Ο ΣΥΡΙΖΑ τους 2019 δεν είναι αυτός του 2014 ή του Ιανουαρίου του 2015 όσο και εάν προσπάθησε ο πρωθυπουργός στην ομιλία του σε στελέχη της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και της Προοδευτικής Συμμαχίας να πείσει ότι κατά βάθος παραμένει ο βασικός εκφραστής των ιστορικών αιτημάτων της αριστεράς.

Ακόμη περισσότερο: είναι ακριβώς ο βαθμός της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ που μπορεί να εξηγήσει και σημαντικές πλευρές του εκλογικού αποτελέσματος και του γιατί έχασε με τέτοια διαφορά.

Γιατί σε πείσμα της ρητορικής αρκετών στελεχών του κυβερνώντος κόμματος, που επιμένουν ότι διάφορα κέντρα ντόπια και ξένα επιβουλεύονταν το πρώτο πείραμα αριστερής κυβέρνησης, στην πραγματικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε από τον ίδιο του τον εαυτό.

Το ανεξίτηλο ίχνος της συνθηκολόγησης του 2015

Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ έχει προσπαθήσει να υποστηρίξει ότι το αποτέλεσμα του Σεπτεμβρίου του 2015, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε πετύχει μια καθαρή νίκη στις εκλογές, σήμαινε και την αποδοχή από ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια του «συμβιβασμού» που μας οδήγησε στο τρίτο μνημόνιο.

Όμως, αυτή είναι μια πολύ επιλεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας. Γιατί μπορεί ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού ακροατηρίου, ικανό να δώσει κοινοβουλευτική πρωτιά στον ΣΥΡΙΖΑ το Σεπτέμβριο του 2015, να αποδέχτηκε ότι «δεν γινόταν αλλιώς» και άρα αναγκαστικά έπρεπε η αριστερά να υλοποιήσει τις απαιτήσεις των δανειστών, όμως αυτό αφορούσε τη συγκεκριμένη στιγμή τα ψηφοφορίας.

Γιατί λίγο καιρό μετά ήταν αυτοί οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ που συνειδητοποίησαν τι σήμαινε αυτός ο «συμβιβασμός. Μάλιστα, ήταν το ασφαλιστικό του Κατρούγκαλου αυτό που έδωσε το πρώτο κρίσιμο χτύπημα σε κοινωνικά κομμάτια που κατεξοχήν είχαν στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ το προηγούμενο διάστημα.

Επομένως, εδώ έχουμε την πρώτη κρίσιμη μετάλλαξη: ένα κόμμα υποτίθεται αριστερό και ριζοσπαστικό δεν εφαρμόζει απλώς λιτότητα, ούτε απλώς αδυνατεί να κάνει πράξη μεγαλύτερες παροχές, αλλά δοκιμάζει μια μεγάλη νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση που υπόσχεται συνολική επιδείνωση του ασφαλιστικού καθεστώτος για μεγάλο μέρος των ασφαλισμένων.

Η αριστερή λιτότητα

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να υπερασπιστεί το κυβερνητικό του έργο. Βέβαια, κυρίως μιλάει για το έργο που έκανε μετά το 2018, γιατί στην προηγούμενη τριετία κατά βάση εφάρμοσε το τρίτο μνημόνιο.

Και αυτό δεν αφορά απλώς τη λήψη κάποιων μέτρων, αλλά την εμπέδωση πολύ συγκεκριμένων πολιτικών που καμιά σχέση δεν έχουν με όσα έλεγε το κυβερνών κόμμα πριν αναλάβει κυβερνητικά καθήκοντα.

Επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ έτσι συνεχίστηκε το κύμα των ιδιωτικοποιήσεων με την κυβέρνηση να ολοκληρώνει την ιδιωτικοποίηση των δύο μεγάλων λιμανιών της χώρας όπως και των περιφερειακών αεροδρομίων, όπως και να μεθοδεύει την πώληση σημαντικών τμημάτων της ενεργειακής υποδομής της χώρας.

Ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που επέμεινε στη λιτότητα και μάλιστα έφτασε στο σημείο να χρησιμοποιεί τα υπερπλεονάσματα ως μηχανισμό υποτίθεται για να προσφέρει κάποιου είδους «κοινωνικό μέρισμα».

Επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ η ελαστική εργασία και η μερική απασχόληση επεκτάθηκαν ακόμη περισσότερο, με την ανεργία να μειώνεται σχετικά αλλά αυτό να γίνεται μέσα από θέσεις εργασίας σε συνθήκες που δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν ότι προωθούν την αξιοπρέπεια της εργασίας.

Ούτε είναι τυχαίο ότι ένα βασικό εργαλείο για μια προοδευτική πολιτική, το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων κατεξοχήν συρρικνώθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ, με μοναδικό κριτήριο να βγαίνουν τα υπερπλεονάσματα.

Η πληγή από τις τραγωδίες στην Αττική

Οι τραγωδίες στην Αττική, τόσο στη Μάνδρα όσο και στην Ανατολική Αττική είχαν πραγματικό αντίκτυπο στην εικόνα της κυβέρνησης σε ένα σημαντικό τμήμα του ακροατηρίου της.

Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι αυτό αφορά μόνο το ότι δεν είχαν γίνει οι απαραίτητες ενέργειες σε βάθος χρόνου για να αποτραπούν τέτοιες τραγωδίες.

Αυτό που κυρίως έδωσε εικόνα μετάλλαξης ήταν ο κυνισμός της διαχείρισης της υπόθεσης. Από το θέατρο που στήθηκε στο κέντρο επιχειρήσεων της Πυροσβεστικής μέχρι τις δήθεν δορυφορικές εικόνες που υποτίθεται ότι αποδείκνυαν «οργανωμένο σχέδιο» εμπρηστών, και από την προσπάθεια να μεταφερθεί η ευθύνη στους κατοίκους που «έχτισαν αυθαίρετα» μέχρι τη συνεχή προσπάθεια να αποδοθούν όλες οι ευθύνες «στους προηγούμενους», όλα αυτά έκαναν ένα κομμάτι του ακροατηρίου να απομακρυνθεί θεωρώντας ότι επρόκειτο για κυνισμό της εξουσίας που καμιά σχέση δεν έχει με τις αρχές της αριστεράς.

Η αναζήτηση της αριστερής διαπλοκής

Όμως, παράλληλα γκρεμίστηκε και το «ηθικό πλεονέκτημα» της αριστεράς και συνολικά η αίσθηση ότι μπορούσε να κομίσει ένα διαφορετικό ήθος και ύφος της εξουσίας σε σχέση με τα παραδοσιακά κόμματα.

Αυτό φάνηκε πρώτα από όλα με τα όσα έγιναν στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προσπάθησε να «βάλει τάξη» στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, να βάλει όρους και προϋποθέσεις για να μπορεί κανείς να εκπέμπει. Αντίθετα, κυρίως αναζήτησε τρόπους για να αποκτήσει και αυτός «φίλια ΜΜΕ», χρηματοδοτούμενα από επιχειρηματίες που θα ήθελαν να προσφέρουν προβολή στην κυβέρνηση.

Αυτό οδήγησε στη φαρσοκωμωδία του πρώτου διαγωνισμού για τις τηλεοπτικές άδειες, με αποκορύφωμα τον… τρομερό κ. Καλογρίτσα και τα βοσκοτόπια του.

Σε αυτό θα προστεθούν αργότερα και άλλες φιγούρες όπως για παράδειγμα αυτή του πολυσυζητημένου κ. Πετσίτη που τη μία έβγαζε φωτογραφίες στο Μαξίμου, την άλλη έμπαινε σε ΔΕΚΟ δηλώνοντας ότι εκπροσωπούν το Μαξίμου και την στη συνέχεια εμφανιζόταν ως συνεργάτης επιχειρήσεων συμφερόντων Λαυρεντιάδη, θυμίζοντας σε πολλούς το ρόλο που στα μεγάλα κόμματα έχουν οι λεγόμενοι «ταμίες», δηλαδή οι ενδιάμεσοι στις μεταφορές πολιτικού χρήματος.

Όμως, όλα αυτά, μαζί με τις διευκολύνσεις που εμφανίζονταν να γίνονταν σε επιχειρήσεις ή σχέδια άλλων επιχειρηματιών, όπως του Ιβάν Σαββίδη ή του Δ. Μελίσσανίδη, όπως και η συμπερίληψη του Πέτρου Κόκκαλη στο ευρωψηφοδέλτιο, αποξένωναν έναν μέρος του ακροατηρίου του ΣΥΡΙΖΑ, που πραγματικά θεωρούσε ότι η «αριστερή διακυβέρνηση» μπορούσε να έχει μια ανεξαρτησία απέναντι στην οικονομική εξουσία.

Η αριστερά πάει στο σκάφος;

Την ίδια ώρα πλήθαιναν τα σημάδια ότι ένα κομμάτι του κομματικού μηχανισμού του ΣΥΡΙΖΑ πλέον θέλει να απολαύσει και ορισμένα από τα «καλά της εξουσίας».

Να βολευτεί κάπως, να εκμεταλλευτεί μικροπρονόμια, να διευκολυνθεί, με τρόπο ανάλογο με αυτόν που είδαμε και προηγούμενες κυβερνήσεις προφανώς. Απλώς η αριστερά υποτίθεται ότι ήταν διαφορετική.

Αποκορύφωμα όλων αυτών, σε συμβολικό επίπεδο, ο τρόπος που η κυβέρνηση προσπάθησε να διαχειριστεί την υπόθεση με τις διακοπές του πρωθυπουργού πέρσι στο γιοτ της οικογένειας Παναγοπούλου, όπου την αρχική διάψευση διαδέχτηκε η παραδοχή. Γιατί σε αυτή την περίπτωση ήταν η ίδια η κυβέρνηση που τελικά παραδέχτηκε ότι θεωρούσε τα «κότερα» αντίθετα με την εικόνα που ήθελε να δώσει.

Όμως, ένα τμήμα του ακροατηρίου του ΣΥΡΙΖΑ δεν ενοχλήθηκε τόσο από την ίδια την εικόνα, όσο ακριβώς από το πώς ήρθε να επιβεβαιώσει τη διάχυτη αίσθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ γινόταν ένα κόμμα που αντιμετώπιζε την εξουσία με τον ίδιο τρόπο όπως τα παραδοσιακά κόμματα.

Τα ΜΑΤ που συνεχίζουν να δέρνουν

Σε όλα αυτά ας μην υποτιμήσουμε και ότι επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ συνεχίστηκα ένα κλίμα αυταρχικής αντιμετώπισης των διαμαρτυριών. Γιατί και επί των ημερών αυτής της διακυβέρνησης συνεχίστηκε η αντιμετώπιση των διαδηλωτών, ακόμη και των συνταξιούχων, με ΜΑΤ και δακρυγόνα, ενώ δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε την αλγεινή εντύπωση που έχουν προκαλέσει οι αλλεπάλληλες διώξεις κατά του πρώην υπουργού και πρώην στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτη Λαφαζάνη για τις ειρηνικές κινητοποιήσεις που έχουν γίνει για το ζήτημα των πλειστηριασμών.

Η συμμαχία όχι πάντα προοδευτική

Τελευταίο στοιχείο που αποτυπώνει αυτή τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, είναι ο τρόπος που αντιμετώπισε τις συμμαχίες. Γιατί είναι ένα θέμα να συμμαχεί ο ΣΥΡΙΖΑ με ανθρώπους που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ αλλά π.χ. είχαν καταψηφίσει μνημόνια ή είχαν αποχωρήσει διαμαρτυρόμενοι για «δεξιές πολιτικές» και άλλο να έρχονται πολιτευτές μόνο και μόνο γιατί δεν είχαν προτάσεις για εκλέξιμες θέσεις από το ΚΙΝΑΛ ή να θεωρούνται «προοδευτικά» τα στελέχη που αποχώρησαν από τους Ανεξάρτητους Έλληνες. Αυτού του είδους οι κινήσεις και με μεθοδεύσεις επίσης αποξενώνουν ένα τμήμα του ακροατηρίου του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ

Στις εκλογές αποτυπώθηκε ο συσχετισμός της ίδιας της σύγκρουσης του ΣΥΡΙΖΑ με τον εαυτό του, την παράδοση και τις αξίες της αριστεράς. Και είναι σαφές ότι ο συσχετισμός είναι αρνητικός. Ο ΣΥΡΙΖΑ μεταλλάσσεται, όμως η μετάλλαξή του τον απομακρύνει και δεν τον φέρνει πιο κοντά στην εξουσία, εάν κρίνουμε από την εκλογική του υποχώρηση.

Όμως, αυτό το συμπέρασμα μάλλον δεν περιλαμβάνεται στο «μήνυμα» που ο πρωθυπουργός, ως άλλος Αντρέας Παπανδρέου, μας διαβεβαίωσε ότι έλαβε.

Γράψτε το σχόλιό σας