Στα τέλη του Σεπτέμβρη (σ.σ. του 1944) μας ήρθε το μήνυμα πως ο στρατηγός Φέλμυ (σ.σ. ο τελευταίος γερμανός στρατιωτικός διοικητής Αθηνών πριν από την Απελευθέρωση) ήθελε να διαβιβάσει προτάσεις για την παράδοση της περιοχής των Αθηνών. Το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής μάς δίνει την άδεια ν’ ακούσουμε και να διαβιβάσουμε τις προτάσεις. Η συνάντηση ορίστηκε στις 4 το απόγευμα στο σπίτι του Χρήστου Ζαλοκώστα, στην οδόν Αμερικής. Ο Χρήστος Ζαλοκώστας, σύνδεσμος της Επιτροπής Απελευθερώσεως, ήξερε καλά τα γερμανικά. Αλλά ο όρος της επαφής με τον εχθρό ήταν αρκετά περίεργος. Μας ειδοποίησαν πως αν τυχόν γνωσθεί η συνάντηση, τότε θα είχαμε εκτελεσθεί κι οι δυο από τους Γερμανούς. Έπρεπε, οπωσδήποτε, να κρατηθεί μυστική η επικοινωνία μας, αλλιώς την ίδια μέρα θα μας είχαν στήσει μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ο μακαρίτης στρατηγός Σπηλιωτόπουλος και ο Φίλιππος Μανουηλίδης επέμειναν ν’ αρνηθώ τη συνάντηση.
— Γιατί να πέσεις στου λύκου το στόμα την τελευταία στιγμή;
Τους είπα πως αδιαφορώ. Οι Γερμανοί ζητάνε τρόπο να ξεγλιστρήσουν. Δεν μπορούν να έχουν τη δύναμη να εκτελέσουν την παραμονή της φυγής τους έναν εκπρόσωπο της Κυβερνήσεως στην Ελλάδα και του Συμμαχικού Στρατηγείου στην Αθήνα.
Πήγα σπίτι μου. Ο αδελφός μου μόλις γύρισε απ’ το παράνομο τυπογραφείο όπου τυπωνότανε το ημερήσιο αντιστασιακό φύλλο, τα «Καθημερινά Νέα». Ήταν ο μόνος φυσικά που έπρεπε να μάθει τη συνάντηση. Το κατάλαβε άλλωστε, γιατί είχα ζητήσει να μου δανείσει το κοστούμι του. Το δικό μου ήταν πολύ παλιό, κι ήθελα να εκπροσωπήσω την Ελλάδα μ’ ένα σκούρο κοστούμι, κάπως καλύτερο, κι ας μην ήταν ολότελα στα μέτρα μου. Του είπα αδιάφορα πως είχα μια κάποια συνάντηση για την παράδοση της Αθήνας. Κι όταν ζήτησε άλλες πληροφορίες, του αρνήθηκα.
Μόλις έφευγα, έβγαλα το ρολόι μου και του το έδωσα. Μου το χάρισε ο πατέρας, όταν έφευγα από την Κύπρο για την Αθήνα. Πάρ’ το, του είπα.
Αρνήθηκε.
— Γιατί;
— Να, έτσι, κράτησέ το εσύ.
Με κοίταξε στα μάτια έτοιμος να μπήξει τα κλάματα. Εγώ έσκυψα το κεφάλι μου, άνοιξα την πόρτα και χύθηκα στο δρόμο.
Το σπίτι του Ζαλοκώστα, στην οδόν Αμερικής, ήταν ένα από τα τηλεφωνικά κέντρα του γερμανικού στρατού. Έτσι, όταν μπήκα στην είσοδο της πολυκατοικίας, απάντησα πολλούς Γερμανούς που με κοιτούσανε επίμονα. Ένας απ’ αυτούς με ρώτησε. Πού πας; Του έδωσα την απάντηση. Στο τέταρτο πάτωμα.
Ανέβηκα και καθίσαμε στο σαλόνι, περιμένοντας τον Γερμανό. Έφθασε με καθυστέρηση δυο-τριών λεπτών. Ήταν ψηλός, γεροδεμένος, με κόκκινο πληθωρικό πρόσωπο. Ένας αυθεντικός Πρώσος.
Τα ελληνικά του ήτανε θαυμάσια. Αργότερα έμαθα πως πριν απ’ τον πόλεμο ζούσε στην Ελλάδα, δούλευε στη Γερμανική Αρχαιολογική Σχολή και ακόμη πως ήτανε παντρεμένος με Ελληνίδα, μ’ ένα από τα πιο γνωστά ονόματα της πατρίδας μας. Κι αυτός ο γαμπρός ενός μεγάλου ελληνικού ονόματος ήταν ο εκπρόσωπος του χιτλερισμού στον τόπο μας. Τον Ζαλοκώστα φαινόταν να τον γνωρίζει από πριν. Εμένα με κοίταξε παραξενεμένος.
— Σας κυνηγάμε εδώ και έξι μήνες καθημερινά, μου είπε, αλλά δεν μπορέσαμε ποτέ να υποψιαστούμε πως εσείς, που πηγαίνατε κάθε πρωί στα γραφεία της εφημερίδας όπου δουλεύατε, και κυκλοφορούσατε χωρίς καμιά προφύλαξη, είσαστε ο Λεωνής της Τριμελούς Επιτροπής της Ελληνικής Κυβερνήσεως και του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής.
Να διηγηθώ τη συνομιλία μας με κάθε λεπτομέρεια, είναι δύσκολο. Όμως θα προσπαθήσω ν’ αποδώσω το πνεύμα της. Ζήτησε αρχικά να πληροφορηθεί αν είχα εξουσιοδότηση από το Στρατηγείο να συναντηθώ μαζί του και να καταστρώσουμε τη συμφωνία. Του αποκρίθηκα πως ήρθα μοναχά ν’ ακούσω προτάσεις και να τις διαβιβάσω.
— Εγώ, μου είπε, είμαι εξουσιοδοτημένος να διαπραγματευθώ.
— Τότε, του αποκρίθηκα, η συζήτησή μας τελείωσε. Εγώ έχω εξουσιοδοτηθεί να διαβιβάσω απλώς τις προτάσεις της συνθηκολόγησής σας.
Προσπάθησε στην αρχή να κρατήσει το επίσημο ύφος του, με την απότομη απάντησή μου όμως ο γιγαντόσωμος Γερμανός έπεσε. Τον κοίταξα κατάματα. Πικραμένος, όσο ποτέ στη ζωή μου, περήφανος, όσο δεν δοκίμασα ποτέ στη ζωή μου. Εκπροσωπούσα ένα λαό νικητή. Πένθη, δάκρυα, δόξα και τιμή. Τον είδα να σωριάζεται και να συνεχίζει σε απολογητικό τόνο έναν ύμνο για την Ελλάδα.
— Εμείς οι Γερμανοί, είπε, δεν έχουμε τίποτε με τον τόπο σας. Άλλοι μας ανάγκασαν να ’ρθούμε εδώ. Κι η αλήθεια είναι πως έχετε υποφέρει πολλά από τους Ιταλούς, τους Βουλγάρους κι εμάς. Αλλά σταθήκατε όρθιοι και πολεμήσατε με την καρδιά σας παντού. Οι Γερμανοί πρώτα σας αγαπούσαν, σήμερα είναι υποχρεωμένοι να σας θαυμάζουν.
Άκουα με τον Ζαλοκώστα από τον ξένο τον ύμνο του τόπου μου κι αναγάλλιαζε η ψυχή μου. Τότε άρχισε να μας μιλάει για τη δράση του ΕΛΑΣ. Πως οι αντάρτες έχουν παραβεί τους νόμους του πολέμου, κι η φωνή του αγρίευε, όλο πάθος.
— Ο λαός μας, του λέω απότομα, δεν περιμένει από τους ξένους να κρίνουν την Αντίστασή μας. Αν έγιναν ή όχι λάθη, είναι δική μας υπόθεση κι είμαστε όλοι περήφανοι για την προσφορά μας. Είσαστε οι μόνοι που δεν έχετε το δικαίωμα να την κρίνετε!
Ξανακάθισε, κι αφού έμεινε συλλογισμένος δυο-τρία λεπτά, ξανάρχισε με τόνο συζητητικό. Άρχισε να μας διατυπώνει τις προτάσεις του. Ο στρατηγός Φέλμυ θέλει να φύγει, χωρίς να βλάψει την Αθήνα και τον Πειραιά. Ζητεί όμως αντάλλαγμα την υπόσχεση του Στρατηγείου να διατάξει τον ΕΛΑΣ και τις εθνικιστικές οργανώσεις ν’ αναστείλουν τις επιθέσεις στην περιοχή Αττικής. Στην περίπτωση αυτή, το συγκρότημα των Αθηνών θα παρέμενε με την ύπαιθρό του ανέπαφο. Μπορούσε, φυσικά, να διενεργηθεί απόβαση στον Πειραιά ή όπου οι Σύμμαχοι θα ήθελαν. Ανάμεσα όμως στη συμμαχική εμπροσθοφυλακή και στη δική τους οπισθοφυλακή έπρεπε να υπάρχει απόσταση τρεις ώρες. Στα αναμεταξύ, την τάξη θα την τηρούσαν τα όργανα της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας. Οι Γερμανοί προσφέρονταν μάλιστα να μας παραδώσουν οπλισμό. Επιχειρήσεις δεν θα γίνουν μέσα και γύρω στην Αθήνα.
— Αν το τολμήσετε, η Αθήνα και ο Πειραιάς θα μεταβληθούν σε ερείπια. Μην ξεχνάτε πως τώρα τελευταία τουφεκίζουμε εκατό εκατό μαζί τους ανθρώπους σας!
Μας κοιτάζει πλημμυρισμένος από μίσος. Παίζει το τελευταίο χαρτί του εκβιασμού του.
— Ίσως σκοτωθούν μερικοί Γερμανοί αν μας χτυπήσετε, είπε σχεδόν κραυγάζοντας, αλλά τα θύματα του λαού σας θα μετρηθούν σε χιλιάδες. Ένας Γερμανός νεκρός και θα χαθεί η περιοχή ολόκληρη.
Και υψώνοντας τον τόνο, κραύγασε:
— Από σας εξαρτάται να σωθεί η πρωτεύουσα ή όχι. Για ό,τι θα συμβεί απ’ εδώ κι ύστερα εσείς θα έχετε την ευθύνη. Εμείς είμαστε αποφασισμένοι για όλα.
Είναι βέβαια αδύνατο να αναπλασθεί μια συνομιλία, έχουν περάσει από τότε τόσα χρόνια. Το μόνο που θυμάμαι είναι πως είχα βαθιά τη συνείδηση πως με τη δική μου φωνή αποκρινόταν η Ιστορία, οι χιλιάδες τα θύματα όλων των πολέμων, μικροί, μεγάλοι, παιδιά, γέροι, όσοι πόνεσαν και σκοτώθηκαν για μας. Θα μου επιτρέψετε να διαθέσω μια σχετική παράγραφο από το βιβλίο του Χρήστου Ζαλοκώστα Το χρονικό της σκλαβιάς, εκεί γράφει ακριβώς τι του απήντησα:
— Ο πόλεμος εκρίθηκε πια. Η υποχώρησή σας μας ενδιαφέρει μόνον επειδή μας γλυτώνει από μια βάρβαρη Κατοχή όμοια της οποίας δεν γνώρισε η χώρα. Αιτία της Κατοχής αυτής είναι η Γερμανία, γιατί χωρίς τη δύναμή σας ποτέ δεν θα πατούσαν τα χώματά μας Ιταλοί και Βούλγαροι. Τα ερείπια που σκεπάζουν τον τόπο είναι μαρτυρία της αγάπης μας για την ελευθερία. Τελειώνει τον πόλεμο η Ελλάδα μισοπεθαμένη, όμως πολύ περήφανη για το ρόλο που έπαιξε για χάρη της Ευρώπης. Ενώ εσείς, οι Γερμανοί, αντί να φύγετε με μια καλή πράξη που θα ανύψωνε τ’ όνομά σας, διατυπώνετε απειλές ότι θα σφάξετε και θα καταστρέψετε. Δεν σας δίδαξε η πείρα πως από φοβέρες δεν ταράζεται ο λαός μας παρά πεισμώνει χειρότερα; Είναι τόση η θέληση κάθε Έλληνα να σας διώξει, ώστε οι εσωτερικές μας αντιθέσεις θα σβήσουν μπροστά σ’ αυτό το γεγονός. Μην υπολογίζετε στη διαίρεση του λαού για να φύγετε ήσυχοι.
Ερώτησε με κάποια ειρωνεία αν ήμουνα σίγουρος πως μετά την αποχώρησή τους δεν θα διαιρεθεί ο λαός μας και δεν θα ξεσπάσει ανάμεσά μας ο εμφύλιος σπαραγμός.
— Ή θα πειθαρχήσετε τους αντάρτες σας ή θα κάψουμε την Αθήνα, μας είπε.
Του αποκρίθηκα ήρεμος:
— Λέτε ότι θα κάψετε την πρωτεύουσα. Κι εμείς σας απαντούμε πως τούτο θα είναι ο μεγαλύτερος ιστορικός τίτλος της. Η Αθήνα δεν υστέρησε σε θύματα απέναντι της υπαίθρου. Εάν καταστραφεί, θα βεβαιώσει το ρόλο της σαν βωμός όχι πια της ελληνικής αλλά της παγκόσμιας ελευθερίας. Αλλά δεν θα τολμήσετε να την καταστρέψετε πρώτα γιατί δεν μπορείτε και ύστερα γιατί κάθε κάτοικος να ξέρετε πως θα σας εμποδίσει.
Σταύρωσα τα χέρια μου και τον κοιτούσα κι άρχισα να του αραδιάζω το μεγαλοφυές αλλά πλαστό σχέδιο των Συμμάχων για την Αθήνα. Τρεις μήνες προπαγάνδιζα στην Αθήνα, με τον παράνομο Τύπο που είχα υπό την καθοδήγηση και την ευθύνη μου, πως ο συμμαχικός στόλος θα καταπλεύσει στην Αθήνα. Πως οι μεραρχίες των Συμμάχων θ’ αποβιβασθούν στην Αττική και πως ο ουρανός μας θα πλημμυρίσει από αεροπλάνα.
Ήξερα πολύ καλά πως τίποτε, απολύτως τίποτε δεν επρόκειτο να συμβεί. Ούτε καράβια ούτε στρατός ούτε αεροπλάνα.
— Έχουμε κιόλας, του λέω, οργανώσει τους χώρους υποδοχής. Κάθε στιγμή η απόβαση είναι δυνατή. Και θα σας ζώσουν οι Σύμμαχοι, τα ελληνικά στρατεύματα και ο λαός από παντού. Και δεν θα γλιτώσει ούτε ένας Γερμανός από την οργή μας. Συμφέρον σας είναι ν’ αποχωρήσετε χωρίς άλλες καταστροφές και θύματα. Όσο πιο πολύ βλάψετε τον τόπο μας τόσο λιγότεροι θα γλιτώσετε.
Σηκώθηκα όρθιος και του είπα σε τόνο επίσημο, με φωνή που έμοιαζε ακονισμένη από την οργή:
— Σε προειδοποιώ εκ μέρους της Κυβερνήσεως της Ελλάδος και του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής πως θα εκμηδενισθείτε, αν τυχόν επιχειρήσετε ν’ ανατινάξετε το φράγμα του Μαραθώνα, το εργοστάσιο Αγίου Γεωργίου στο Κερατσίνι και το λιμάνι του Πειραιά.
Η συζήτησή μας πήρε τέλος. Έφυγε με το τεράστιο κορμί του κουλουριασμένο, φέροντας μαζί του την καταισχύνη και την ήττα.
Κοιταχτήκαμε με τον Χρήστο Ζαλοκώστα, τον παλιό συνεργάτη και φίλο, κι ήταν το χαμόγελό μας πικρό. Στα μάτια και των δυο μας έπαιζε η ανησυχία. Εκείνος έπρεπε να μείνει σπίτι, εγώ να φύγω.
— Γεια σου, του είπα, κι άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλοπάτια.
Ήμουνα σχεδόν σίγουρος πως εκεί στο τελευταίο σκαλοπάτι θα είχα ακούσει μια γερμανική φωνή να με προστάζει. Κι ύστερα να με οδηγούν στο γερμανικό στρατόπεδο όμηρον. Σκέφτηκα πως καλά έκανα κι άφησα το ρολόι στον αδελφό μου. Με κοίταξαν ακριβώς όπως την πρώτη φορά οι Γερμανοί. Πέρασα μπροστά τους ήσυχος και βγήκα στον δρόμο.
Ήξερα πως η Αθήνα είχε σωθεί από την καταστροφική μανία των Γερμανών. Η συνάντησή μας πέτυχε το στόχο. Ο πανικός της φυγής άρχισε από το ίδιο βράδυ, όπως μας ειδοποίησαν τα 350 πόστα, που είχαμε οργανώσει στην Αθήνα και το λεκανοπέδιο της Αττικής.
Τα ανωτέρω, τα σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για την παράδοση της Αθήνας από τους Γερμανούς το φθινόπωρο του 1944, συνιστούν την προσωπική, συγκλονιστική μαρτυρία του Λουκή Ακρίτα (1908/1909-1965).
Ο Λουκής Ακρίτας
Ο ελληνοκύπριος λογοτέχνης, δημοσιογράφος και πολιτικός υπήρξε μέλος (το ένα από τα τρία) της επιτροπής που, εξ ονόματος της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης του Καΐρου και του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής, έλαβε μέρος στις εν λόγω κρίσιμες διαπραγματεύσεις. Η γλαφυρή και συνάμα δραματική εξιστόρηση των γεγονότων από τον Ακρίτα πρωτοακούστηκε σε ραδιοφωνική εκπομπή του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) και πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ραδιοπρόγραμμα τον Οκτώβριο του 1964 (τεύχος 97).
Ο Χρήστος Ζαλοκώστας (1896-1975), λογοτέχνης, ιστορικός και πολιτικός με καταγωγή από το Συρράκο της Ηπείρου, γεννήθηκε, έζησε και απεβίωσε στην Αθήνα.
Ο Χρήστος Ζαλοκώστας
Το πιο γνωστό έργο του είναι «Το χρονικό της σκλαβιάς», που θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά ημερολόγια της Κατοχής.
Το παρόν άρθρο αφιερώνεται στη μνήμη της Λέλας Καραγιάννη, η οποία εκτελέστηκε από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής μαζί με δεκάδες άλλους αγωνιστές της Αντίστασης στο άλσος Χαϊδαρίου, κοντά στη μονή Δαφνίου, στις 8 Σεπτεμβρίου 1944, έναν περίπου μήνα πριν αποτινάξει η Αθήνα το βαρύ ζυγό του κατακτητή (12 Οκτωβρίου 1944).
Η Λέλα Καραγιάννη, που είχε γεννηθεί στη Λίμνη Ευβοίας στις 24 Ιουνίου 1898 (κατά την επικρατέστερη τουλάχιστον εκδοχή), διήγαγε τα περισσότερα έτη του σύντομου βίου της στην Αθήνα. Παντρεύτηκε τον έμπορο φαρμακευτικών – αρωματικών προϊόντων Νικόλαο Καραγιάννη και απέκτησε μαζί του επτά παιδιά.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής η Καραγιάννη έλαβε μέρος στο αντιστασιακό κίνημα, ιδρύοντας και χρηματοδοτώντας ήδη από το 1941 την αντιναζιστική οργάνωση «Μπουμπουλίνα».
Ως αρχηγείο της αντιστασιακής οργάνωσης χρησιμοποιήθηκε η οικία της οικογένειάς της, ιστορικό διατηρητέο μνημείο της Αθήνας, κοντά στην πλατεία Αμερικής.
Η απόκρυψη, η περίθαλψη και η φυγάδευση εγκλωβισθέντων στρατιωτών των Συμμάχων στη Μέση Ανατολή, η πρόκληση καταστροφών σε υλικά μέσα ή εγκαταστάσεις του εχθρού, καθώς και η παροχή πληροφοριών αναφορικά με τα σχέδια και τις κινήσεις του αντιπάλου στο Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, ήταν οι τομείς στους οποίους δραστηριοποιήθηκαν η Καραγιάννη και τα μέλη της οργάνωσής της, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν τα πέντε μεγαλύτερα παιδιά της.
Τον Ιούλιο του 1944 η Λέλα Καραγιάννη και πέντε από τα παιδιά της συνελήφθησαν από τους γκεσταπίτες.
Η Λιμνιώτισσα με το απαράμιλλο θάρρος και τον άδολο πατριωτισμό υποβλήθηκε αρχικά σε φρικτά βασανιστήρια στα διαβόητα κρατητήρια της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν και μεταφέρθηκε ακολούθως στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου.
Η Λέλα Καραγιάννη τιμήθηκε μετά θάνατον από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο Αρετής και Αυτοθυσίας.
Το σκίτσο που συνοδεύει το παρόν άρθρο προέρχεται από το φύλλο των «Νέων» που είχε κυκλοφορήσει την Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 1976. Στη λεζάντα διαβάζουμε: «Η αγωνίστρια Λέλα Καραγιάννη μαζί με άλλους 71 πατριώτες έπεφτε κάτω απ’ τα βόλια του γερμανικού εκτελεστικού αποσπάσματος».