Αρκετά συχνά στη νέα ελληνική γλώσσα είναι τα φωνητικά λάθη στον προφορικό και το γραπτό λόγο, δηλαδή τα λάθη που εμφανίζονται στην προφορά ορισμένων λέξεων χωρίς όμως να δημιουργούν πρόβλημα στην κατανόηση αυτών.

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε δύο λέξεις που συχνά-πυκνά πέφτουν θύματα λανθασμένης φωνητικής απόδοσης, τα ουσιαστικά μεγέθυνση και συνονθύλευμα.

Κατά πρώτον, το ουσιαστικό μεγέθυνση, που σημαίνει την αύξηση, το μεγάλωμα, την απόκτηση μεγαλύτερων διαστάσεων ή μεγαλύτερου μεγέθους, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το έχουμε ακούσει ή το έχουμε διαβάσει ως μεγένθυνση ή και μεγένθυση.

Το λάθος και στις δύο αυτές περιπτώσεις είναι προφανές, καθώς η λέξη μεγέθυνση παράγεται από το ρήμα μεγεθύνω, που εμπεριέχει τη λέξη μέγεθος (απαντά ίδια κι απαράλλακτη στην αρχαία ελληνική γλώσσα) και δεν έχει -ν πριν από το -θ (μέγεθος > μεγεθύνω > μεγέθυνση).

Παρομοίως, ο παθητικός αόριστος του ρήματος μεγεθύνω είναι μεγεθύνθηκα και όχι μεγενθύνθηκα, η μετοχή παθητικού παρακειμένου είναι μεγεθυσμένος και όχι μεγενθυμένος, ο δε φακός είναι μεγεθυντικός και όχι μεγενθυντικός.

Κατά δεύτερον, το ουσιαστικό συνονθύλευμα, που δηλώνει ό,τι και το σύμφυρμα, το αμάλγαμα ή το συμπίλημα, απαντά κατά κύριο λόγο ως συνοθύλευμα.

Η ετυμολογική προσέγγιση τού υπό εξέταση ουσιαστικού θα μας επιτρέψει, όπως πάντοτε, να διακρίνουμε ευχερώς το σωστό από το λάθος.

Το ουσιαστικό συνονθύλευμα προέρχεται από το ρήμα συνονθυλεύω, που με τη σειρά του συνίσταται από το α’ συνθετικό συν και το ρήμα ονθυλεύω (είχε την έννοια τού παραγεμίζω ή παραταΐζω).

Επομένως, η λέξη αυτή, που μαρτυρείται από τα μέσα του 19ου αιώνα και σημαίνει το σύνολο που προέρχεται από την ένωση ή την ανάμειξη ανομοιογενών – ετερογενών στοιχείων, έχει -ν πριν από το -θ, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι μάλλον από εκείνους που τη μεταχειρίζονται όταν ομιλούν ή γράφουν.

Εν κατακλείδι, η ορθή φωνητική απόδοση των δύο λέξεων είναι η εξής: μεγέθυνση (μεγεθύνω, μέγεθος) και συνονθύλευμα (με -ν πριν από το -θ).