Για έναν άλλο σπουδαίο Ερμουπολίτη ο λόγος στο παρόν άρθρο. Γιάννης Μαρίνος, το όνομα αυτού. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο πνευματικός άνθρωπος, ο ενεργός πολίτης. Ο επί τρεις και πλέον δεκαετίες διευθυντής του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» (Απρίλιος 1965 – Σεπτέμβριος 1996).
Ο Γιάννης Μαρίνος γιόρτασε προχθές, στις 20 Ιουλίου, τα γενέθλιά του (έκλεισε αισίως τα 96). Θεωρήσαμε το γεγονός αυτό μια καλή αφορμή για να τιμήσουμε το αειθαλές πνεύμα του, την επαγγελματική διαδρομή του, την ανεκτίμητη προσφορά του στον ΔΟΛ και στην ελληνική δημοσιογραφία.
Κατά την προσφιλή μας συνήθεια, ανατρέξαμε στο Αρχείο του Οργανισμού μας. Εκεί, σε ένα από τα αναρίθμητα τεύχη του «Οικονομικού», εντοπίσαμε όσα θα διαβάσετε κατωτέρω.
Πρόκειται για την απάντηση που είχε δώσει ο Κριτόβουλος (ψευδώνυμο του Γιάννη Μαρίνου) σε τρεις δασκάλους, αναγνώστες του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», που του είχαν στείλει επιστολές την ίδια περίοδο —το φθινόπωρο του 1981— και για το ίδιο ζήτημα.
Οι δάσκαλοι αυτοί, ο πρώτος από το Λασίθι, ο δεύτερος από την Αθήνα και ο τελευταίος από τη Βέροια, διαμαρτύρονταν έντονα για προηγηθέν σχόλιο του Μαρίνου που αφορούσε τον κλάδο των δασκάλων και είχε δημοσιευτεί στον «Οικονομικό» της 22ας Οκτωβρίου 1981 (δηλαδή, αμέσως μετά την περίφημη Αλλαγή και την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία).
Ιδού, λοιπόν, όσα είχε γράψει ως απάντηση-τοποθέτηση ο Κριτόβουλος στο τεύχος του «Οικονομικού» που είχε κυκλοφορήσει στις 26 Νοεμβρίου 1981:
Η χαρά μου είναι μεγάλη. Όχι γιατί τρεις τουλάχιστον δάσκαλοι διαβάζουν «Οικονομικό Ταχυδρόμο». Αλλά γιατί διαψεύσθηκε τόσο πανηγυρικά ο φόβος μου πως οι δάσκαλοι δεν διαβάζουν γενικά. Δεν ξέρω ποιος είναι ο κανόνας και ποια η εξαίρεση. Αλλά κι αν ισχύει το δεύτερο, ελπίζω να είναι η αναλογία τέτοια που να διατηρηθεί και να αποδώσει σαν υγιής μαγιά σε μια εποχή που η εκπαίδευση ελπίζεται ότι θα τοποθετηθεί και πάλι στο ψηλό βάθρο που της αρμόζει.
Δεν είχα βέβαια οποιαδήποτε πρόθεση να θίξω και να υποτιμήσω τους δασκάλους (σ.σ. στο επίμαχο σχόλιό του εννοεί, αυτό που προκάλεσε την αντίδραση των συγκεκριμένων δασκάλων). Ο κ. Τσιπρόπουλος (σ.σ. ο δάσκαλος – μαθηματικός από τη Βέροια) άλλωστε το αναγνωρίζει στην επιστολή του. Παρακαλούσα, επιδίωκα τη διάψευση. Για να βεβαιωθώ πως οι δάσκαλοι που εγώ γνωρίζω δεν είναι αυτό που υπάρχει γενικά. Και δεν μπορούσα να έχω και τις προθέσεις που μου αποδίδουν οι δύο άλλοι ευγενέστατοι πάντως και φιλικοί επιστολογράφοι. Για τον απλούστατο λόγο ότι και οι δυο μου παππούδες υπήρξαν δάσκαλοι. Και στον έναν απ’ αυτούς και τις διδαχές του ανατρέχουν οι ρίζες της υπερβολικής καμμιά φορά μαχητικότητάς μου απέναντι στους ηθικούς συμβιβασμούς, στις σκοπιμότητες που κρύβουν την αλήθεια, στην απάτη και το ψεύδος.
Και μια που τώρα μου δίνεται η καλή ευκαιρία, θα κάνω με πολλή χαρά αυτό που μου ζητά ο κ. Κ. Χρυσός (σ.σ. ο δάσκαλος από το Λασίθι).
Η γνώμη μου λοιπόν είναι πως η νέα κυβέρνηση, που υπόσχεται βαθειά αλλαγή και στον τομέα της παιδείας, θα πρέπει να προσέξει πάνω απ’ όλα τη στοιχειώδη εκπαίδευση. Μολονότι στο επίκεντρο των συζητήσεων και της επικαιρότητας βρίσκονται διαρκώς τα πανεπιστήμια και οι φοιτητές, νομίζω πως το βάρος της προσπάθειας πρέπει να ξεκινήσει κυρίως στο Δημοτικό Σχολείο. Γιατί από τους δασκάλους και κατά δεύτερο λόγο από τους καθηγητές της Μέσης και ελάχιστα της Ανώτερης Εκπαίδευσης εξαρτάται η ποιότητα, το ήθος και η βασική συγκρότηση των νέων γενεών. Είναι —χωρίς υπερβολή— οι δεύτεροι γονείς μας. Και καμμιά φορά ο ρόλος τους είναι ακόμα πιο σημαντικός και από των γονέων. Γιατί συχνά λόγω ορφάνιας των παιδιών, αγραμματοσύνης, κακού χαρακτήρα και άλλων αδυναμιών των γονέων πέφτει στους ώμους των δασκάλων ντε φάκτο η υποχρέωση και ανάγκη να καλύψουν το σχετικό κενό. Η στοιχειώδης παιδεία είναι η βάση. Οι άλλες βαθμίδες στηρίζονται πάνω της. Κι αν η βάση είναι σαθρή, τότε τίποτα το καλό και στέρεο δεν μπορεί να στηρίξει πάνω της η Μέση και Ανώτερη Εκπαίδευση.
Ο δάσκαλος επί έξη χρόνια έχει στα χέρια του τα παιδιά, τους δίνει τις πρώτες γνώσεις και κατευθύνσεις και ασκεί τεράστια επιρροή στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους. Κι όμως ο δάσκαλος ελάχιστα ακούεται. Κι ακόμα λιγότερο προσέχεται από την πολιτική αλλά και από την πνευματική ηγεσία. Στην ατελή και αρπακτική κοινωνία μας, όπου ο ισχυρός υπερισχύει, οι δάσκαλοι έχουν αφεθεί στο περιθώριο και αντιμετωπίζονται από το κράτος αλλά και από τους πολίτες με συγκατάβαση, αν δεν αγνοούνται. (Αλήθεια, είχε κανένα κόμμα ανάμεσα στους υποψήφιους βουλευτές του κανένα δάσκαλο;)
Αυτή η αγνόηση της σημασίας της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως δημιουργεί αναπόφευκτα τον φαύλο κύκλο. Αφού ούτε οικονομικά ούτε κοινωνικά ικανοποιείται η τάξη τους, είναι φυσικό να την επανδρώνουν σε ευρεία έκταση νέοι που δεν έχουν τον κατάλληλο εξοπλισμό για να συνεχίσουν στην Ανώτατη Παιδεία. Και σχεδόν μόνο η ύπαιθρος μάς δίνει ακόμα άξιο σε ευφυΐα, εργατικότητα και ήθος ανθρώπινο δυναμικό για την επάνδρωση του διδασκαλικού προσωπικού. Προσοχή. Δεν κρίνω. Διαπιστώνω. Με πόνο ψυχής.
Γι’ αυτό πιστεύω —και δεν είναι η πρώτη φορά που το γράφει και η στήλη μου αλλά και ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος»— πως οι δάσκαλοι ορθά διεκδικούν την ανάδειξη των Διδασκαλικών Ακαδημιών σε Πανεπιστημιακού Επιπέδου (σ.σ. όπερ και εγένετο τελικά το 1982, με το νόμο 1268 για τη δομή και λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων). Κατά τη δική μου γνώμη οι δάσκαλοι θα έπρεπε να είναι συγκροτημένοι επιστημονικά όσο και οι καθηγητές της Μέσης Εκπαιδεύσεως. Αλλά επί πλέον θα έπρεπε να διαλέγονται ανάμεσα στους καλύτερους με μετρήσεις του δείκτη νοημοσύνης τους, γιατί εκτός από δάσκαλοι είναι και παιδαγωγοί. Κυρίως παιδαγωγοί. Αν μπορούσε μάλιστα να μετρηθεί και η έφεσή τους, η αγάπη τους για την ανατροφή και καθοδήγηση παιδιών, κι αυτό θα έπρεπε να ενταχθεί στα κριτήρια επιλογής.
Φυσικά, για να εξασφαλίσεις τους καλύτερους χρειάζονται κίνητρα. Και —μην πλανώμεθα— χωρίς γενναία αύξηση των αποδοχών τους δεν μπορούν ούτε να προσελκυσθούν οι καλύτεροι, ούτε να πάψουν να θεωρούνται κοινωνικά υποδεέστερη τάξη στο χώρο των εκπαιδευτικών.
Βέβαια, μια τέτοια ριζική βελτίωση συνεπάγεται πρόσθετες δαπάνες που δεν είναι εύκολο να χρηματοδοτηθούν. Αλλά πιστεύω πως με μια ορθολογικότερη γεωγραφική κατανομή των σχολείων και αριθμητική εξισορρόπηση των παιδιών που αναλογούν στον καθένα, θα μπορούσε ακόμα και να περιορισθεί ο αριθμός των δασκάλων, προκειμένου να βελτιωθεί ο μισθός των υπολοίπων.
Εν πάση περιπτώσει, αναγέννηση της παιδείας χωρίς ποιοτική βελτίωση και οικονομική ενίσχυση των φορέων της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως δεν μπορεί να υπάρξει.
Αντιλαμβάνομαι, φυσικά, πως και η αλλαγή και βελτίωση στην παραγωγικότητα των δασκάλων δεν είναι δυνατόν να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται χρόνος. Αλλά χρειάζεται και ενθουσιασμός. Κι αυτόν μπορεί να τον εξασφαλίσει η νέα κυβέρνηση ακόμα και χωρίς πολλές οικονομικές θυσίες. Αρκεί ίσως σε πρώτη φάση να αποδώσει τη σημασία και εκτίμηση που αρμόζει στην κορυφαία —για μας— βαθμίδα της εκπαιδεύσεως, που είναι η στοιχειώδης (επιστήμονας μπορεί να γίνει κανείς και χωρίς να διδαχθεί σε πανεπιστήμιο, να μάθει όμως σωστά τα πρώτα γράμματα και τις πράξεις της αριθμητικής χωρίς δάσκαλο είναι σχεδόν αδύνατο). Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν πολλοί δάσκαλοι που θα δέχονταν, ακόμα και με θυσίες, αυτόν τον ηγετικό ρόλο, που ντε φάκτο τούς ανήκει. Και εν τω μεταξύ, η πανεπιστημιοποίηση της μορφώσεώς τους και η βαθμιαία εξίσωσή τους με τους άλλους ομοιοβάθμους τους δημοσίους υπαλλήλους, παράλληλα με τον εξοπλισμό τους με κατάλληλα βιβλία, προγράμματα και οδηγίες, θα εξασφαλίσουν την ολοκλήρωση του στόχου αυτού, που για μας —επιμένουμε— είναι πρώτης προτεραιότητας.
Μετά τη sold out συναυλία στο Λυκαβηττό, τα αγαπημένα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου ταξιδεύουν στη Θεσσαλονίκη. Την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου στη Μονή Λαζαριστών