Για τον Κώστα Νίτσο ο λόγος στο άρθρο που αφιερώσαμε νωρίτερα σήμερα στη μνήμη του Αιμίλιου Βεάκη. Μεγάλης αξίας η προσφορά του αειμνήστου δημοσιογράφου όχι μόνο στο χώρο του Τύπου αλλά και σε εκείνον του θεάτρου, του νεοελληνικού θεάτρου, το οποίο υπηρέτησε κατεξοχήν με το περιοδικό που εξέδωσε. Το «Θέατρο» του Νίτσου, η δίμηνη θεατρική επιθεώρηση, πρωτοκυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1961.
Ο εμπνευστής της έκδοσης, ο διευθυντής και υπεύθυνος ύλης όπως παρουσιάζεται στην ταυτότητα του περιοδικού, έγραφε σε αυτό το πρώτο τεύχος, στη στήλη του «Αστερίσκοι», τα εξής:
Στην υπηρεσία του Θεάτρου
Δημιουργήσαμε ένα καινούριο όργανο στην υπηρεσία του Θεάτρου. Δεν θα σπαταλήσουμε χώρο και χρόνο για επαγγελίες αμφιβόλου πραγματοποιήσεως. Η μορφή και το περιεχόμενο του «Θεάτρου» δίνουν το ύφος και το ήθος του. Το Κοινόν είναι σε θέση να τα εκτιμήσει. Μια μόνον υπόσχεση θα δώσουμε: Κι από τη νέα αυτή έπαλξη, θ’ αγωνιστούμε χωρίς φόβο, αλλά με πάθος. Πάθος για την εξυγίανση και την άνοδο του Νεοελληνικού Θεάτρου.
Επικαιρότης και επικαιρότης
Ένα θεατρικό περιοδικό είναι έντυπο επικαιρότητας. Οι θεατρικές εκδηλώσεις, κατ’ εξοχήν εφήμερες, έχουν κατ’ ανάγκην επικαιρικό ενδιαφέρον. Από την πλευρά αυτή, μια δίμηνη θεατρική επιθεώρηση δεν έχει, φαινομενικά, λόγο υπάρξεως. Στο διάστημα του διμήνου πολλά θεατρικά γεγονότα κυοφορούνται, γεννιούνται, μετεωρίζονται και παρέρχονται. Ένα περιοδικό που δεν θα πρόφταινε να καταγράφει επικαιρικά τις φάσεις τους, θα περιοριζόταν να σημειώνει ληξιαρχικά το πέρασμά τους. Μια τέτοια, όμως, επικαιρότητα δεν αξίζει περισσότερο από την καθημερινή καταγραφή της στον Τύπο. Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη επικαιρότητα. Κι αυτήν θα υπηρετήσουμε. Είναι τα θέματα και τα προβλήματα που τα προσπερνά χωρίς και να τα υποπτεύεται η πρώτη, είναι τα κενά της δημιουργίας και της παράδοσης που παραμένουν ή συμπληρώνονται, είναι ο τελικός διαχωρισμός των ψηγμάτων του χρυσού από τους όγκους της συσσωρευμένης άμμου. Από τον λιγώτερο θορυβώδη χαρακτήρα της κι από την κατάχρηση του όρου «επικαιρότητα» για την πρώτη, η δεύτερη καταντά «σαν επικαιρότητα να μη μοιάζει». Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Η χρόνια παραμονή των άλυτων προβλημάτων, η διαιώνιση των κενών και η διάρκεια της γνήσιας προσφοράς την κάνουν να είναι η μόνη αληθινή επικαιρότητα, που ο παραμερισμός της μειώνει μέχρι πλήρους ανυπαρξίας τη σημασία της πρώτης. Η πρώτη επικαιρότητα είναι μόνον η μάσκα της δεύτερης. Είναι επιφανειακή. Η δεύτερη ουσιαστική. Η πρώτη είναι λεπτοδεικτική. Η άλλη ωροδεικτική. Η πρώτη δεσμεύεται από το χρόνο. Η δεύτερη δεσμεύει το χρόνο. Το «Θέατρο» θα υπηρετήση κατ’ ανάγκην τη δεύτερη επικαιρότητα, πιστεύοντας πως μόνον έτσι υπηρετεί ουσιαστικά και την πρώτη.
Ένας άλλος σπουδαίος του θεάτρου και του πολιτισμού, Κώστας κι αυτός, ο Γεωργουσόπουλος, είχε γράψει για τον Νίτσο τα ακόλουθα:
Ο Κώστας Νίτσος είναι μία μυθική προσωπικότητα όχι μόνο της δημοσιογραφίας αλλά του δημόσιου βίου εν γένει. Θα έλεγα πως στη συνείδηση των ανθρώπων του θεάτρου ιδιαιτέρως έχει καταγραφεί ως ένας θεατρικός θεσμός. Και δεν είναι μόνο η συμβολή του στην ιστορία του θεάτρου και την θεατρολογική και δραματολογική έρευνα και ενημέρωση με το ανεπανάληπτο περιοδικό του «Θέατρο». Ως διευθυντής των «Νέων» επί πολλά χρόνια αναβάθμισε το καλλιτεχνικό και κυρίως το θεατρικό ρεπορτάζ, αναδεικνύοντας σημαντικούς συντάκτες που με σχόλια, συνεντεύξεις, πλήρη ειδησιογραφία και τεκμηριωμένη έρευνα έγιναν εισηγητές ενός μοντέλου καλλιτεχνικής σελίδας που αντιγράφηκε και αντιγράφεται μέχρι σήμερα από πολλούς.
Ο Νίτσος όμως δεν ήταν μόνο ένας ρέκτης διευθυντής και οργανωτής. Μάχιμος ο ίδιος δημοσιογράφος με πένα οξεία, τολμηρή και συχνά ανατρεπτική, προμάχησε στην κριτική και τον επιθετικό σχολιασμό. Ασυμβίβαστος ο ίδιος, σχεδόν απόλυτος στις απόψεις του, μαστίγωσε ανελέητα τους ατάλαντους, τους κερδοσκόπους, τους προχειρολόγους, και ανέδειξε τους ταμένους, τους αφιερωμένους και εργάτες και κυρίως τους νέους δημιουργούς της θεατρικής συντεχνίας, συγγραφείς, σκηνοθέτες, μεταφραστές, εικαστικούς και βέβαια ηθοποιούς.
Οι καίριες παρεμβάσεις του με τους περιβόητους «Αστερίσκους», εκτός από την ουσιαστική τους αξία, δημιούργησαν και το είδος κριτικής στάσης. Η πυκνότητα, η ευθυβολία, η τόλμη και η μαχητικότητά τους αποτέλεσαν νέο ύφος και νέο κριτικό ήθος στα θεατρικά μας πράγματα.