η Ελλάδα, γράφει σε ανάλυσή του ο οικονομικός επιστήμονας Κρις Κωνσταντινίδης.

Για να επιτευχθεί το παραπάνω, επιβάλλεται να υποτάξει την Ελλάδα, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι θα πρέπει να την κατακτήσει, μιας και το ελλαδικό εσωτερικό δεν βρίσκεται στη σφαίρα του τουρκικού ενδιαφέροντος – ή, τουλάχιστον, όχι στην παρούσα φάση.

Κατά το τουρκικό σκεπτικό, στην Ελλάδα θα μπορούσε να επιτραπεί κάποιου είδους αυτονομία, υπό τον όρο ότι αυτή δεν θα συγκρούεται με τις τουρκικές επιδιώξεις στο διεθνές επίπεδο. Θέλει δηλαδή να τη μετατρέψει σε κράτος δορυφόρο, το οποίο θα μπορούσε να επιλέξει τον εσωτερικό του «ιδεολογικό» προσανατολισμό, αλλά όχι την εξωτερική του πολιτική, τη συλλογική του ασφάλεια και τη στρατιωτική του ισχύ.

Το αποτέλεσμα θα είναι η Τουρκία σε βάθος χρόνου να εργαλειοποιήσει την Ελλάδα, ακόμη και έναντι των ΗΠΑ, με στόχο να εξασφαλίσει τη θέση της ως νέος πόλος στο διεθνές περιβάλλον που βρίσκεται υπό διαμόρφωση.

Η στρατηγική που εφαρμόζει έναντι της Ελλάδας είναι αυτή του πειθαναγκασμού, ο οποίος ορίζεται ως επιδίωξη επίτευξης των στόχων χωρίς τη χρήση βίας – ή, τουλάχιστον, με περιορισμένη χρήση βίας. Πρόκειται δηλαδή για την προσπάθεια ενός κράτους ν’ αποκομίσει οφέλη από ένα άλλο δια της απειλής άσκησης βίας, όπως π.χ. της απειλής ενός πολέμου ή της επιδείνωσης μιας κρίσης.

Τακτική και Ελλάδα

Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας στρατηγικής, η Τουρκία προβάλλει συνεχώς διεκδικήσεις σε Θράκη, Αιγαίο και Κύπρο. Τις διεκδικήσεις αυτές επιδιώκει να τις θεμελιώσει μέσα από μια σειρά τακτικών κινήσεων, όπως οι συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου και θαλάσσιου χώρου, η πρόκληση τριβών εξ αφορμής περιστατικών έρευνας και διάσωσης – ακόμη και δια της κινητοποίησης τούρκων πολιτών και πρόκλησης επεισοδίων στα σύνορα (π.χ. Πύλα – Κύπρος), οι οποίες παράγουν κρίσεις και οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε παραχωρήσεις.

Κυανόκρανος και όχημα του ΟΗΕ κατά τη διάρκεια των επεισοδίων που προκάλεσαν οι τουρκικές δυνάμεις στην Πύλα της Κύπρου τον Αύγουστο του 2023

Η πολιτική της πρόκλησης κρίσεων από την Τουρκία, βεβαίως, δεν οφείλεται μόνον στην μεταβολή του συστήματος (περίοδος αστάθειας) και στον κύκλο της ισχύος (αναθεωρητική δύναμη vs συντηρητικής), αλλά και σε αίτια-αφορμές όπως είναι οι λανθασμένες αποφάσεις και η αδράνεια διαχείρισης από μέρους της Ελλάδος.

Η πολιτική του κατευνασμού

Η Ελλάδα πολλές φορές εμφανίστηκε να πάσχει στη διαχείριση των κρίσεων, κυρίως με υπαιτιότητα της πολιτικής ηγεσίας, η οποία υποεκτίμησε τις ικανότητες των στρατιωτικών δυνατοτήτων της χώρας, υπερεκτίμησε τα διπλωματικά ερείσματα της τουρκικής πλευράς και παρερμήνευσε τις προθέσεις της, με αποτέλεσμα ν’ αφήσει κρίσεις να εξελιχθούν προς όφελός της, πράγμα το οποίο ερμηνεύθηκε από την Αγκυρα ως σύμπτωμα θεμελιώδους αδυναμίας του ελληνικού κράτους.

Η Ελλάδα στο γενικό πλαίσιο εφαρμόζει ένα σύνολο από στρατηγικές. Από τη μία του κατευνασμού και, εξαγοράζοντας χρόνο μέσω αυτής, χτίζει από την άλλη τις στρατηγικές της εσωτερικής (εξοπλισμοί) και εξωτερικής(σύμφωνο αμοιβαίας συνδρομής με τη Γαλλία) ενδυνάμωσης.

Βρίσκεται όμως η Ελλάδα σε θέση αδυναμίας ώστε ν’ απαιτείται αυτή η οδός, ή μήπως οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επηρεάζονται από εξωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι οδηγούν την Αθήνα σταθερά στην αποφυγή της κλιμάκωσης, στο πλαίσιο ενός αμυντικού πειθαναγκασμού, με συμβιβασμούς και υποχωρήσεις;

Είναι άλλωστε αξιοσημείωτο πως η στρατηγική του κατευνασμού δεν είναι μια καινούργια κατάσταση στην ελληνική διαχείριση των κρίσεων, κάτι το οποίο εκλαμβάνεται ως αδυναμία από την Τουρκία, προκαλώντας περαιτέρω αύξηση της επιθετικότητάς της.

Αμερικανοτουρκικές σχέσεις

Οι γεωπολιτικοί ελιγμοί της ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, επιδιώκοντας κατ’ αυτό τον τρόπο να παίξει ένα ρυθμιστικό ρόλο και ν’ αποκομίσει οφέλη από αμφότερες χωρίς κατ’ ανάγκη ν’ ανήκει στη σφαίρα επιρροής της μιας ή της άλλης, αναγκάζει την Ουάσιγκτον να μην στηρίζεται αποκλειστικά στην Αγκυρα και να στρέφεται προς την Αθήνα.

Με απλά λόγια, όσο υποβαθμίζεται ο ρόλος της Τουρκίας στο πεδίο δράσης των ΗΠΑ άλλο τόσο αναβαθμίζεται ο ρόλος της Ελλάδας στην περιοχή, πράγμα το οποίο αντικατοπτρίζεται στο εξοπλιστικό, ούτως ώστε το ισοζύγιο ισχύος στην περιοχή να γύρει ελαφρά υπέρ της Ελλάδος, λειτουργώντας έτσι αποτρεπτικά, ακριβώς για να μην επιχειρήσει η Τουρκία το απονενοημένο, ειδικά σε μια περίοδο που για τις ΗΠΑ θεωρείται κρίσιμη, αφού έχουν δύο μέτωπα σε εξέλιξη (το Ουκρανικό και το Μεσανατολικό) και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο μιας τρίτης ανάφλεξης στη Νότια Σινική θάλασσα (Ταϊβάν).

Αναγκαίο κακό

Επίσης, οι Αμερικανοί αποδέχονται την Τουρκία με τον νέο της ρόλο ως αναγκαίο κακό, γιατί απλούστατα επί του παρόντος δεν υπάρχει εναλλακτικό υποσύστημα ασφαλείας στην περιοχή για να λειτουργήσει ως αντίβαρο – ή τουλάχιστον ν’ αντισταθμίζει την «απουσία» της. Αυτός μάλιστα είναι και ο βασικότερος λόγος που δεν μπορεί να επέλθει ολική ρήξη στις αμερικανο -τουρκικές σχέσεις.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδιαφέρονται πρωτίστως για τον ευρω-μικρασιατικό χώρο και όχι για την Τουρκία ως κρατική οντότητα. Αυτό που θέλουν είναι απλώς να εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους στην περιοχή, κάτι που όσο λειτουργούσε δια της «υπάκουης» Τουρκίας δεν προκαλούσε κανένα πρόβλημα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδιαφέρονται πρωτίστως για τον ευρω-μικρασιατικό χώρο και όχι για την Τουρκία ως κρατική οντότητα (φωτογραφία αρχείου του Reuters, από συνάντηση του προέδρου των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, αριστερά, με τον ομόλογό του της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν)

Η ανυπακοή της Αγκυρας, ωστόσο, καθιστά αναγκαίο για την Ουάσιγκτον ν’ αντιμετωπίσει το συγκεκριμένο ζήτημα με διαφορετική οπτική. Παρότι επιδιώκει να ρυμουλκήσει την Τουρκία πίσω στο δυτικό άρμα προσφέροντάς της ορισμένα ανταλλάγματα, παράλληλα είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι αυτά δεν θα λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστής ισχύος που θα την απομακρύνουν ακόμη περισσότερο σε βάθος χρόνου. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι ΗΠΑ της παρέχουν τόσα όσα χρειάζεται προκειμένου να μην θιγούν τα συμφέροντά τους.

Οι πολλαπλασιαστές ισχύος

Τα πράγματα όμως για τις Ηνωμένες Πολιτείες περιπλέκονται ακόμη περισσότερο, με φόντο τα μεγαλεπήβολα τουρκικά σχέδια. Η αυτόνομη τουρκική πολεμική βιομηχανία μειώνει τις εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ, ενώ τους αποστερεί μια σημαντική αγορά. Την περίοδο 1991-2017, η Τουρκία ήταν ο πέμπτος μεγαλύτερος εισαγωγέας μεγάλων όπλων στον κόσμο και βασιζόταν ιστορικά για τις ανάγκες της στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας στους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Μάλιστα, μεταξύ 2014 και 2018, οι ΗΠΑ ήταν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων στην Τουρκία, παρέχοντας το 60% των συνολικών εισαγωγών της.

Η Τουρκία, λοιπόν, από χώρα εισαγωγέας οπλικών συστημάτων και λοιπού εξοπλισμού, πλέον όχι μόνο δεν αγοράζει, αλλά μετατρέπεται και σε εξαγωγέα, μ’ αποτέλεσμα να διεκδικεί μερίδιο από τις αγορές που δραστηριοποιούνται οι ΗΠΑ.

Επιπλέον, το ζήτημα διογκώνεται όταν η πολεμική βιομηχανία συνδυάζεται με την πυρηνική ενέργεια, η οποία δεν αποτελεί μια καινούργια φιλοδοξία της Τουρκίας, καθώς έχει την αφετηρία της ήδη από τη δεκαετία του 60’.

Η προοπτική της πυρηνικής ενέργειας συνιστά καίριο στοιχείο του οικονομικού σχεδίου ανάπτυξής της, καθώς θα μειώσει την εξωτερική ενεργειακή εξάρτηση και παράλληλα το ενεργειακό της κόστος, ενώ το βήμα για την ανάπτυξη πυρηνικού οπλοστασίου είναι θέμα χρόνου να γίνει.

Η ενεργειακή πολιτική βέβαια δεν ολοκληρώνεται μόνο μ’ αυτά, καθώς ο τούρκος πρόεδρος επιχειρεί τη γεωστρατηγική αναβάθμιση της χώρας του, επιδιώκοντας να την καταστήσει ενεργειακό κόμβο, με στόχο την αύξηση των εσόδων, τα οποία φυσικά θα εξαργυρώνονται σε εξοπλισμούς. Επίσης, μέσω του νέου ρόλου της ως ενεργειακού κόμβου, θα επιδιώξει την εξάρτηση τρίτων κρατών (Ε.Ε), μετατρέποντας έτσι το ενεργειακό σε σημαντικό εργαλείο άσκησης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Το κανάλι της Κωνσταντινούπολης

Επίσης, το κανάλι της Κωνσταντινούπολης συνιστά έναν επιπλέον πονοκέφαλο για τις ΗΠΑ. Πρόκειται για ένα φιλόδοξο έργο υποδομής που ιστορικά πάει πολύ πίσω και συγκεκριμένα στον 16ο αιώνα, όταν ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής εμπνεύστηκε και πρότεινε την κατασκευή του. Το σχέδιο αυτό ξεδιπλωνόταν μέχρι τη σύγχρονη εποχή και τον Μπουλέντ Ετζεβίτ, το 1994, αλλά το έργο δεν υλοποιήθηκε ποτέ, μέχρι που ανήλθε στην εξουσία ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Το κανάλι που προγραμματίζει η Τουρκία του Ερντογάν, στοχεύει να συνδέσει τη Μαύρη Θάλασσα με τη Θάλασσα του Μαρμαρά. Πρόκειται για υποδομή παρόμοια με της Διώρυγας του Σουέζ, η οποία ουσιαστικά θα μετατρέψει την Κωνσταντινούπολη σε νησί, διευκολύνοντας έτσι τη διέλευση εμπορευμάτων και ενισχύοντας τον γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας, ενώ την ίδια στιγμή δυνητικά εξουδετερώνει τη Συνθήκη του Μοντρέ, κάτι το οποίο θα επηρεάσει ευρύτερα τη γεωπολιτική ισορροπία στην περιοχή και ειδικά σε μια περίοδο γεωπολιτικής αναδόμησης.

Το κανάλι της Κωνσταντινούπολης (αριστερά στον χάρτη) θα επηρεάσει ευρύτερα τη γεωπολιτική ισορροπία στην περιοχή

Στην ουσία, το κανάλι της Κωνσταντινούπολης, επειδή ακριβώς θα παρακάμπτει την ουδετερότητα που επιβάλει η συνθήκη του Μοντρέ στο ζήτημα της διέλευσης στρατιωτικών πλοίων από τη Μαύρη Θάλασσα προς το Αιγαίο και το αντίστροφο, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εργαλείο εκβιασμού, τόσο προς τις ΗΠΑ σε περιόδους που η Τουρκία συμπλέει με ρωσικά συμφέροντα, όσο και αντίστροφα, όταν η τουρκική πλάστιγγα θα γέρνει προς τ’ αμερικανικά.

Εκτιμήσεις

Απ’ όλα τα παραπάνω, λοιπόν, γίνεται αντιληπτό πως δεν υπάρχει κανένα τρίγωνο Τουρκίας – Ελλάδας – ΗΠΑ και πως οι ελληνο-αμερικανικές σχέσεις έχουν ως αφετηρία, σε μεγάλο βαθμό, τις κακές αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Κατά συνέπεια, η Ελλάδα ίσως θα πρέπει ν’ αναιρέσει τη στρατηγική της σύμπλευσης με τις ΗΠΑ και να επανατοποθετηθεί διαφορετικά στις σχέσεις μαζί τους, ούτως ώστε να μπορέσει να εφαρμόσει διαφορετικές λύσεις στις κρίσεις με την Τουρκία.

Εάν η ελληνική ηγεσία αντιληφθεί το πιο πάνω και αξιοποιήσει το παράθυρο ευκαιρίας, όσο αυτό παραμένει ανοιχτό, διαμορφώνοντας (μακροπρόθεσμα) υψηλή στρατηγική με βάση τη μεγάλη εικόνα και έξω από τα όρια της γειτονιάς της, τότε ίσως η Ελλάδα να μετατραπεί, από δεδομένη, σε υπολογίσιμη και αξιόπιστη δύναμη, τόσο έναντι των συμμάχων της, όσο και έναντι των αντιπάλων της.

Οσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις σχέσεις της σε βάθος χρόνου με την Τουρκία, αποτελεί ένα ζήτημα που καταλήγει σε μια απλή εξίσωση. Για να παραμείνει η Ουάσιγκτον παγκόσμιος ηγεμόνας, είτε θα πρέπει ν’ αντικαταστήσει τον ρόλο της Τουρκίας, πιθανόν μ’ ένα συνδυασμό άλλων κρατών στην περιοχή, τα οποία θα αντισταθμίζουν το κενό (κάτι το οποίο είναι εξαιρετικά δύσκολο), είτε θα πρέπει να τη μικρύνουν ούτως ώστε αυτή με τη σειρά της να καταστεί ελεγχόμενη.

Σύμφωνα με το τελευταίο, κατά την εκτίμησή μου η Τουρκία διακατέχεται από φοβικά σύνδρομα, εξ ου και εν μέρει η δίψα της να επεκτείνει την επιρροή και ν’ αυξήσει την ισχύ της. Η τραγική ειρωνεία είναι όμως ότι όλο αυτό ίσως να λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία.