Νεκροί επειδή ήταν αυτιστικοί – Όταν ο μισαναπηρισμός οπλίζει την αστυνομία
Η τραγωδία στο Άργος με την απώλεια του Θοδωρή ή η σοκαριστική εκτέλεση του 17χρονου αυτιστικού Βίκτορ Πέρεζ στο Άινταχο των ΗΠΑ δεν είναι συμπτώματα μιας «κακιάς στιγμής»
Ο Θοδωρής, αυτιστικός, ετών 20, είναι νεκρός. Ο Θοδωρής, αυτιστικός, ετών 20, πέθανε όταν σφαίρα από όπλο αστυνομικού της ΟΠΚΕ, καρφώθηκε στο κρανίο του και προκάλεσε αρχικά το βαρύτατο τραυματισμό του και λίγα 24ωρα αργότερα το θάνατό του -μια άδικη απώλεια που υπενθυμίζει όλα όσα είναι λάθος.
Στη δημόσια σφαίρα, αναρτώνται πανό, γίνονται βιτριολικές μισαναπηρικές τοποθετήσεις, και ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης παραδέχθηκε, έστω και καθυστερημένα, ότι οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί δεν ενήργησαν σωστά λέγοντας: «Η Αστυνομία έχει ως αποστολή να συλλαμβάνει τους δολοφόνους, όχι να σκοτώνει παιδιά. Εδώ οι αστυνομικοί δεν λειτούργησαν σωστά. Υπερέβαλαν και χάθηκε μια ανθρώπινη ζωή».
Ο θάνατος του Θοδωρή βέβαια δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό, συνεχίζοντας μια σειρά από αιματηρές αποδείξεις ενός παγκόσμιου, θεσμικού μισαναπηρισμού που μετράει νεκρούς από το Άργος στο Αιντάχο, το Βανκούβερ ή τη Βρετανία.
Όταν οι κρατικοί μηχανισμοί και τα σώματα ασφαλείας αντιμετωπίζουν τη νευροδιαφορετικότητα και την αναπηρία με όρους φόβου, καταστολής και εγκληματικής άγνοιας, η ανάγκη για φροντίδα μετατρέπεται σε θανατική καταδίκη σημειώνει το NBC News σε εκτενές ρεπορτάζ με αφορμή έναν άλλον «Θοδωρή», τον 17χρονο αυτιστικό Βίκτορ Πέρεζ.
12 δευτερόλεπτα θανάτου
Είναι μια αλήθεια με την οποία ζουν οι οικογένειες αναπήρων και αυτιστικών ατόμων. Υπάρχει ένας διαρκής τρόμος πως, ίσωςμ η κραυγή τους για βοήθεια απαντηθεί με σφαίρες, βία και θάνατο. Ό,τι συνέβη με τον αυτιστικό, μη λεκτικό έφηβο Βίκτορ Πέρεζ που πυροβολήθηκε επανειλημμένα από την αστυνομία του Άινταχο.
Σε μόλις 12 δευτερόλεπτα οι αστυνομικοί άδειασαν εννέα σφαίρες στον 17χρονο Πέρεζ, ο οποίος είχε και εγκεφαλική παράλυση.
Όλα ξεκίνησαν όταν η αστυνομία της πόλης Ποκατέλο, στη νοτιοδυτική πολιτεία του Άινταχο, ανταποκρίθηκε σε κλήση στο 911 που ανέφερε πως ένας φαινομενικά μεθυσμένος άνδρας με μαχαίρι κυνηγούσε κάποιον σε μια αυλή.
Αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για τον Πέρεζ, ο οποίος δεν ήταν μεθυσμένος, αλλά περπατούσε με ασταθή βηματισμό λόγω της αναπηρίας του. Τα μέλη της οικογένειάς του προσπαθούσαν να του πάρουν ένα μεγάλο μαχαίρι κουζίνας.
Βίντεο από κάτοικο της περιοχής έδειξε τον Πέρεζ να είναι ξαπλωμένος στην αυλή αφού είχε πέσει κάτω, όταν έφτασαν τέσσερις αστυνομικοί και έτρεξαν προς τον φράχτη στην άκρη της αυλής. Του φώναξαν αμέσως να ρίξει το μαχαίρι, αλλά εκείνος σηκώθηκε και άρχισε να παραπατά προς το μέρος τους.
Οι αστυνομικοί άνοιξαν πυρ εναντίον του χωρίς να προηγήθηκε κάποια προσπάθεια αποκλιμάκωσης της κατάστασης. Οι πυροβολισμοί προκάλεσαν οργή στην οικογένεια του Πέρεζ και στους κατοίκους του Ποκατέλο. Οργανώθηκε αγρυπνία για το πρωί του Σαββάτου έξω από το νοσοκομείο του Ποκατέλο όπου νοσηλευόταν ο έφηβος αυτιστικός πριν καταλήξει.
«Η οικογένεια ήθελε από την αστυνομία να βοηθήσει τον γιο της, όχι να τον σκοτώσει» είπε ο Τζον Μπούρις, δικηγόρος της οικογένειας Πέρεζ
«Όλοι προσπαθούσαν να πουν στους αστυνομικούς, όχι, όχι», είπε η θεία του Άνα Βάσκες στο Associated Press. «Αυτοί οι τέσσερις αστυνομικοί δεν ενδιαφέρθηκαν. Δεν ρώτησαν τι συμβαίνει, ποια είναι η κατάσταση. Πώς θα μπορούσε να πηδήξει τον φράχτη όταν μετά βίας μπορούσε να περπατήσει;» πρόσθεσε.
Οι αστυνομικοί τέθηκαν σε διαθεσιμότητα με διοικητική άδεια.
Ο δήμαρχος του Ποκατέλο, Μπράιαν Μπλαντ, δήλωσε μετά την ανακοίνωση της οικογένειας ότι ο Πέρεζ δεν είχε εγκεφαλική δραστηριότητα, ότι οι σκέψεις και οι προσευχές των αξιωματούχων είναι με την οικογένεια. «Αναγνωρίζουμε τον πόνο και τη θλίψη που έχει προκαλέσει αυτό το περιστατικό στην κοινότητά μας», είπε ο Μπλαντ.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα του Άινταχο ανακοίνωσε ότι δεν θα ασκηθούν ποινικές διώξεις κατά των αστυνομικών. Πραγματογνώμονας στη χρήση βίας που προσέλαβε η πολιτεία έκρινε ότι «οποιοσδήποτε λογικός αστυνομικός θα θεωρούσε τον Πέρεζ ως άμεση απειλή θανάτου ή σοβαρού τραυματισμού».
Μετά την ανακοίνωση η οικογένεια του Πέρεζ κατέθεσε αστική αγωγή για άδικο θάνατο κατά του Αστυνομικού Τμήματος του Ποκατέλο. Η οικογένεια υποστηρίζει ότι οι αστυνομικοί παραβίασαν τον Νόμο για τους Αμερικανούς με Αναπηρία (ADA), δεν έκαναν καμία προσπάθεια αποκλιμάκωσης και δεν διέτρεχαν πραγματικό κίνδυνο πίσω από τον φράχτη, καθώς ο Πέρεζ δεν μπορούσε να κινηθεί εύκολα.
Ολέθριο μοτίβο
Η συστηματική βία που υφίστανται τα ανάπηρα άτομα παγκοσμίως κατά την επαφή τους με τα σώματα ασφαλείας έχει απασχολήσει ακαδημαϊκούς και ερευνητικές ομάδες ενώ το ακτιβιστικό κίνημα αναπήρων επιβεβαιώνει πώς η έλλειψη εξειδικευμένης κρατικής πρόνοιας και η απουσία ουσιαστικής εκπαίδευσης οπλίζουν το χέρι της εξουσίας απέναντι σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους που βρίσκονται σε κρίση.
Αυτά τα εγκλήματα δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά ή προσωπικές αστοχίες· αντίθετα, συνιστούν τα συμπτώματα μιας βαθιάς ριζωμένης συστημικής παθογένειας που διαπερνά τη λειτουργία των κρατικών μηχανισμών και των σωμάτων ασφαλείας παγκοσμίως.
Η απόλυτη αδυναμία των αρχών να κατανοήσουν, να επικοινωνήσουν και να προστατεύσουν τα ανάπηρα και νευροδιαφορετικά άτομα μετατρέπει τις δυνάμεις επιβολής του νόμου σε θύτες, αντί για προστάτες.
Στρέφοντας το βλέμμα στη διεθνή πραγματικότητα, γίνεται σαφές ότι η έλλειψη θεσμικής πρόνοιας και η βία απέναντι στη διαφορετικότητα αποτελούν μια παγκόσμια, θανατηφόρα σταθερά με αυτιστικούς να καταλήγουν νεκροί από αυτούς που υποτίθεται ότι θα διαχειρίζονταν την κρίση τους.
Στην Καλιφόρνια, τον Μάρτιο του 2024, ο δεκαπεντάχρονος Ράιαν Γκέινερ έχασε τη ζωή του από πυρά αναπληρωτή σερίφη, όταν κατά τη διάρκεια κρίσης κινήθηκε προς το μέρος του κρατώντας ένα μακρύ εργαλείο κηπουρικής, με τις αρχές να ανταποκρίνονται σε κλήση για φθορές ιδιοκτησίας και επίθεση σε μέλη της οικογένειάς του.
Στο Βανκούβερ του Καναδά, ο δεκαπεντάχρονος Τσέις ντε Μπαλινχάρντ, ο οποίος επίσης βρισκόταν στο φάσμα του αυτισμού, πυροβολήθηκε θανάσιμα από αστυνομικούς που ανταποκρίθηκαν σε κλήση για ένα ένοπλο άτομο σε κατάσταση αμόκ, με τις αρχές να διαπιστώνουν εκ των υστέρων ότι το «όπλο» που κρατούσε το παιδί ήταν ένα απλό αεροβόλο με σφαιρίδια.
Το 2020, στη Λουιζιάνα, ο δεκαεξάχρονος Έρικ Πάρσα υπέστη κρίση σε ένα εμπορικό κέντρο και οι αστυνομικοί που έσπευσαν στο σημείο τον καθήλωσαν μπρούμυτα στο σκληρό οδόστρωμα του πάρκινγκ για εννέα ολόκληρα λεπτά. Ένας αστυνομικός κάθισε πάνω του για επτά λεπτά ενώ άλλοι επτά τον περιόριζαν και τον έδεσαν με με χειροπέδες, προκαλώντας του θανάσιμη ασφυξία.
Την ίδια χρονιά, στο Σολτ Λέικ Σίτι, ο δεκατριάχρονος Λίντεν Κάμερον επέζησε από θαύμα έχοντας δεχθεί πολλαπλούς πυροβολισμούς από αστυνομικό, αφού η ίδια του η μητέρα είχε καλέσει το 911 ζητώντας ρητά μια εξειδικευμένη ομάδα διαχείρισης κρίσεων (Crisis Intervention Team) για να βοηθήσει τον γιο της να ηρεμήσει και να μεταφερθεί για θεραπεία.
Στη Βρετανία η τραγική υπόθεση του Mzee Mohammed-Daley, ενός 18χρονου νεαρού με διάγνωση αυτισμού και προβλήματα ψυχικής υγείας στο Λίβερπουλ, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αστυνομικής βίας.
Τον Ιούλιο του 2016, ο Mzee έπαθε μια έντονη κρίση παράνοιας και άγχους μέσα σε ένα εμπορικό κέντρο, με τη μητέρα του να έχει ήδη καλέσει τις ιατρικές υπηρεσίες για βοήθεια. Αντί όμως για την απαραίτητη ιατρική μεσολάβηση, αστυνομικοί της Merseyside Police και προσωπικό ασφαλείας τον ακινητοποίησαν βίαια στο έδαφος.
Εφάρμοσαν σκληρές τεχνικές σωματικής καταστολής, με αποτέλεσμα ο νεαρός να χάσει τις αισθήσεις του κατά τη διάρκεια της βίαιης καθήλωσης και να αφήσει την τελευταία του πνοή. Η επίσημη δικαστική έρευνα που ακολούθησε εξέτασε σε βάθος τις ευθύνες της αστυνομίας για τον θάνατό του, αναδεικνύοντας ένα ευρύτερο, δομικό πρόβλημα.
Πιο πρόσφατα, τον Μάρτιο του 2026, ο 25χρονος Aλεξάντερ (Άλεξ) ΛαΜόριε, ένας νεαρός άνδρας στο φάσμα του αυτισμού, έπεσε νεκρός από πυρά αστυνομικών την 1η Μαρτίου 2026 στο Κολούμπια του Μέριλαντ των ΗΠΑ. Το τραγικό περιστατικό συνέβη έξω από το συγκρότημα κατοικιών Patuxent Commons, μια κοινότητα συμπεριληπτικής στέγασης για άτομα με αναπηρίες και αυτισμό, όπου ο ΛαΜόριε είχε μετακομίσει μόλις τρεις ημέρες νωρίτερα.
Η τραγωδία ξεκίνησε όταν το ίδιο το θύμα κάλεσε τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, καθώς είχε πέσει θύμα διαδικτυακής απάτης και εκβιασμού μέσω της εφαρμογής Telegram, εκφράζοντας έντονες τάσεις αυτοκτονίας λόγω της απελπισίας και της ντροπής που ένιωθε.
Αστυνομικοί του τμήματος του Χάουαρντ Κάουντι έφτασαν στο σημείο για έλεγχο ευημερίας (wellness check) και τον εντόπισαν στο πάρκινγκ να κρατά ένα μαχαίρι. Όπως κατέγραψαν οι κάμερες στολής των ενστόλων, του ζητήθηκε επανειλημμένα να ρίξει το όπλο, όμως εκείνος συνέχισε να βαδίζει προς το μέρος τους σε κατάσταση κρίσης, με αποτέλεσμα τρεις αστυνομικοί να ανοίξουν πυρ εναντίον του.
Η τεχνική υπηρεσία της αστυνομίας της Πολιτείας του Μέριλαντ συνέλεξε 12 κάλυκες από το σημείο, ενώ η ιατροδικαστική εξέταση επιβεβαίωσε ότι ο νεαρός επλήγη τουλάχιστον 9 φορές.
Πολύ πρόσφατα, στις 7 Ιουλίου 2026, ο Γενικός Εισαγγελέας του Μέριλαντ, Άντονι Μπράουν, ανακοίνωσε ότι δεν θα ασκηθούν ποινικές διώξεις εναντίον των τριών εμπλεκόμενων αστυνομικών. Η Ανεξάρτητη Μονάδα Ερευνών αποφάνθηκε ότι οι αστυνομικοί ενήργησαν νόμιμα βάσει της νομοθεσίας της πολιτείας, καθώς έκριναν ότι το μαχαίρι αποτελούσε άμεση απειλή για τη σωματική τους ακεραιότητα.
Καταδικαστική ασυμβατότητα
Η αποτυχία διαχείρισης επιβεβαιώνεται επιστημονικά από τις μελέτες του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και το εξειδικευμένο Autism Research Centre στη Βρετανία.
Έρευνες απέδειξαν ότι το βρετανικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και η αστυνομία αποτυγχάνουν παταγωδώς να προστατεύσουν και να χειριστούν σωστά τα αυτιστικά άτομα. Η παντελής έλλειψη εκπαίδευσης των αστυνομικών μετατρέπει τις καθημερινές αλληλεπιδράσεις σε περιστατικά ακραίου στρες, βίαιων καταστολών ή άδικων συλλήψεων.
Οι βασικές έρευνες του Κέμπριτζ, με επικεφαλής τον καθηγητή Σερ Σάιμον Μπάρον-Κόεν, έφεραν στο φως σοκαριστικά δεδομένα για τη συμπεριφορά των αρχών.
Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα είναι η πλήρης άγνοια της ευαλωτότητας των πολιτών. Παρόλο που ο βρετανικός νόμος ορίζει ξεκάθαρα ότι όλα τα αυτιστικά άτομα θεωρούνται εξ ορισμού «ευάλωτοι ενήλικες», μόνο το 52% των αστυνομικών τους αναγνώρισε ως τέτοιους κατά τη διάρκεια ελέγχων ή συλλήψεων.
Παράλληλα, καταγράφεται συστηματική άρνηση θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς στο 35% των περιπτώσεων η αστυνομία αρνήθηκε να καλέσει έναν εξειδικευμένο συνοδό-διαμεσολαβητή, παρόλο που γνώριζε επίσημα τη διάγνωση αυτισμού του ατόμου.
Η ρίζα της βίας κρύβεται συχνά στην παρερμηνεία της συμπεριφοράς από την πλευρά των ενστόλων. Οι αστυνομικοί τείνουν να μπερδεύουν τα τυπικά χαρακτηριστικά του αυτισμού, όπως την αποφυγή βλεμματικής επαφής, τις επαναλαμβανόμενες κινήσεις και τη δυσκολία στην ομιλία, μεταφράζοντάς τα λανθασμένα ως ύποπτη συμπεριφορά, επιθετικότητα ή ένδειξη ενοχής.
Αυτή η προκατάληψη οδηγεί σε μια δραματική υπερεκπροσώπηση στα κρατητήρια. Είναι ενδεικτικό ότι πρόσφατη έρευνα του Κέμπριτζ τον Δεκέμβριο του 2025 σε κρατητήρια του Λονδίνου έδειξε ότι 1 στους 20 συλληφθέντες έχει αδιάγνωστο αυτισμό, γεγονός που αποδεικνύει ότι η αστυνομία ποινικοποιεί καθημερινά συμπεριφορές που απλώς αδυνατεί να κατανοήσει.
«Οι αστυνομικοί ενδέχεται να μην καταλαβαίνουν τι λέει το αυτιστικό άτομο και το αυτιστικό άτομο μπορεί να μην είναι σε θέση να κατανοήσει τι λένε οι αστυνομικοί» επισημαίνει η Μελίσα Σρέκοβιτς, αναπληρώτρια καθηγήτρια εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν-Φλιντ, η οποία συμμετέχει στην εκπαίδευση αστυνομικών, στο NBC News.
Η ίδια τονίζει τη δομική ασυμβατότητα κατά την αλληλεπίδραση. «Σε πολλές περιπτώσεις η κατάσταση προσομοιάζει με δύο ανθρώπους που μιλούν εντελώς διαφορετικές γλώσσες» λέει.
Στατιστικά εκτεθειμένοι
Σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες, τα άτομα με αυτισμό και άλλες αναπτυξιακές αναπηρίες έχουν στατιστικά πολύ περισσότερες πιθανότητες να έρθουν σε επαφή με την αστυνομία σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.
Κατά τη διάρκεια αυτών των επαφών, τυπικές αυτιστικές συμπεριφορές —όπως οι ακούσιες κινήσεις, η έλλειψη βλεμματικής επαφής, η στερεοτυπική κίνηση ή η πλήρης αδυναμία ανταπόκρισης και συμμόρφωσης σε καταιγιστικές προφορικές εντολές— παρερμηνεύονται συστηματικά από τους αστυνομικούς ως ύποπτες, εχθρικές, φυγόδικες ή άμεσα απειλητικές.
Όταν η αστυνομική εκπαίδευση βασίζεται αποκλειστικά στην άμεση επιβολή και την εξουδετέρωση της απειλής, η νευροδιαφορετικότητα ποινικοποιείται και τιμωρείται με θάνατο.
Η σπαρακτική περίπτωση του 32χρονου Τζέικ Πόρτερ από το Ιλινόις αποτελεί μια διαφορετική, αλλά εξίσου συγκλονιστική πτυχή των μοιραίων συναντήσεων ατόμων με αυτισμό και αστυνομικών αρχών.
Ο Πόρτερ δεν έπεσε νεκρός από αστυνομικά πυρά. Έχασε τη ζωή του από αυτοτραυματισμό τον Ιούλιο του 2025, όταν ο ακραίος πανικός και η αισθητηριακή υπερφόρτωση που του προκάλεσε η περικύκλωση πάνοπλων αστυνομικών τον οδήγησαν στο απονενόητο διάβημα.
Όλα ξεκίνησαν από μια τραγική αλληλουχία παρεξηγήσεων. Ο Πόρτερ, ο οποίος βρισκόταν στο φάσμα του αυτισμού και έπασχε από σοβαρή αγχώδη διαταραχή, φορούσε μια προστατευτική μάσκα μέσα στο αυτοκίνητό του και έκανε μια απότομη αναστροφή, τρομάζοντας άθελά του δύο έφηβες που περπατούσαν στον δρόμο.
Θεωρώντας ότι πρόκειται για απόπειρα απαγωγής, ο πατέρας των κοριτσιών ακολούθησε το όχημα, εντόπισε ότι ο 32χρονος είχε μαζί του ένα όπλο —το οποίο μετέφερε αποκλειστικά λόγω των δικών του εντόνων φόβων για τον έξω κόσμο— και κάλεσε την αστυνομία.
Οι αρχές, δρώντας με βάση την αναφορά για ένοπλο ύποπτο απαγωγής, εντόπισαν τον Πόρτερ σε ένα πάρκινγκ. Τον περικύκλωσαν με προτεταμένα όπλα. Για ένα αυτιστικό άτομο σε κατάσταση έντονου στρες, η εικόνα σήμανε το απόλυτο αδιέξοδο.
Ανίκανος να διαχειριστεί την απειλή, ο Τζέικ Πόρτερ έστρεψε το όπλο στον εαυτό του και αυτοκτόνησε. Η οικογένειά του επέλεξε να μοιραστεί την ιστορία του για έναν κρίσιμο λόγο: να αναδείξει πώς το βαθύ, μη ορατό άγχος ενός νευροδιαφορετικού ανθρώπου μπορεί να παρερμηνευτεί ως εγκληματική απειλή και να οδηγήσει σε ακόμη έναν θάνατο που δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί.
Τι πρέπει να γίνει
Απέναντι σε αυτή την κρατική βία και ανεπάρκεια, το διεθνές ακτιβιστικό κίνημα των αναπήρων, με πρωτοστάτες οργανώσεις όπως το Δίκτυο Αυτοσυνηγορίας Αυτιστικών (Autistic Self Advocacy Network – ASAN) που διοικείται αποκλειστικά από αυτιστικά άτομα, διεξάγει έναν διαρκή αγώνα για την αποδόμηση του συστημικού μισαναπηρισμού.
Το κίνημα καταγγέλλει ότι τα σώματα ασφαλείας αντιμετωπίζουν την αναπηρία μέσα από το πρίσμα του φόβου και της επικινδυνότητας, ενώ η κοινωνία τείνει να δικαιολογεί τη βία, θεωρώντας τα ανάπηρα άτομα ως «βάρος».
Η Ζόι Γκρος, διευθύντρια συνηγορίας του ASAN, εξηγεί ότι ο θάνατος του Βίκτορ Πέρεζ εντάσσεται σε ένα πολύ ευρύτερο, βαθιά εμπεδωμένο μοτίβο όπου οι αστυνομικοί, έχοντας ελάχιστη έως μηδενική επίγνωση για τον αυτισμό, είναι εγκληματικά βιαστικοί και δρουν με όρους καταστολής.
Η Γκρος υπογραμμίζει παράλληλα τη διαθεματική διάσταση του προβλήματος, σημειώνοντας ότι οι φυλετικές προκαταλήψεις απέναντι σε μαύρους και λατινοαμερικανούς πολίτες (όπως ο Πέρεζ) περιπλέκονται με τον μισαναπηρισμό, εντείνοντας την επιθετικότητα και την ετοιμότητα των αστυνομικών να χρησιμοποιήσουν θανατηφόρα βία.
Το αναπηρικό κίνημα δεν ζητά απλώς περισσότερα σεμινάρια αστυνομικής εκπαίδευσης, καθώς η Κρίστιν Ροθ, επικεφαλής μάρκετινγκ του Autism Society of America, επισημαίνει ότι δεν υφίσταται κανένα ολοκληρωμένο ή ομοσπονδιακά θεσμοθετημένο πρόγραμμα εκπαίδευσης που να ξεπερνά τα βασικά στοιχεία μιας επιφανειακής ενημέρωσης για την αναπηρία.
Αντίθετα, οι ακτιβιστές και οι ειδικοί, όπως η Ρέιτσελ Άιζενμπεργκ, διευθύντρια για τα δικαιώματα και τη δικαιοσύνη στο Center for American Progress, απαιτούν ριζική αναδιάρθρωση των συστημάτων έκτακτης ανάγκης.
Η Άιζενμπεργκ, σχολιάζοντας το βίντεο της εκτέλεσης του Πέρεζ, εξέφρασε τον αποτροπιασμό της για την ταχύτητα με την οποία εξελίχθηκαν τα γεγονότα και την παντελή έλλειψη προσπάθειας αποσυμπίεσης της κατάστασης.
Το πάγιο αίτημα του κινήματος είναι η πλήρης αφαίρεση της αρμοδιότητας διαχείρισης κρίσεων ψυχικής υγείας και αναπηρίας από την αστυνομία και η μεταβίβασή της σε ειδικά εκπαιδευμένους, μη ένοπλους υγειονομικούς και κοινωνικούς λειτουργούς.
Όπως αποδείχθηκε περίτρανα σε κάθε ένα από τα παραπάνω ολέθρια περιστατικά, όταν οι αρχές απαντούν σε κραυγές βοήθειας με οπλισμένη κάννη, το αποτέλεσμα θα είναι πάντα καταδικαστικό για όσους δεν χωρούν στα πρότυπα μιας κανονικότητας που ορίζεται από άλλους για όλους μας.
Η δολοφονία κάθε Θοδωρή και όλα όσα την ακολουθούν, υπενθυμίζουν εκκωφαντικά πως ο μισαναπηρισμός έχει φωλιάσει παντού. Στη γλώσσα, τις κοινωνικές αναπαραστάσεις και δυναμικές, τις πολιτικές και τις πρακτικές τους δημιουργώντας ένα δίχτυ καθημερινής και θεσμικής βίας που προσομοιάζει με νεκροπολιτική.