Το τελευταίο διάστημα επανήλθαν στη δημόσια συζήτηση οι αναφορές στην πολιτική ορθότητα. Σχεδόν πάντα με απαξιωτικό τρόπο και εντός τοποθετήσεων που υποστηρίζουν ότι δεν πρόκειται να υποταχθούν στην «τυραννία της πολιτικής ορθότητας», είτε σε σχέση με το τι θεωρείται σεξιστική πρακτική (π.χ. στη συζήτηση για τα όρια της σεξουαλικής παρενόχλησης) είτε σε σχέση με το πώς ορίζεται ο ρατσιστικός λόγος (π.χ. στη συζήτηση για τη χρήση του όρου «λαθρομετανάστης»).

Είναι ομολογουμένως παράδοξη αυτή η επανεμφάνιση στην ελληνική δημόσια σφαίρα μιας έννοιας που προέρχεται από αντιπαραθέσεις στα αμερικανικά πανεπιστήμια πριν από σχεδόν 30 χρόνια. Γιατί στην αφετηρία της πολεμικής ήταν ένα κύμα καταγγελιών από τη μεριά πανεπιστημιακών, δημοσιογράφων και δημοσιολογούντων στις ΗΠΑ που υποστήριξαν ότι τα αμερικανικά πανεπιστήμια είχαν καταληφθεί από ορδές μαρξιστών και άλλων ριζοσπαστών που επέβαλαν τη δική τους ατζέντα, στην ιστορία, στις σπουδές φύλου και τις αποαποικιακές σπουδές, ασκώντας «ιδεολογική τρομοκρατία» σε όσους υπερασπίζονταν τον «αμερικανικό τρόπο ζωής». Oλα αυτά αποδόθηκαν στην πολιτική ορθότητα, κατασκευάζοντας ουσιαστικά έναν «εχθρό».

Στην πραγματικότητα το κίνημα κατά της πολιτικής ορθότητας, που είχε μάλιστα και τη ρητή στήριξη του προέδρου Τζορτζ Μπους, ήταν μια νεοσυντηρητική αντεπίθεση σε όσες κατακτήσεις είχαν υπάρξει τις προηγούμενες δεκαετίες ως προς την ισότητα των φύλων, την αναγνώριση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, τις «θετικές διακρίσεις», την αποφυγή του ρατσισμού, την προσπάθεια να παρουσιαστούν και οι σκοτεινές πλευρές της ιστορίας. Αργότερα στο στόχαστρο των πολεμίων της πολιτικής ορθότητας θα βρεθούν και οι προσπάθειες να διαμορφωθούν κανόνες απέναντι στη σεξουαλική παρενόχληση και να κατοχυρωθεί εντός και εκτός πανεπιστημίων η απλή αρχή που λέει «το όχι σημαίνει όχι» και «σεξ χωρίς συναίνεση είναι βιασμός», που πρόσφατα ενσωματώθηκε και στην ελληνική έννομη τάξη.

Καρικατούρα

Σε πείσμα μιας προσπάθειας να διαμορφωθεί μια καρικατούρα, αυτό που ονομάστηκε πολιτική ορθότητα δεν ήταν παρά η προσπάθεια να κατοχυρωθούν πράγματα που σήμερα τα θεωρούμε αναγκαία, ή τουλάχιστον θα έπρεπε. Πράγματα όπως η αναγνώριση ότι υπήρξε αποικιοκρατία και θεσμοποιημένος ρατσισμός και άρα θα πρέπει στη σχολική Ιστορία, όπως και στα πανεπιστήμια, αυτά να διδάσκονται και να ερευνώνται· η συνειδητοποίηση ότι οι λέξεις μπορούν να ασκήσουν συμβολική βία και να συμβάλουν στην εξώθηση σε πρακτικές μίσους και άρα η προσπάθεια να μην υπάρχουν ρατσιστικές εκφράσεις στον επίσημο λόγο ή τον λόγο των ΜΜΕ· η αναγνώριση ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν όλες οι παραλλαγές σεξισμού και να αναγνωριστούν τα δικαιώματα στην ταυτότητα φύλου· η εξασφάλιση ότι οι μειονότητες μπορούν όντως να έχουν πρόσβαση σε θέσεις εργασίας· η έμπρακτη παραδοχή ότι η σεξουαλική παρενόχληση αποτελεί μορφή σεξουαλικής βίας και όχι «φλερτ».

Αναρωτιέται κανείς σε τι αποβλέπει η τρέχουσα αυταρέσκεια σχεδόν, με την οποία στην ελληνική δημόσια σφαίρα η καταδίκη της πολιτικής ορθότητας θεωρείται ως στοιχείο που προσφέρει απήχηση σε όποιον την εκφέρει, με δεδομένο ότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε θεσμικό επίπεδο μάλλον κανείς δεν δηλώνει ότι επιδιώκει να ανατρέψει τη νομοθεσία περί της ταυτότητας φύλου, τον νέο ορισμό του βιασμού ή την όποια προσπάθεια γίνεται να αποφεύγονται οι παραλλαγές του ρατσιστικού λόγου.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ακριβώς αυτή η αντίφαση που δείχνει και τη διάσταση του προβλήματος. Στον βαθμό που στην κοινωνία καταγράφονται ανησυχητικά φαινόμενα σεξισμού (η τραγική έξαρση των γυναικοκτονιών αυτό δείχνει), ρατσιστικά αντανακλαστικά και απόψεις αναπαράγονται και στερεοτυπικές ή ακόμη και συνωμοσιολογικές θεωρήσεις της ιστορίας προβάλλονται, η πολεμική κατά της πολιτικής ορθότητας μόνο ως ένα «κλείσιμο του ματιού» προς αυτά τα τμήματα της κοινωνίας μπορεί να ερμηνευθεί. Και το μήνυμα είναι σαφές: «μην κοιτάτε που τυπικά δεν μπορούμε να ζητήσουμε κάποια θεσμική ανατροπή, εμείς κατά βάθος μαζί σας είμαστε και όταν έρθει η ώρα θα τα αλλάξουμε κιόλας». Μόνο που αυτό οδηγεί τελικά στη νομιμοποίηση, ενίσχυση και αναπαραγωγή επικίνδυνων στερεοτύπων και των πρακτικών που συνεπάγονται.

Προφανώς και τα προβλήματα της κοινωνίας δεν περιορίζονται σε αυτά με τα οποία υποτίθεται ότι ασχολείται η πολιτική ορθότητα. Ομως, σίγουρα ο κόσμος είναι καλύτερος όταν δεν αποκαλούμε κανέναν άνθρωπο «λαθρομετανάστη», όταν παραδεχόμαστε ότι η αποικιοκρατία έκανε εγκλήματα, όταν αποδεχόμαστε το δικαίωμα στην έμφυλη ταυτότητα και δεν προπηλακίζονται ΛΟΑΤΚΙ άτομα, όταν δεν υπάρχουν άμεσοι ή έμμεσοι αποκλεισμοί με βάση το φύλο και όταν οι συναντήσεις με ανώτερους στην επαγγελματική ή ακαδημαϊκή ιεραρχία άντρες δεν μεταφράζονται και σε ασκήσεις αποτροπής συγκαλυμμένων αποπειρών βιασμού.

Τραμπ: ένας μαχητής κατά της πολιτικής ορθότητας

Εάν υπάρχει ένας πολιτικός στην παγκόσμια σκηνή που έκανε σήμα κατατεθέν του ότι είναι «κατά της πολιτικής ορθότητας», αυτός ήταν ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. «Αρνούμαι να είμαι πολιτικά ορθός» είχε υποστηρίξει στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας και είχε επιμείνει ότι «η χώρα δεν έχει τον χρόνο να είναι πολιτικά ορθή». Αυτό μεταφράστηκε σε ένα πλήθος σεξιστικών αναφορών που διάνθισαν την προεκλογική του ρητορική.