Είναι μια συζήτηση που επανέρχεται διαρκώς. Άλλωστε, αποτέλεσε και στοιχείο έντονης αντιπαράθεσης στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Αφορά το εάν και σε ποιο βαθμό διακυβεύτηκε ποτέ πραγματικά η παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη και εάν κάποια πλευρά όντως εξέτασε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Η πρόσφατη συζήτηση του Αλέξη Παπαχελά με τον απαλλαγμένο από το βάρος να μιλά εξ ονόματος της Ευρώπης αλλά και πολύ έμπειρο Ζαν Κλωντ Γιούνκερ ήρθε να θυμίσει μερικές πτυχές αυτής της ιστορίας, αλλά και τα ανοιχτά ερωτήματα που υπάρχουν.

Και είναι καλό να θυμηθούμε τι έγινε πριν από πέντε χρόνια αυτή την περίοδο, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την εξουσία και ξεκίνησε μια ατέρμονη διαπραγμάτευση με τους δανειστές η οποία οδήγησε σε χρεοκοπία και τελικά στο δημοψήφισμα και στο μνημόνιο.

Το βάθος της ελληνικής κρίσης

Καταρχάς ο Γιούνκερ υπενθύμισε αυτό που πια έχουμε συνειδητοποιήσει: το βάθος της ελληνικής κρίσης το 2009-2010. Όντως η Ελλάδα είχε βρεθεί σε μια συνθήκη εξαιρετικά υψηλού χρέους, καθώς σε όλη τη δεκαετία του 2000 ο αυξημένος εξωτερικός δανεισμός είχε χρησιμοποιηθεί ως το μόνο τρόπο για να μπορέσουν να συντηρηθούν τόσο οι δημόσιες δαπάνες όσο και δημόσιες ενισχύσεις σε ιδιωτικές επενδύσεις (π.χ. τα μεγάλα έργα).

Ο Γιούνκερ εμμέσως θεωρεί ότι υπήρχε ένα πρόβλημα με τον τρόπο που θεωρήθηκε ήδη από τις παραμονές της εκκίνησης του ευρώ ότι οι χώρες θα ήταν οι ίδιες υπεύθυνες για τα στοιχεία που θα έδιναν. Ουσιαστικά, υπαινίχτηκε ότι πιθανώς τα δημοσιονομικά στοιχεία τα χώρας να μην ήταν τόσο θετικά όσο έδειχναν και να μην έπρεπε να γίνει η είσοδος στο ευρώ με τον τρόπο που έγινε.

Βέβαια, ως προς αυτό πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Γιούνκερ εδώ αναπαράγει τα όρια του τρόπου σκέψης που είχε ούτως ή άλλως κυριαρχήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτός ο τρόπος σκέψης κυρίως επέμεινε στους δημοσιονομικούς δείκτες (χρέος κι ελλείμματα) και στον πληθωρισμό ως κριτήρια για τη συμμετοχή στο κοινό νόμισμα. Παρέβλεπε, όμως, το πραγματικό πρόβλημα της Ευρωζώνης που ήταν οι μεγάλες αποκλίσεις στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα (η δυσκολία της πραγματικής σύγκλισης). Αυτό ήταν το πραγματικό πρόβλημα με την ελληνική οικονομία.

Μόνο εάν δούμε τις πραγματικές αποκλίσεις μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί η Ελλάδα φαινόταν ικανή να μπει στην Ευρωζώνη και να ευνοείται από αυτήν και στο τέλος να καταλήγει να είναι η χώρα με την εντονότερη κρίση. Γιατί η κρίση δεν ήταν μόνο δημοσιονομική αλλά πρωτίστως κρίση οικονομικού μοντέλου, όπως φάνηκε από το γεγονός στη χώρα μας πυροδοτήθηκε η πιο παρατεταμένη και καταστροφική ύφεση (2008-2017) της πρόσφατης περιόδου σε αναπτυγμένη χώρα.

Η λογική ότι με την Ελλάδα «έπρεπε να δοθεί ένα παράδειγμα»

Η συνέντευξη Γιούνκερ παραδέχεται ότι η συνταγή που επελέγη ήταν κακή, τόσο ως προς τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα όσο και με την απροθυμία λήψης μέτρων για το χρέος.

Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται από αυτή την τοποθέτηση αλλά και όσα πλέον ξέρουμε, το βαθύτερο πρόβλημα που αναδύθηκε με την ελληνική κρίση. Δεν ήταν απλώς ένα έλλειμμα αλληλεγγύης που αποτυπώθηκε αλλά και μια αντιμετώπιση της Ελλάδας ως ενός δυνάμει «ηθικού κινδύνου». Εξ ου και η αναφορά ότι διάφορες χώρες «ήθελαν να κάνουν την Ελλάδα ένα παράδειγμα».

Αυτό παραπέμπει σε πολιτικές επιλογές που επηρεάστηκαν από στερεότυπα αλλά και είδαν την ελληνική κρίση ως ευκαιρία για να δοκιμαστεί η ικανότητα της ΕΕ να «πειθαρχεί» μια ολόκληρη κοινωνία.  Το στοιχείο αυτό, που ανέδειξε και μια αυταρχική πλευρά στον πυρήνα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, ουδέποτε συζητήθηκε ουσιαστικά και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πραγματικά ευρωπαϊκά πολιτικά ελλείμματα. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμη και σήμερα η ΕΕ δεν έχει κάνει κάποιο ουσιώδη απολογισμό εκείνης της περιόδου και απλώς επαναπαύεται στο ότι η Ελλάδα «ολοκλήρωσε επιτυχώς» το πρόγραμμα. Όμως, οι κοινωνικές συνέπειες ήταν μεγάλες και ορισμένες ακόμη ενεργές.

Η αντιπάθεια για τα δημοψηφίσματα

Ο Γιούνκερ είχε πει κάποτε ότι δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική απόφαση ενάντια στις ευρωπαϊκές συνθήκες, θέλοντας να υπογραμμίσει ότι η ενοποίηση προϋποθέτει έναν πραγματικό βαθμό εκχώρησης κυριαρχίας.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει και την αντιπάθεια στα δημοψηφίσματα. Αυτό αποτυπώνεται και στον τρόπο που επαναλαμβάνει την αντίθεση του στο δημοψήφισμα που προτάθηκε το 2011. Το σχήμα είναι γνωστό και αφορά την εκτίμηση ότι τέτοια δημοψηφίσματα θα μπορούσαν να καταλήξουν σε ένα ερώτημα υπέρ ή κατά της ΕΕ που θα προκαλούσε κραδασμούς σε όλη την Ένωση. Ωστόσο, μια τέτοια προκαταβολική απόρριψη της ίδιας της ιδέας του δημοψηφίσματος σαφώς παραπέμπει σε μια μάλλον αντιδημοκρατική λογική.

Το διαρκώς απωθούμενο Grexit

Η ψυχαναλυτική θεωρία, ιδίως στην ερμηνεία της από τον Λακάν, περιλαμβάνει και τη θέση πως ότι απωθείται στο συμβολικό επίπεδο επιστρέφει στο πραγματικό. Με έναν τρόπο αυτό λέει πολλά για το πώς συζητήθηκε το θέμα ιδίως στο εσωτερικό.

Είναι σαφές ότι το ενδεχόμενο του Grexit τέθηκε από ποικίλες απόψεις με πραγματικούς όρους. Διατυπώθηκε ήδη από την αρχή των μνημονίων από διάφορους διανοουμένους και πολιτικά ρεύματα στην Ελλάδα. Θεωρήθηκε αναγκαίο βήμα από ξένους οικονομολόγους, ιδίως αμερικανούς που πάντοτε θεωρούσαν προβληματικά τα συστήματα σταθερών ισοτιμιών σε ζώνες με μεγάλες πραγματικές αποκλίσεις. Και βέβαια εξετάστηκε ως πραγματικό ενδεχόμενο από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένου και του γερμανού υπουργού Οικονομικό Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Ειδικά η στάση του Σόιμπλε ήταν χαρακτηριστική. Από τη μια, για τον Σόιμπλε η Ελλάδα ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα «ηθικού κινδύνου» για την Ευρωζώνη και γι’ αυτό χρειαζόταν ένα τιμωρητικό στην πραγματικότητα μνημόνιο, άποψη που συμμερίζονταν και άλλες χώρες (π.χ. η Ολλανδία). Από την άλλη, ήταν έτοιμος να συμφωνήσει σε ένα πακέτο στήριξης εάν η Ελλάδα επέλεγε να βγει έστω και προσωρινά, πακέτο που θα είχε λιτότητα και επιτήρηση αλλά θα ήταν μάλλον λιγότερο δρακόντειο από αυτό της παραμονής. Είναι ως εάν εφόσον δεν θα ήταν πλέον «ηθικός κίνδυνος» η συζήτηση θα μπορούσε να γίνει με πραγματικούς όρους.

Όμως, στην εσωτερική πολιτική συζήτηση το Grexit σύντομα απωθήθηκε από τη δημόσια σφαίρα. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ δεν ήθελαν ούτε καν να το ακούσουν. Το ΚΚΕ θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρξει μια συνολικότερη κοινωνική ανατροπή που στη συνέχεια θα έθετε το ζήτημα της ρήξης με την ΕΕ. Και ο ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα δεν το συζήτησε ποτέ.

Είναι αλήθεια ότι μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ υπήρχαν φωνές που ήταν υπέρ της εξόδου. Το Αριστερό Ρεύμα υπό τον Παναγιώτη Λαφαζάνη ήταν μία τάση. Και είναι γεγονός ότι στην εποχή των «Πλατειών» η συζήτηση αυτή ήταν διάχυτη. Όμως, εξαρχής ο κύριος όγκος του ΣΥΡΙΖΑ ήταν υπέρ της παραμονής στο ευρώ. Ήδη το 2010 μπορεί κανείς να δει πλήθος τοποθετήσεων εναντίον κάθε ενδεχομένου εξόδου, συχνά με μια επιχειρηματολογία που κατηγορούσε τους οπαδούς της επιστροφής στη δραχμή ως «εθνικιστές».

Μετά το 2012, ουσιαστικά στον ΣΥΡΙΖΑ έπεσε σιωπητήριο πάνω στο θέμα του ευρώ. Η Αριστερή Πλατφόρμα σταμάτησε να βάζει θέμα, το ίδιο και η ΚΟΕ (που τότε θυμίζουμε είχε παρουσία και στην κοινοβουλευτική ομάδα), ενώ ξεχάστηκε ακόμη και το «συμβιβαστικό» σύνθημα του «καμιά θυσία για το ευρώ».

Την ίδια στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ, διακηρυκτικά τουλάχιστον, επέμεινε σε ένα πρόγραμμα ρήξης με τα Μνημόνια που πολύ δύσκολα θα μπορούσε να είναι συμβατό με την παραμονή στην Ευρωζώνη, την ίδια ώρα που η ηγετική ομάδα επίμονα τόνιζε ότι δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Το απωθημένο στο συμβολικό επέστρεφε διαρκώς στο πραγματικό.

Η πρόσκρουση στην πραγματικότητα

Τόσο η συνέντευξη του Γιούνκερ όσο και η συζήτηση που γίνεται στον ΣΥΡΙΖΑ για τον απολογισμός της κυβερνητικής θητείας έρχονται να υπενθυμίσουν μια απλή πραγματικότητα.

Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στην εξουσία διεκδικώντας μια ρήξη (έστω και στην «ήπια» εκδοχή του «Προγράμματος της Θεσσαλονίκης) με τους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς και το ΔΝΤ, για την οποία απλώς δεν ήταν προετοιμασμένη. Πίστευε ότι θα γινόταν σκληρή διαπραγμάτευση, ενώ επρόκειτο για βίαιη πρόσκρουση.

Και για αυτό το λόγο ακόμη και στην κορύφωση της αντιπαράθεσης, όταν είχε φανεί πλήρως ότι δεν υπήρχε περιθώριο υποχώρησης της άλλης πλευράς, αρνήθηκε επίμονα να συζητήσει το ενδεχόμενο της εξόδου, έστω και ως αναγκαστικά αβέβαιης νέας αφετηρίας.

Αυτό εν πολλοίς οφειλόταν και στο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στήριξε την πολιτική του στο εφικτό και εν πολλοίς σχετικά άκοπο της ρήξης με τη λιτότητα.

Το Grexit θα μπορούσε να αποτελέσει ενδεχόμενο μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση θα ζητούσε από την κοινωνία «αίμα, ιδρώτα και δάκρυα», για να θυμηθούμε την φράση του Τσόρτσιλ, στην πρώτη αναγκαστικά δύσκολη και αχαρτογράφητη φάση του. Κάτι τέτοιο ήταν έξω από τον πυρήνα της αντίληψης του ΣΥΡΙΖΑ για την πολιτική.

Και βέβαια ούτε ο Γιάνης Βαρουφάκης είχε μια διαφορετική καλύτερη προετοιμασία, μια που επελέγη  ως υπουργός ακριβώς επειδή θεωρήθηκε ότι μπορούσε να κάνει τη «σκληρή διαπραγμάτευση».

Και μπορεί εκείνους τους μήνες να ακούστηκε αρκετές φορές εντός του ΣΥΡΙΖΑ ότι υπήρχε εναλλακτικό σχέδιο, η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρχε. Ούτε το “Plan X” του Γκαλμπρέιθ ήταν αναλυτικό σχέδιο, καθώς ήταν απλώς κατάλογος των ενοτήτων που θα έπρεπε να έχει ένα σχέδιο, ούτε βέβαια η αναζήτηση τελευταία στιγμή χωρών που θα μπορούν να αναλάβουν την εκτύπωση των νέων χαρτονομισμάτων.

Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν σαφές ότι είχε ένα φάσμα επιλογών. Από τη μια την άσκηση πίεσης μέσα από το γεγονός ότι η ΕΚΤ έλεγχε τη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών (πέραν της πίεσης που ασκούσε η αναμονή της εκάστοτε δόσης). Από την άλλη, προετοιμαζόταν και για ενδεχόμενο ρήξης (πιθανώς περισσότερο και από την ελληνική κυβέρνηση, εάν κρίνουμε από όσα είδαν το φως της δημοσιότητας πρόσφατα).

Όμως, ακριβώς επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ποτέ πραγματική στρατηγική ρήξης (όπως δεν είχε και επίγνωση του μεγέθους της πίεσης που θα δεχόταν), αντιμετώπισε κορυφαίες επιλογές όπως ήταν το δημοψήφισμα (κίνηση που είχε νόημα μόνο ως νομιμοποίηση για Grexit) απλώς ως τακτικές κινήσεις.

Μόνο που όταν μια κυβέρνηση δεν έχει ούτε διάθεση για έγκαιρο συμβιβασμό, ούτε σχέδιο για ρήξη με δική της πρωτοβουλία, το μόνο που απομένει είναι  η ταπεινωτική συνθηκολόγηση. Που με έναν τρόπο την πληρώνουμε ακόμη.

Γράψτε το σχόλιό σας