Δεν πάει πολύς καιρός που εδιάβασα κάπου ότι μέσα στο μήνα Οκτώβριο πρόκειται να γίνουν, με την πρωτοβουλία του Συλλόγου Αθηναίων, διάφορες εκδηλώσεις εορταστικές, για να τιμηθεί η μνήμη ενός ιστορικού ονόματος, από τα πιο σεβαστά στην Ελλάδα. Του Σατωβριάνδου. Και την ευκαιρία τη δίνει το γεγονός ότι εφέτος συμπληρωθήκανε 160 χρόνια (1806 – 1966) από τότε που ο μεγάλος ξένος συγγραφέας και μεγάλος φίλος μας, συνεχίζοντας το ταξίδι του από τη Μεθώνη, εσταμάτησε σε δύο ένδοξους τόπους, τη Σπάρτη πρώτα και την Αθήνα έπειτα. Ήταν δύο βαθύτατες επιθυμίες της ζωής του, όπως έλεγε ο ίδιος: «Θα ήθελα να πεθάνω με τον Λεωνίδα και να ζήσω με τον Περικλή».


Αλλά προτού παρουσιάσω το φιλέλληνα, θα μιλήσω για κάτι άλλο, για τον ερωτικό του θρύλο, τον περίφημο δεσμό του συγγραφέα που γεμίζει όλη του τη θύμηση, τόσο που ν’ αναφέρεται πάντα κοντά στα έργα του – ένα βιωμένο έργο κι’ αυτός. Πρόκειται για το δεσμό του με την Κυρία Ρεκαμιέ, την ξακουστή για τη φυσική και την πνευματική ομορφιά της Γαλλίδα, που απαθανάτισε ο ζωγράφος Νταβίντ επάνω στο θαυμάσιο πίνακα του Λούβρου.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 16.10.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Εκείνο που έκαμε θρύλο αυτόν το δεσμό είναι η αντοχή του στο βάρος του χρόνου, σ’ όλες τις φθορές που παθαίνει γερνώντας ο άνθρωπος. Ένα έτος προτού πεθάνει στο 1848, σχεδόν ογδοντάρης, ο Σατωβριάνδος έπαθε παράλυση. Κουλουριασμένος, παρά καθισμένος, μέσα σ’ ένα κάθισμα, ακινητεί μπροστά στο παράθυρο που άνοιγε προς το μικρό του κήπο. Έτσι, σύμφωνα με τις περιγραφές που έχομε υπόψη μας, περνά μέρες ολόκληρες απορροφημένος από τον εαυτό του, μη διαβάζοντας τίποτε, κυττάζοντας απλώς τον αντικρυνό χώρο, που θύμιζε με την ησυχία του κοιμητήρι – καθώς έλεγε ο ίδιος. Ωστόσο δεν ξεχνά την Κυρία Ρεκαμιέ, ηλικιωμένη επίσης, που βρίσκεται σε χάλι ακόμη χειρότερο. Γιατί κατά το ίδιο χρονικό διάστημα έχασε το φως της, ύστερα από μία εγχείρηση καταρράκτη που δεν πέτυχε. Ζούσε μέσα στο σκοτάδι, κι’ όποιος πήγαινε για να της κάμει συντροφιά εκινείτο ψηλαφητά στη μεγάλη αίθουσα, όπου και τα παραθυρόφυλλα και τα παραπετάσματα ήσαν κλεισμένα. Ο Σατωβριάνδος έπαιρνε πάντα άμαξα πηγαίνοντας να την ιδεί, κι’ όταν έφτανε δύο θαλαμηπόλοι τον ανέβαζαν στο σαλόνι από την άμαξα, για να τον καθίσουν προσεκτικά σε μία πολυθρόνα.

Αλλά σε τούτο το σημείο αξίζει να μεταφέρω μία προσωπική μαρτυρία του Βίκτωρος Ουγκώ:

«Στις αρχές του 1847 ο κ. Σατωβριάνδος έμεινε παράλυτος και η κ. Ρεκαμιέ ετυφλώθη. Κάθε μέρα, στις τρεις το απόγευμα, έφερναν τον κ. Σατωβριάνδο στο σαλόνι της κ. Ρεκαμιέ. Αυτό ήταν συγκινητικό και θλιβερό. Η γυναίκα που δεν έβλεπε αναζητούσε τον άντρα που δεν αισθανότανε· και τα δυο τους χέρια συναντιόνταν. Ευλογημένο το όνομα του Θεού! Κι’ όταν είχαν πάψει να ζουν, δεν είχαν πάψει ν’ αγαπιούνται!»


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 16.10.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Κάποτε πάει κι’ η κυρία Ρεκαμιέ να τον επισκεφθεί, στη ρυ ντυ Μπακ που καθότανε, κι’ όταν την αφήνουν, περπατά όπως περπατάνε οι τυφλοί, και κοντοζυγώνει το φίλο της με τα δύο μπράτσα ανυπόμονα, αναζητητικά τεντωμένα προς τα εμπρός. Ο Σατωβριάνδος τής χαμογελά με συγκίνηση, αν και ξέρει πως δεν τον βλέπει. Μένει ακόμη η Ηγερία του, καθώς χαρακτηρίζεται, ο άγγελος φύλακας, η Εστιάδα που διατηρεί ως τα γερατειά άσβεστη τη φλόγα.

Μίλησα για τον παραπάνω δεσμό επειδή δείχνει το πάθος, ακριβέστερα επειδή αφήνει να εννοηθεί τι ρόλο έχει παίξει το πάθος στη ζωή και στο έργο του Σατωβριάνδου. Κι’ είναι αυτό που άναψε την αγάπη του στην Ελλάδα, που έγινε η ακλόνητη πίστη του στην ανάσταση της Ελλάδος, και που τον ετοποθέτησε ανάμεσα στους πρώτους, στους κορυφαίους φιλέλληνες. Έχομε χρέος λοιπόν να τιμήσομε τη μνήμη εκείνου που ήρθε να προσκυνήσει τον τόπο μας, με το ίδιο αίσθημα που τον οδήγησε στην Παλαιστίνη όταν έγραψε το «Πνεύμα του Χριστιανισμού». Σε μια εποχή που βρισκόταν υποδουλωμένος ο τόπος μας. Τότε τον επεσκέφθη και τον απεικόνισε στο «Οδοιπορικό» του. Ήρθε να ιδεί αν το ελληνικό κύτταρο, το απωθημένο από τη μακρότατη σκλαβιά στο βάθος των αναμνήσεων της ιστορίας μας, θα μπορέσει να ξαναζεσταθεί και να αναζωογονήσει τον ελληνικό κόσμο. Ή η Αθήνα και η Σπάρτη θα μείνουν οριστικά θαμμένες μέσα στη στάχτη της παλιάς δόξας τους. Η ιδέα ότι ενδέχεται να γίνει το δεύτερο, όχι γιατί εξαντλήθηκε η εθνική ζωντάνια της Ελλάδος, αλλά γιατί ο 19ος ευρωπαϊκός αιώνας δεν την επλαισίωνε με το ενδιαφέρον που της χρωστούσε, τον αναστάτωνε κυριολεκτικά. Όταν ετοίμασε την τρίτη έκδοση του «Οδοιπορικού», πήγαινε προς το τέλος της η Επανάσταση του Εικοσιένα. Και στον πρόλογό του κάνει εναντίον της χριστιανικής Ευρώπης μία βιαιότατη επίθεση, γιατί παρουσιάζεται σαν ένας παθητικός μάρτυρας του ελληνικού αγώνα. «Η Μεθώνη», γράφει, «τότε που πάτησα για πρώτη φορά το ιερό χώμα των Ελλήνων, δεν ήταν ακόμη οπλοστάσιο των ορδών του Ιμπραήμ. Ο πολεμικός στόλος του Πασά που ξεκίνησε από την Αίγυπτο φτιάχτηκε στους ταρσανάδες της Μασσαλίας. Αυτό είναι αντίθετο σε κάθε έννοια ουδετερότητος, όταν μάλιστα από τη μια μεριά βρίσκεται μια μεγάλη αυτοκρατορία κι’ από την άλλη ένας αδύνατος λαός. Θα αφήσετε τον Πασά της Αιγύπτου να παραγγέλλει καράβια στα ναυπηγεία σας; Θα εξακολουθήσετε να του παρέχετε όλα τα μέσα που του χρειάζονται για να συμπληρώσει τις πολεμικές του εκστρατείες, φέρνοντας σαν δικαιολογία το άθλιο επιχείρημα ότι μπορούν να κάμουν και οι Έλληνες το ίδιο; Ο Πασάς της Αιγύπτου μπορεί να πληρώνει τα μέσα της καταστροφής που του πουλάτε. Οι Έλληνες δεν έχουν χρήματα. Πάψτε λοιπόν να λέτε πως είσαστε πρόθυμοι να δεχτείτε και δικές τους παραγγελίες. Γιατί έτσι, δίνοντας το όνομα της ουδετερότητος σε μια βδελυρή συμμαχία, βρίζετε την καλή πίστη και την ανθρωπιά».


Τότε που πήρε την απόφαση για το ταξίδι της Ανατολής, η πείρα του από την ιστορία, από το παρελθόν, ήτανε περιορισμένη. Δεν είχε αντικρύσει παρά μόνο τα πρωτόγονα θεάματα που ξεδιπλώνει η φύση στις ερημιές της Αμερικής. Κι’ ανάμεσα από τα έργα των ανθρώπων, την κελτική και τη ρωμαϊκή αρχαιότητα. Αισθανόταν λοιπόν έντονα την ανάγκη να γνωρίσει και την Ελλάδα.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 16.10.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Άφησε τη Γαλλία στο 1806, με μία διάθεση που θύμιζε τα χρόνια των Σταυροφοριών, ετράβηξε για τη Βενετία, και διασχίζοντας την Αδριατική επέρασε ένα πρωί μέσα στις γλαυκές ελληνικές θάλασσες. Όλα τα κύματα τού μιλούσαν για τη Ναυσικά και για τον Οδυσσέα. Ο ήλιος έβαφε ρόδινα τα σύννεφα. Οι αποχρώσεις, στο βάθος του ορίζοντα, άλλαζαν ολοένα, κι’ όταν ήρθε η νύχτα όλα τα άστρα έπαιζαν ολόχρυσα στον ουρανό. Ανάβοντας λίγο τη φαντασία του μπορούσε να ιδεί τις νύμφες, τις ομηρικές, ολόγυρα στο πλοίο του Τηλέμαχου. Ωσπού τελικά από το λιμάνι της Ζακύνθου αποβιβάζεται στη νότιο Πελοπόννησο. Περνά από τη Μεθώνη κι’ από την Κορώνη, κι’ επειδή δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί ο Καπετάν Πασάς βρισκότανε σε πόλεμο με τους Μανιάτες τραβά κατά το Λιοντάρι και φτάνει στη Σπάρτη από την Τριπολιτσά. Ή μάλλον στο Μυστρά, που πολλοί τον παρουσίαζαν για Σπάρτη. Ο Σατωβριάνδος δεν άργησε να καταλάβει το λάθος κι’ αναζητά την πόλη του Λυκούργου, κάτι που να ξαναθυμίζει το θρύλο της. Δεν βρίσκει τίποτε, τίποτε. Η Σπάρτη έχει λυώσει μέσα στον τάφο της. Ποδοπατημένη από τους Τούρκους, είναι νεκρή, απελπιστικά νεκρή. Ο Ταΰγετος πάντως στεκότανε πίσω του, η Λακωνία άνοιγε μπροστά του κι’ απάνω του έλαμπε ο λαμπρότερος ουρανός.

Ζητά πληροφορίες για τα παλιά, για την αρχαία δόξα της Λακεδαίμονος, για τα περασμένα της Σπάρτης, αλλά δεν είναι σε θέση να του τις δώσει κανείς. Μόλις έχουν ακουστά λίγα, ελάχιστα πράματα. Του μιλάνε για το Μεσοχώρι, για τη Μαγούλα, για ό,τι ξέρουν, για ό,τι βλέπουν τριγύρω τους. Ο Σατωβριάνδος νοιώθει ν’ ανεβαίνουν στα μάτια του δάκρυα. Και μαζί με τα δάκρυα, καθώς βραδυάζει, καθώς βασιλεύει ο ήλιος εκείνη τη στιγμή κι’ η σιωπή γίνεται όλο και βαθύτερη ολόγυρά του, νοιώθει κάτι να τον ωθεί άξαφνα για να αντιδράσει στη λησμονιά, ξυπνώντας έστω και την ηχώ του παρελθόντος. Εσκαρφάλωσε σ’ ένα ύψωμα κι’ εφώναξε μ’ όλη τη δύναμή του:

– Λεωνίδα! Λεωνίδα!

Καμμιά ηχώ, καμμιά απάντηση.


Κι’ όμως ο Λεωνίδας, σαν σύμβολο, σαν πίστη στον αγώνα, και στον σκληρότερο αγώνα για την ελευθερία, δεν είχε πεθάνει, απόδειξη ότι σε λίγα χρόνια άρχισε η Επανάσταση. Η μεγάλη υπηρεσία του Σατωβριάνδου στο ελληνικό έθνος είναι ότι επίστεψε στην αθανασία του, μ’ όλο που δεν του απάντησε στη Σπάρτη ούτε η ηχώ. Κι’ αυτή την πίστη του την μετέδωσε σ’ όλους. Εκείνος έκαμε να στρέψει η Ευρώπη την προσοχή της στην Ελλάδα και να απλωθεί παντού το φιλελληνικό κίνημα.

Ο μεγάλος φιλέλληνας πέθανε όπως είπαμε στο 1848. Σ’ όλες τις τελευταίες του ώρες η Κυρία Ρεκαμιέ στεκότανε δίπλα του, τον εκύτταζε, τον ατένιζε, όχι βέβαια με τα τυφλά μάτια της, με την αφοσίωσή της. Κι’ εκείνος, τις ίδιες ώρες της αγωνίας, κάθε φορά που την έβλεπε να απομακρύνεται, θάλεγε κανείς πως σήκωνε τα παράλυτα χέρια του θέλοντας να την κρατήσει. Ήτανε φανερό πως η σκέψη ότι θα χωριζότανε μαζί της για πάντα, ότι δεν θα την ξανάβλεπε πια, τον ετρόμαζε περισσότερο κι’ από το θάνατο. Βρισκότανε κοντά του, όταν άφησε τη στερνή του πνοή. Κι’ έμοιαζε ευχαριστημένη που είχε προκαταβολικά τυφλωθεί, γιατί έτσι δεν θ’ αντίκρυζε νεκρό το πιο αγαπημένο της πρόσωπο, χωρίς τα γλυκά μάτια της που δεν έβλεπαν να χάσουν την ικανότητα να κλαίνε. Κι’ αυτό ήταν η μεγάλη της παρηγοριά.

*Επιφυλλίδα του Γ. Φτέρη (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Τσιμπιδάρου), που έφερε τον τίτλο «Η Αθήνα θα τιμήσει τον Σατωβριάνδο» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» στις 16 Οκτωβρίου 1966.

O Φραγκίσκος Ρενέ Σατωβριάνδος (αυτή είναι η ευρέως γνωστή, εξελληνισμένη μορφή του ονόματος του Φρανσουά Ρενέ ντε Σατωμπριάν, François-René de Chateaubriand), διακεκριμένος γάλλος ρομαντικός συγγραφέας, πολιτικός και διπλωμάτης, υπήρξε εξέχουσα μορφή του γαλλικού φιλελληνισμού κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 (το 1825, με το Υπόμνημα περί της Ελλάδος, απηύθυνε διεθνές κάλεσμα για την αναγνώριση του ελληνικού κράτους).

Ο Σατωβριάνδος γεννήθηκε στο Σαιν Μαλό στις 4 Σεπτεμβρίου 1768 και απεβίωσε στο Παρίσι στις 4 Ιουλίου 1848.