Κοινό περί δικαίου αίσθημα vs. κράτος δικαίου. Θα ήταν παράλογο να αρνηθώ ότι οι δύο αυτές έννοιες μπορεί να βρίσκονται αρκετές φορές σε σύγκρουση, όπως επισήμαναν οι προηγούμενοι ομιλητές — ή τουλάχιστον να μας φαίνεται ότι βρίσκονται σε σύγκρουση, πράγμα που μας φέρνει σε αμηχανία, καθώς προσπαθούμε να αποφασίσουμε ποια να προκρίνουμε εις βάρος της άλλης.
Κι όμως, θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί οι έννοιες αυτές, αν τις αντιληφθούμε σωστά, αλληλοσυμπληρώνονται, και συγκεκριμένα γιατί το κράτος δικαίου ενσαρκώνει το κοινό περί δικαίου αίσθημα.
Το ότι οι δύο έννοιες συγγενεύουν το διαισθανόμαστε, αφού και οι δύο περιστρέφονται γύρω από την έννοια του «δικαίου». Τόσο το κράτος δικαίου όσο και το κοινό περί δικαίου αίσθημα επιχειρούν να συλλάβουν την ιδέα της δικαιοσύνης και μας καλούν να αναζητήσουμε το νόημά της. Μα, θα πει κάποιος, οι δύο έννοιες που εξετάζουμε αναφέρονται στις απαιτήσεις —ορθές ή μη— που έχουμε από το κράτος, από την πολιτεία. Τι σχέση μπορεί να έχουν με την ιδέα της δικαιοσύνης;
Την ίδια απορία, ποια η σχέση του με τη δικαιοσύνη, είχα και όταν έπιασα στα χέρια μου το πρώτο βιβλίο πολιτικής φιλοσοφίας στην ιστορία της ανθρωπότητας, την «Πολιτεία» του Πλάτωνα· είχα παραξενευτεί πολύ γιατί είχε ως θέμα τη δικαιοσύνη και τον δίκαιο άνθρωπο. Θυμίζω ότι ο υπότιτλος του βιβλίου είναι «Περί δικαίου». Αργότερα βέβαια κατάλαβα ότι ακριβώς η δικαιοσύνη είναι το ζητούμενο της κοινωνικής οργάνωσης.
Στ’ αλήθεια, όταν αναλογιζόμαστε την έννοια της δικαιοσύνης, ο νους μας ενστικτωδώς πηγαίνει στην αλληλεπίδραση του υποκειμένου με άλλα υποκείμενα στο πλαίσιο μιας οργανωμένης κοινωνίας. Κουβέντα για δικαιοσύνη δεν έχει νόημα όταν γίνεται λόγος για ένα θηρίο ή έναν θεό. Ακόμα κι αν προσπαθήσουμε, σε ένα θεωρητικό παιχνίδι, να σκεφτούμε τι είναι δίκαιο να πράττει ένας ερημίτης ή ένας θεός, θα αναγκαστούμε να απαντήσουμε με αναφορά σε μιαν ευρύτερη κοινότητα στην οποία θα τον τοποθετήσουμε. Θα αναρωτηθούμε, δηλαδή, ποιες είναι οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματά του απέναντι στους ανθρώπους ή στους συνανθρώπους του, όσο κι αν φαίνονται λογικά ή φιλοσοφικά απομακρυσμένοι από αυτόν.
Φυσικά, το ίδιο ισχύει πολύ περισσότερο για τον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος εκ φύσεως γεννιέται, ζει και πεθαίνει ως μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας. Για να μπορέσει το άτομο να λειτουργήσει στο πλαίσιο της κοινότητας, αλλά και για να μπορέσει η ίδια η κοινότητα να διατηρηθεί, χρειάζεται να βρούμε πώς οφείλει το κάθε άτομο να αλληλεπιδρά με τα υπόλοιπα. Η δικαιοσύνη, λοιπόν, είναι η ιδέα που μας απαντά ποια δικαιώματα και ποιες υποχρεώσεις έχουμε απέναντι στους άλλους όταν ζούμε σε μια κοινωνία. Επομένως, ούτε η δικαιοσύνη νοείται πέρα κι έξω από την κοινωνία, αλλά ούτε μια κοινωνία νοείται χωρίς δικαιοσύνη, τουλάχιστον ως αίτημα. Η δικαιοσύνη είναι η κατ’ εξοχήν πολιτική έννοια.
Το ίδιο υποστηρίζει και ο Τζον Ρολς στο σπουδαιότερο έργο πολιτικής φιλοσοφίας του 20ού αιώνα, τη «Θεωρία της Δικαιοσύνης» (σ.σ. John Rawls, A Theory of Justice). Εκεί ο Ρολς γράφει και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον: μας εξηγεί ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν συναίσθηση δικαιοσύνης. Κάθε άνθρωπος, δηλαδή, από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κομμάτι ενός κοινωνικού συνόλου, αναπτύσσει μιαν αντίληψη για το πώς οφείλει να συμπεριφέρεται απέναντι στους άλλους και, αντίστοιχα, για το τι συμπεριφορά μπορεί να περιμένει από αυτούς — αναπτύσσει, δηλαδή, ένα αίσθημα για το τι είναι δίκαιο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το αίσθημα περί δικαίου είναι κοινό για όλους, υπό την έννοια ότι όλοι συμφωνούμε (και μάλιστα από τα γεννοφάσκια μας) για το ποια δικαιώματα ή υποχρεώσεις έχουμε απέναντι στους άλλους. Όχι. Καθένας από εμάς μπορεί να αντιλαμβάνεται διαφορετικά το τι είναι δίκαιο και τι δεν είναι.
Άλλωστε, το αίσθημα δικαίου —ακριβώς επειδή είναι αίσθημα κι όχι ουρανοκατέβατη γνώση— καλλιεργείται: μαθαίνουμε το τι θεωρείται γενικά ως δίκαιο ή άδικο μέσα από την αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους ανθρώπους και τους κοινωνικούς θεσμούς. Εάν το πιτσιρίκι αρπάξει το γλειφιτζούρι από ένα άλλο παιδάκι στην παιδική χαρά, θα υπάρξει τεράστια διαφορά αν θα το μαλώσουν οι γονείς του ή αν θα το επιβραβεύσουν. Αξίζει να συγκρατήσουμε τη σημασία των θεσμών στο να μας εθίζουν στο δίκαιο.
Όμως όλοι μας έχουμε δύο κοινά στοιχεία που αποκτούν τεράστια σημασία εδώ. Το πρώτο είναι ότι έχουμε όλοι κοινό στόχο, όλοι διακατεχόμαστε από την ίδια απορία: να βρούμε τι είναι δίκαιο, τι οφείλουμε να πράξουμε. Και το δεύτερο είναι ότι έχουμε όλοι κοινό εργαλείο για να πετύχουμε τον στόχο, κοινό τρόπο για να βρούμε την απάντηση. Αυτό το εργαλείο φυσικά δεν είναι άλλο από τον ορθό λόγο, τη λογική, που μας διακρίνει από τα θηρία και που μας επιτρέπει να ξεχωρίσουμε τις σωστές από τις λαθεμένες αντιλήψεις στη βάση πειστικών επιχειρημάτων.
Αυτά τα δύο στοιχεία —ο κοινός στόχος και το κοινό εργαλείο για την επίτευξή του— οδήγησαν ήδη τον Καντ να θεωρήσει ότι υπάρχουν κάποιες προτάσεις περί δικαιοσύνης που κάθε άνθρωπος οφείλει να θεωρεί ορθές. Αν, για παράδειγμα, μπείτε σε μια συζήτηση κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εξοντωθεί ο Εβραίος ή ο κουλάκος (σ.σ. ευκατάστατος αγρότης στη Ρωσία, κάτοχος σχετικά μικρής αγροτικής εκτάσεως, αντιτασσόμενος στην κολεκτιβοποίηση), να είστε σίγουροι ότι δεν θα βρείτε κανένα επιχείρημα υπέρ της εξόντωσής τους. Η δικαιοσύνη μπορεί να στηρίξει την απόκρουση επίθεσης, αλλά δεν στηρίζει ποτέ την εξόντωση αυτήν καθ’ εαυτήν κανενός ανθρώπου. Αυτό νομίζω ότι εννοεί ο Σωκράτης στην «Πολιτεία» όταν λέει ότι δεν είναι δίκαιο να βλάπτεις κανέναν άνθρωπο, ούτε τον εχθρό σου. Το ίδιο ισχύει και για άλλες προτάσεις, όπως για παράδειγμα ότι ο καθένας μπορεί να πιστεύει σ’ όποιον θεό θέλει ή να εκφράζει την άποψή του ανεμπόδιστα, ή ακόμα ότι όλοι μπορούν να αποφασίζουν ισότιμα για το ποιος θα κυβερνά την κοινότητα — δεν θα βρείτε ούτε ένα πειστικό επιχείρημα που να καταρρίπτει τις προτάσεις αυτές.
Ώστε υπάρχουν ορισμένες προτάσεις που εκφράζουν αλήθειες, αλήθειες που κάθε έλλογο και εγγενώς ηθικό ον οφείλει να αναγνωρίζει. Αυτές οι προτάσεις, που αντανακλούν αντιλήψεις κοινές για όλους τους ανθρώπους —το «κοινό αίσθημα»—, αποκρυσταλλώνονται στη ραχοκοκαλιά του πολιτειακού μας συστήματος. Αποτυπώνονται συνήθως στο Σύνταγμα και αποτελούν τους βασικούς κανόνες της κοινωνικής οργάνωσης, του κράτους δικαίου.
Υποψιάζομαι ότι αρκετοί θα παραξενευτούν από αυτή τη σκέψη — ειδικά, φοβάμαι, οι νομικοί ανάμεσά σας. Βλέπετε, όταν γίνεται λόγος για κράτος δικαίου, ο νους μας συνήθως πηγαίνει σε διαδικαστικές εγγυήσεις που παρέχει ο νόμος στον πολίτη· για παράδειγμα, σκεφτόμαστε την απαίτηση ο νόμος να είναι προσιτός σε όλους, ή να ισχύει μόνο για το μέλλον, ή να εφαρμόζεται εξίσου για όλους τους πολίτες. Σκεφτόμαστε αυτό που ο Αριστοτέλης ονόμαζε «κράτος του νόμου» και που οι Αγγλοσάξονες απέδωσαν ως rule of law. Μήπως, όμως, έχει διαφορά η έννοια του «κράτους δικαίου» απ’ αυτήν του «κράτους του νόμου»; Θα μπορούσαμε στα σοβαρά να χαρακτηρίσουμε «κράτος του νόμου» ένα πολίτευμα που οι νόμοι του μας προέτρεπαν να εξοντώνουμε τους Εβραίους ή να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας; Όχι βέβαια. Τέτοιοι νόμοι θα συγκρούονταν κατάφωρα με τις θεμελιακές αντιλήψεις μας για το τι είναι δίκαιο, και δεν θα τους έσωζε το γεγονός ότι θα ήταν γενικοί και προσιτοί, χωρίς αναδρομική ισχύ κι όλα τα σχετικά. Άρα λοιπόν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της δικαιοσύνης υπάρχουν και στην έννοια του νόμου, ώστε νόμος που δεν είναι δίκαιος δεν είναι νόμος.
Το κράτος δικαίου είναι ο μηχανισμός που διασφαλίζει στους θεσμούς να παίρνουν αποφάσεις με όρους δικαιοσύνης — και κατά τούτο είναι ο ίδιος ένας μηχανισμός δικαιοσύνης. Είναι ο μηχανισμός που θέτει τους κανόνες ώστε τα μέλη της κοινωνίας να μοιράζονται τις αντιλήψεις τους περί δικαιοσύνης και να λαμβάνουν αποφάσεις για το τι είναι δίκαιο και τι όχι για το σύνολο της κοινωνίας, και να το πράττουν αυτό με όρους δικαιοσύνης — δηλαδή με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και με ισότητα, η οποία με τη σειρά της επιβάλλει τον σεβασμό της πλειοψηφίας. Κατά τούτο, το κράτος δικαίου δεν αντιμάχεται το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Αντίθετα, αφενός θωρακίζει τις ιδέες που καθένας από εμάς οφείλει να αντιλαμβάνεται ως ορθές και δίκαιες, και αφετέρου παρέχει τη μέθοδο με την οποία θα εξετάζουμε και θα επιλέγουμε ανάμεσα στις διαφορετικές απόψεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μας απέναντι στα άλλα μέλη της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, παρέχει τον τρόπο για να καταλήγει η κοινωνία σε αποφάσεις που ενσωματώνουν αυτό που η κοινωνία ως σύνολο αντιλαμβάνεται ως δίκαιο — σε αυτά που εκφράζουν το «κοινό περί δικαίου αίσθημα», αν προτιμάτε.
Είναι, βέβαια, προφανές ότι το κοινό περί δικαίου αίσθημα κάποιες φορές μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με το κράτος δικαίου. Αυτή η διάσταση όμως δεν μπορεί να ισχύει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εν τέλει, κάποιο από τα δύο θα επικρατήσει. Είτε η κοινωνία θα ξεσηκωθεί, ώστε να επιβάλει το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλάζοντας τη νομοθεσία ακόμη και αντίθετα σε κάθε έννοια δικαιοσύνης, είτε το κράτος δικαίου θα «πείσει» την κοινωνία περί της ορθότητας των επιλογών του. Πάρτε για παράδειγμα τη θανατική ποινή. Το κοινό περί δικαίου αίσθημα μπορεί να την επιθυμεί ως ποινή για τα ειδεχθέστερα των εγκλημάτων, ωστόσο ένα κράτος δικαίου δεν μπορεί να την ενσωματώνει στο σύστημα ποινών του, καθώς αυτό θα κατέρριπτε την ιδέα δικαιοσύνης. Αργά ή γρήγορα, οι πολίτες —ή έστω η πλειοψηφία τους— πείθονται για το δίκαιο της κατάργησής της και έτσι επικρατεί η κοινωνική ειρήνη. Σε διαφορετική περίπτωση, το χάσμα ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την κοινωνική πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε κοινωνικές συγκρούσεις, που επιβεβαιώνουν το σύνθημα που ακουγόταν στην Αμερική τόσο τη δεκαετία του ’70 όσο και πιο πρόσφατα: No Justice, No Peace.
Τα ανωτέρω συνιστούν το κείμενο της ομιλίας που είχε εκφωνήσει ο αείμνηστος Σταύρος Τσακυράκης στην εκδήλωση «Κοινό περί δικαίου αίσθημα vs. Κράτος δικαίου», η οποία είχε διοργανωθεί από τον «Κύκλο Ιδεών» του Ευάγγελου Βενιζέλου στις 31 Ιανουαρίου 2018 (πηγή: ekyklos.gr).
Ο Σταύρος Τσακυράκης, διαπρεπής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, γεννήθηκε στη Μήθυμνα (Μόλυβο) της Λέσβου το 1951 και απεβίωσε στη Μυτιλήνη στις 21 Ιουλίου 2018, ύστερα από άνιση μάχη με τον καρκίνο.
Μετά τη sold out συναυλία στο Λυκαβηττό, τα αγαπημένα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου ταξιδεύουν στη Θεσσαλονίκη. Την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου στη Μονή Λαζαριστών