Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026
weather-icon 34o
Περικλής Οικονόμου: Η μάχη της Κύπρου χάθηκε ανεπιστρεπτί κατά τη διάρκεια του «Αττίλα I»

Περικλής Οικονόμου: Η μάχη της Κύπρου χάθηκε ανεπιστρεπτί κατά τη διάρκεια του «Αττίλα I»

Έτσι μόνο θα μπορούσε να κερδηθεί η μάχη της Κύπρου

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

Άλλη μια μαύρη επέτειος για σύμπαντα τον ελληνισμό —Κυπρίους, Ελλαδίτες και Έλληνες της διασποράς— η σημερινή. Πενήντα δύο πλέον τα έτη που έχουν παρέλθει από την τουρκική εισβολή στη Μεγαλόνησο (20 Ιουλίου 1974). Βάρος ασήκωτο, στην καρδιά και στη συνείδησή μας, ο διαβόητος «Αττίλας», οι ηρωικώς —και επί ματαίω— πεσόντες, οι αγνοούμενοι αλλά ποτέ λησμονημένοι, ο εθνικός ακρωτηριασμός, τα Κατεχόμενα.

Θέλοντας άλλη μια φορά να συμβάλουμε, από το βήμα που μας δίδεται, στη διαμόρφωση μιας όσο το δυνατόν πιο ορθής αξιολογικής κρίσεως για τα διαδραματισθέντα στην Κύπρο το καλοκαίρι του ’74, μακριά από κάθε λογής ασυναρτησίες και πατριδορητορικά σχήματα, επιλέξαμε από το Ιστορικό Αρχείο μας ένα άρθρο που είχε δημοσιευτεί στο «Βήμα» την Κυριακή 30 Οκτωβρίου 1988.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 30.10.1988, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Συντάκτης του κειμένου αυτού, που έφερε τον τίτλο «Η άμυνα της Κύπρου το 1974», ήταν ένας άριστος γνώστης τών τότε στρατιωτικών ισορροπιών, των ειδικότερων συνθηκών που επέφεραν την αποκαλούμενη Κυπριακή Τραγωδία, αλλά και του Κυπριακού εν γένει. Το όνομά του: Περικλής Οικονόμου, τότε αντιπτέραρχος ε.α., Επίτιμος Αρχηγός ΓΕΑ (είχε διατελέσει Αρχηγός ΓΕΑ από τον Ιανουάριο του 1975 έως τον Ιανουάριο του 1978).


Ο Περικλής Οικονόμου

Τον καιρό της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο ο εκλιπών πλέον (από το έτος 2023) Οικονόμου υπηρετούσε ως Διοικητής της 28ης Τακτικής Αεροπορικής Δύναμης (ΤΑΔ, νυν ΑΤΑ).


Μαζί με τον αείμνηστο Ευάγγελο Αβέρωφ – Τοσίτσα

Ιδού η μαρτυρία —έγκυρη και αποκαλυπτική— που είχε καταθέσει ο αείμνηστος αχαιός πτέραρχος ε.α.:


Πρόθεσίς μου είναι να παρουσιάσω πληροφορίες και στοιχεία, κατά τον πιο απλό σωστό τρόπο, που τα περισσότερα είναι ήδη γνωστά ακόμη και στους μη ειδικούς, εκθέτοντάς τα όμως με βάση την απλή λογική και επεξηγώντας όπου κρίνεται αναγκαίο. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, ο αναγνώστης θα βοηθηθεί να γνωρίσει την αλήθεια για τη δυνατότητα αμύνης της Κύπρου την περίοδο του «Αττίλα II».

Έχοντας ασχοληθεί για αρκετά χρόνια με το Κυπριακό πρόβλημα, θεώρησα υποχρέωσή μου να συμβάλω με αυτόν τον τρόπο στην αναζήτηση της αλήθειας, η οποία τον τελευταίο καιρό κακοποιείται, είτε από άγνοια είτε και σκοπιμότητα.


Πριν προχωρήσω, θα ήθελα, για να μη νομίσει ο αναγνώστης ότι θα περιπλανηθεί σε αναλύσεις σχεδίων και ελιγμών, να γνωρίζει ότι το αμυντικό πρόβλημα της Κύπρου είναι στην ουσία του ένα κλασικό πρόβλημα αμύνης ενός μεγάλου μεγέθους νησιού, που αναφέρεται στα σχετικά εγχειρίδια τακτικής και διδάσκεται με παραλλαγές στα ειδικά, για το αντικείμενο, σχολεία, με τη μορφή πολεμικού παιγνιδιού. Και επομένως, με βάση αυτό το πλαίσιο σε γενικές γραμμές θα εξετασθεί το θέμα.

Κατά τη σχεδίαση κάθε πολεμικής επιχειρήσεως, μικράς ή μεγάλης εκτάσεως, μία ουσιώδης εργασία είναι η σύγκριση των αντιπάλων δυνάμεων. Κατ’ αυτήν, οι δυνάμεις συγκρίνονται κυρίως από απόψεως όγκου, οπλικών συστημάτων ή όπλων, μέσων υποστηρίξεως και οργανώσεως. Στην περίπτωση όμως των τουρκικών με τις κυπριακές δεν υπήρχε καν λόγος συγκρίσεως. Οι τουρκικές όχι μόνον υπερτερούσαν σε υπερθετικό βαθμό των διαθεσίμων και δυναμένων να διατεθούν στον κυπριακό χώρο ελληνοκυπριακών και ελληνικών δυνάμεων, αλλά θύμιζαν μελαγχολικά τον Γολιάθ με τον Δαυίδ της Παλαιάς Διαθήκης.


Παρά ταύτα, το πρόβλημα της Τουρκίας, προκειμένου να καταλάβει την Κύπρο, λόγω μη υπάρξεως εδαφικής συνέχειας, ήταν σημαντικό και συνίστατο στο πώς θα μεταφέρει τον απαιτούμενο όγκο δυνάμεων στο κυπριακό έδαφος.

Αντίθετα, το πρόβλημα αμύνης της Κύπρου ήταν πώς θα αποτρέψει τη μεταφορά των δυνάμεων αυτών στο έδαφός της. Διότι άπαξ και κατόρθωνε η πρώτη να τις μεταφέρει, η μάχη στη συνέχεια ήταν χαμένη εκ των προτέρων. Και τούτο διότι, όπως όλα τα στρατιωτικά εγχειρίδια τακτικής βεβαιώνουν, καμία γραμμή αμύνης δεν είναι δυνατόν να ανθέξει σε επίθεση δυνάμεων τριπλασίων των αμυνομένων.


Η τουρκική επιχείρηση μεταφοράς, εν προκειμένω, λόγω του μεγέθους των απαιτουμένων δυνάμεων, θα έπρεπε να λάβει τη μορφή ναυτικής αποβατικής ενεργείας, ενισχυομένης και από μικρά τμήματα αερομεταφερομένων στρατευμάτων.

Μία όμως αποβατική ενέργεια-επιχείρηση είναι αρκετά δύσκολη και αμφιβόλου επιτυχίας, γιατί απαιτεί υψηλό βαθμό εκπαιδεύσεως και άριστο συγχρονισμό και συντονισμό, ενώ ταυτόχρονα είναι εξαιρετικά τρωτή, από τη στιγμή που οι δυνάμεις θα προσεγγίσουν την ακτή αποβάσεως μέχρις ότου εγκατασταθούν σταθερά επ’ αυτής ή εγκαταστήσουν το εγγύς προγεφύρωμα, όπως λέγεται στη στρατιωτική ορολογία.


Στην εκμετάλλευση αυτής της αδυναμίας ή της τρωτότητας, αν θέλετε, όπως ήταν φυσικό, στηριζόταν και η άμυνα της Κύπρου. Οι αποβατικές δυνάμεις έπρεπε να καταστραφούν ή κατ’ ελάχιστον να εξουδετερωθούν όταν ευρίσκοντο ακόμη στη θάλασσα και οπωσδήποτε πριν αγκιστρωθούν σταθερά στις ακτές του κυπριακού εδάφους. Επάνω σε αυτήν την ιδέα ενεργείας είχε περιστραφεί για αρκετά χρόνια η προσπάθεια αμυντικής οργανώσεως της Μεγαλονήσου.

Στην περιοχή αποβάσεως (θάλασσα και στεριά) θα έπρεπε να συγκεντρωθεί όλη η προσπάθεια των διατεθειμένων δυνάμεων και από τους τρεις κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων, ελληνοκυπριακών και ελληνικών. Έτσι μόνο θα μπορούσε να κερδηθεί η μάχη της Κύπρου.


Άπαξ όμως και ο αντικειμενικός αυτός σκοπός δεν επετεύχθη κατά την εισβολή του Ιουλίου του 1974, για πολλούς λόγους, οι οποίοι δεν είναι αντικείμενο εξετάσεως του παρόντος αλλά άλλης εν ευθέτω χρόνω αναλύσεως, και οι τουρκικές αποβατικές δυνάμεις κατόρθωσαν να εγκαταστήσουν όχι μόνο μεγάλης εκτάσεως προγεφύρωμα στο κυπριακό έδαφος, καταλαμβάνοντας το βόρειο τμήμα της Κύπρου, αλλά να συνδεθούν και με τον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας, η στρατιωτική κατάσταση άλλαξε ριζικά και ανεπανόρθωτα σε βάρος των αμυνομένων· αναλυτικότερα:

Η Τουρκία απέκτησε πλέον τη δυνατότητα να μεταφέρει στο κυπριακό έδαφος μέσω του λιμανιού της Κερύνειας ή των ακτών της Βόρειας Κύπρου, και οποιαδήποτε ώρα του 24ώρου, όσες δυνάμεις έκρινε αναγκαίες, ενισχυμένες με βαριά άρματα και βαρύ πυροβολικό, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει για την ολοκλήρωση των σχεδίων της.


Η τουρκική αεροπορία, με την επέκταση του συστήματος αεροπορικού ελέγχου στο έδαφος της Κύπρου (ραντάρ, επικοινωνίες κ.λπ.), απέκτησε αυξημένη ικανότητα υποστηρίξεως των δυνάμεων επιφανείας (στρατός – ναυτικό) και ταυτόχρονα τη δυνατότητα να κυριαρχήσει αποτελεσματικά στον κυπριακό εναέριο χώρο.

Επίσης, το τουρκικό ναυτικό και η αεροπορία από κοινού ενεργούντα απέκτησαν τη δυνατότητα πλέον ουσιαστικής απομονώσεως της Κύπρου από θαλάσσης. Στο σημείο αυτό να διευκρινίσουμε ότι στον κυπριακό χώρο τα τουρκικά επιθετικά αεροσκάφη (βομβαρδιστικά) δρούσαν άνευ αντιπάλου, καθ’ όσον τα δικά μας αεροσκάφη αναχαιτίσεως (καταδιωκτικά) δεν ήταν δυνατόν ούτε να προσεγγίσουν, λόγω περιορισμένης ακτίνας δράσεως.


Αντίθετα, η βοήθεια που ήταν δυνατόν να προσφερθεί στις αμυνόμενες ελληνοκυπριακές δυνάμεις, από πλευράς ελληνικής αεροπορίας, έφθασε να είναι μηδαμινή και αμελητέα. Τούτο διότι το είδος των αεροπορικών αποστολών που είχαν ανάγκη σε αυτήν τη φάση του αγώνος οι αμυνόμενοι («Αττίλας II») ήταν κυρίως αποστολές εγγύς αεροπορικής υποστηρίξεως (υποστηρίξεως των μαχομένων στρατιωτικών τμημάτων στην πρώτη γραμμή) και κατά δεύτερο λόγο απομονώσεως του πεδίου της μάχης (προσβολές εχθρικών συγκεντρώσεων, γεφυρών κ.λπ. εις τα μετόπισθεν). Και οι δύο όμως αυτές αποστολές είναι χρονοβόρες και απαιτούν πτήση των αεροσκαφών επ’ αρκετόν πάνω από τον στόχο. Χρόνο που δεν διέθεταν τα αεροσκάφη, λόγω της μεγάλης αποστάσεως από τις βάσεις εξορμήσεώς τους.


Οι μόνοι στόχοι τους οποίους ήταν δυνατόν να προσβάλει η αεροπορία ήταν σταθεροί στόχοι (στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ογκώδη οχυρωματικά έργα κ.λπ.), και αυτούς όχι με αρκετή επιτυχία, διότι απαιτούσαν μεγάλο όγκο πυρός, που δεν υπήρχε. Και τούτο με την προϋπόθεση ότι τα αεροσκάφη μας θα διέλαθαν της προσοχής ή θα ξέφευγαν την καταδίωξη των εχθρικών αεροσκαφών αναχαιτίσεως, τα οποία και ήλεγχαν την περιοχή.


Η περίπτωση συνοδείας των επιθετικών αεροσκαφών από αεροσκάφη αναχαιτίσεως, όπως επέβαλλε η ορθόδοξη τακτική, δεν ήταν δυνατόν ούτε να συζητηθεί, λόγω της μικράς ακτίνας δράσεως των δευτέρων.

Επίσης, και από πλευράς στρατιωτικής (δυνάμεων ξηράς) καμία ουσιαστική βοήθεια δεν ήταν δυνατόν να παρασχεθεί, διότι έστω και αν η Ελλάδα απεφάσιζε να στείλει ενισχύσεις, αυτές είτε δεν θα έφθαναν ποτέ, λόγω της συντριπτικής υπεροχής των τουρκικών αεροναυτικών δυνάμεων στον κυπριακό χώρο, είτε θα έδιναν την αφορμή στην Τουρκία να καταλάβει ολόκληρη την Κύπρο, επικαλούμενη την ασφάλεια των στρατευμάτων της, είτε ακόμη θα εθυσιάζοντο συνολικώς, χωρίς να μπορέσουν να προσφέρουν τίποτε το θετικό. Εδώ να θυμηθούμε ότι στη μία μεραρχία που πιθανόν να απέστελλε η Ελλάδα, η Τουρκία θα μπορούσε να αντιπαρατάξει πολλαπλάσιες, λόγω της εγγύτητος και κυρίως λόγω του προγεφυρώματος.


Τέλος, η βοήθεια που θα μπορούσε να προσφέρει το ελληνικό ναυτικό ήταν και αυτή ελάχιστη και περιοριζόταν κυρίως στην παρακώλυση με υποβρύχια των γραμμών ανεφοδιασμού μεταξύ Αλεξανδρέττας, Μερσίνης και Βορείου Κύπρου.

Δεν υπήρχαν πλέον στρατιωτικά διλήμματα ή περιθώρια στρατιωτικών ελιγμών, η κατάσταση εξελισσόταν νομοτελειακά.


Η Κύπρος ευρίσκετο στο έλεος του «Αττίλα» και τίποτα δεν ήταν δυνατόν να την σώσει. Η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκε εξ ολοκλήρου στον αντίπαλο. Αυτός θα απεφάσιζε τον χρόνο και την έκταση του επόμενου εγχειρήματος, συνεκτιμώντας, μαζί με τους άλλους παράγοντες, και τον διεθνή αντίκτυπο που θα προκαλούσε.


Στο σημείο αυτό θεωρείται αναγκαίο να επισημανθεί ότι δεν είχε ουσιώδη επίπτωση στην επιτυχία του «Αττίλα II» το γεγονός ότι η επίθεση ξεκίνησε μετά διάστημα 20 ημερών από τον τερματισμό του «Αττίλα I». Θα μπορούσε να είχε γίνει πολύ νωρίτερα, σε διάστημα ημερών, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η επιτυχία της επιχειρήσεως, δεδομένου ότι η Τουρκία είχε ήδη εξασφαλίσει το εκτεταμένο προγεφύρωμα στη Βόρεια Κύπρο και συνεπώς τη δυνατότητα να μεταφέρει τον απαιτούμενο όγκο δυνάμεων. Απλώς, με την προσφερθείσα από τη χούντα εκεχειρία, της δόθηκε ο χρόνος να σταθεροποιήσει τα κεκτημένα και να οργανώσει καλύτερα και με μεγαλύτερη άνεση την επιχείρηση του «Αττίλα II».


Μετά λοιπόν όλα τα παραπάνω εκτεθέντα, νομίζω ότι αβίαστα βγαίνει το συμπέρασμα πως η μάχη της Κύπρου χάθηκε ανεπιστρεπτί κατά τη διάρκεια του «Αττίλα I», και συγκεκριμένα από τη στιγμή που οι τουρκικές δυνάμεις σταθεροποίησαν το προγεφύρωμα, το οποίο τους έδινε τη δυνατότητα να αποβιβάζουν κατά βούλησιν δυνάμεις. Και τίποτα δεν ήταν δυνατόν να ανατρέψει τη δημιουργηθείσα κατάσταση και να σώσει τη δύσμοιρη Μεγαλόνησο στη συνέχεια. Ο «Αττίλας II» ήταν, από στρατιωτικής πλευράς, επακόλουθο και δυναμική συνέχεια του «Αττίλα I», που ούτε η Κύπρος ούτε η Ελλάδα ήταν σε θέση να αναχαιτίσουν.


Και αυτό το συμπέρασμα βγήκε αυτόκλητο, παρά το γεγονός ότι η εξέταση περιορίσθηκε αυστηρά στη σύγκριση και τακτική των αντιμαχομένων δυνάμεων, χωρίς να ληφθούν υπόψη και άλλοι λίαν σοβαροί και δυσμενείς παράγοντες, όπως το χαμηλό ηθικό και η αποδιοργάνωση των αμυνομένων στην Κύπρο, που ακολούθησε μετά τον «Αττίλα I», καθώς επίσης και η κρισιμότης της καταστάσεως που υπήρχε στην Ελλάδα, με τη δικτατορία δίδουσα τη μάχη των οπισθοφυλακών και τη νεοπαγή δημοκρατία προσπαθούσα να στηριχθεί στα αδύναμα πόδια της.


Και αν υπάρχει κανείς που να υποστηρίζει ότι η Κύπρος ήταν ακόμη αρκετά ισχυρή μετά τον «Αττίλα I», ώστε να παρέχεται η δυνατότητα, με κάποιου είδους βοήθεια, αντιστροφής της καταστάσεως ή τουλάχιστον περιορισμού των Τούρκων στα κατακτηθέντα, η απάντηση είναι ότι: Όταν είναι κανείς δυνατός, δεν επιζητεί εκεχειρία, που είναι μαθηματικά βέβαιο, όπως στην περίπτωση της συγκεκριμένης αποβατικής επιχειρήσεως, ότι θα λειτουργήσει υπέρ του αντιπάλου. Αλλά συγκεντρώνει τις δυνάμεις του και αντεπιτίθεται ρίχνοντας τον εχθρό στη θάλασσα, δίνοντάς του έτσι την ευκαιρία να επιστρέψει από εκεί που ήλθε.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
0 /50
0 /2000

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Προσθήκη του in.gr στην Google

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026
Cookies