Κυριακή 19 Ιουλίου 2026
weather-icon 33o
Πολιτιστικό μποϊκοτάζ: Τι διδάσκει το παράδειγμα του απαρτχάιντ για τη σημερινή συζήτηση γύρω από το Ισραήλ

Πολιτιστικό μποϊκοτάζ: Τι διδάσκει το παράδειγμα του απαρτχάιντ για τη σημερινή συζήτηση γύρω από το Ισραήλ

Με αφορμή τη διαμάχη για το μποϊκοτάζ του Ισραήλ, η Libération εξετάζει το παράδειγμα της Νότιας Αφρικής και τα όριά του σήμερα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τη δημιουργία του κινήματος Boycott, Divestment and Sanctions (BDS), η συζήτηση γύρω από το πολιτιστικό μποϊκοτάζ του Ισραήλ παραμένει ιδιαίτερα φορτισμένη. Με αφορμή τις αντιπαραθέσεις που έχουν αναζωπυρωθεί μετά το 2023, η γαλλική Libération στρέφει το βλέμμα στο ιστορικό προηγούμενο της Νότιας Αφρικής και εξετάζει πώς εφαρμόστηκε το πολιτιστικό μποϊκοτάζ κατά τη διάρκεια του απαρτχάιντ, αλλά και κατά πόσο μπορεί να συγκριθεί με τη σημερινή πραγματικότητα.

«Η ελευθερία μας δεν είναι ολοκληρωμένη χωρίς την ελευθερία των Παλαιστινίων»

Στο εκτενές δημοσίευμά της φιλοξενεί τη γνώμη της Καμίγ Μαρτινερί, αναπληρώτριας καθηγήτριας Αγγλικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Sorbonne Paris Nord και ειδικής στην ιστορία της Νότιας Αφρικής, η οποία επιχειρεί να εξηγήσει τι ακριβώς σήμαινε το πολιτιστικό μποϊκοτάζ εκείνης της περιόδου και γιατί η σύγκριση με τη σημερινή σύγκρουση Ισραήλ–Παλαιστίνης δεν είναι τόσο απλή όσο συχνά παρουσιάζεται.

Σύμφωνα με τη Libération, το πολιτιστικό μποϊκοτάζ δεν ήταν μια μεμονωμένη πρωτοβουλία, αλλά τμήμα της συνολικής στρατηγικής απομόνωσης του καθεστώτος του απαρτχάιντ που προωθούσε από την εξορία το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο (ANC). Στόχος ήταν, παράλληλα με τις οικονομικές κυρώσεις, τα εμπάργκο και τις διεθνείς πιέσεις, να ενισχυθεί η πολιτική και συμβολική απομόνωση της Νότιας Αφρικής.

Η Μαρτινερί επισημαίνει ότι ο όρος «πολιτιστικό μποϊκοτάζ» κάλυπτε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων. Ένας από τους τομείς όπου αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματικό ήταν το ράγκμπι, καθώς αποτελούσε βασικό στοιχείο της ταυτότητας των Αφρικάνερ και της λευκής κυβέρνησης της χώρας. Ωστόσο, το μποϊκοτάζ επεκτάθηκε γρήγορα και στον χώρο του θεάτρου, του κινηματογράφου και της μουσικής.

Ήδη από το 1963, κορυφαίοι θεατρικοί συγγραφείς, όπως ο Σάμιουελ Μπέκετ και ο Άρθουρ Μίλερ, αρνήθηκαν να παρουσιάσουν έργα τους σε φυλετικά διαχωρισμένα θέατρα της Νότιας Αφρικής. Έξι χρόνια αργότερα, στο μποϊκοτάζ συμμετείχαν και τα βρετανικά συνδικάτα του κινηματογράφου και της τηλεόρασης.

Το 1983, η Επιτροπή του ΟΗΕ κατά του Απαρτχάιντ δημοσίευσε κατάλογο καλλιτεχνών που είχαν παραβιάσει το μποϊκοτάζ εμφανιζόμενοι στη χώρα. Το 1987 δημιουργήθηκε το κίνημα United Artists Against Apartheid, στο οποίο συμμετείχαν προσωπικότητες όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Τζόναθαν Ντέμι, με στόχο να αποτραπεί η διανομή αμερικανικών ταινιών στη Νότια Αφρική. Περισσότεροι από 1.000 δημιουργοί υπέγραψαν τότε έκκληση προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν, ζητώντας να στηρίξει επίσημα το πολιτιστικό μποϊκοτάζ.

YouTube thumbnail

Οι καλλιτέχνες που βρέθηκαν στο στόχαστρο

Όπως επισημαίνει η Libération, το βάρος των κινητοποιήσεων δεν έπεφτε στους Νοτιοαφρικανούς καλλιτέχνες που δραστηριοποιούνταν στο εξωτερικό, αλλά κυρίως στους Ευρωπαίους και Αμερικανούς δημιουργούς που επέλεγαν να εμφανιστούν στη Νότια Αφρική, αψηφώντας τις εκκλήσεις του αντι-απαρτχάιντ κινήματος.

Εμβληματικές ήταν οι περιπτώσεις των Queen και της Σίρλεϊ Μπάσεϊ, οι οποίοι αγνόησαν το μποϊκοτάζ και εμφανίστηκαν στο Sun City, το πολυτελές θέρετρο που είχε εξελιχθεί στο πιο χαρακτηριστικό σύμβολο της πολιτιστικής «ρήξης» με το αντι-απαρτχάιντ κίνημα. Οι επιλογές τους προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, ενώ το ίδιο το Sun City έγινε αργότερα σημείο αναφοράς του τραγουδιού διαμαρτυρίας «I Ain’t Gonna Play Sun City».

Η Μαρτινερί σημειώνει ότι εκείνη την εποχή ελάχιστοι αντιμετώπιζαν το πολιτιστικό μποϊκοτάζ ως απειλή για την ελευθερία της έκφρασης. Για τους περισσότερους ακτιβιστές προείχε η αντιμετώπιση ενός καθεστώτος θεσμοθετημένου φυλετικού διαχωρισμού και το μποϊκοτάζ θεωρούνταν ένα ακόμη εργαλείο πολιτικής πίεσης.

Παρ’ όλα αυτά, δεν υπήρχε απόλυτη ομοφωνία. Στη δεκαετία του 1980, το ANC εγκατέλειψε την ιδέα του απόλυτου αποκλεισμού και υιοθέτησε μια πιο επιλεκτική πολιτική, επιτρέποντας σε ορισμένους καλλιτέχνες να εμφανίζονται στη Νότια Αφρική κατόπιν άδειας. Ωστόσο, όταν μουσικοί που είχαν ταχθεί δημόσια κατά του απαρτχάιντ, όπως ο Πολ Σάιμον και ο Τζόνι Κλεγκ, επέλεξαν να παραβιάσουν το μποϊκοτάζ, ξέσπασε μεγάλη αντιπαράθεση στον καλλιτεχνικό κόσμο.

Η ίδια εκτιμά ότι το πολιτιστικό μποϊκοτάζ δεν ήταν ο παράγοντας που οδήγησε στην πτώση του απαρτχάιντ. Αποτέλεσε όμως ένα σημαντικό, μη βίαιο μέσο πίεσης, μαζί με τον ένοπλο αγώνα, το εργατικό κίνημα και τη δράση της κοινωνίας των πολιτών. Επιπλέον, λειτούργησε ως ισχυρό ηθικό στήριγμα για τους εξόριστους ακτιβιστές αλλά και για όσους συνέχιζαν τον αγώνα μέσα στη Νότια Αφρική, καθώς τους έδινε την αίσθηση ότι η διεθνής υποστήριξη προς το κίνημά τους ενισχυόταν.

YouTube thumbnail

Γιατί η σύγκριση με το Ισραήλ είναι πιο σύνθετη

Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, η Libération θέτει το ερώτημα κατά πόσο η εμπειρία της Νότιας Αφρικής μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τη σημερινή συζήτηση γύρω από το Ισραήλ και την Παλαιστίνη.

Η Μαρτινερί υποστηρίζει ότι οι ιστορικές αναλογίες χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή. Υπενθυμίζει ότι η διεθνής εκστρατεία κατά του απαρτχάιντ διήρκεσε περισσότερες από τρεις δεκαετίες, ενώ η σημερινή δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στις εξελίξεις μετά το 2023, παρά το γεγονός ότι η ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση έχει πολύ βαθύτερες ιστορικές ρίζες.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι η στάση των δυτικών κρατών απέναντι στη Νότια Αφρική διαμορφωνόταν μέσα στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Ακόμη και όταν η Γαλλία υποστήριξε τις κυρώσεις στον ΟΗΕ, πολλές επιχειρήσεις συνέχισαν να δραστηριοποιούνται στη χώρα, γεγονός που δείχνει ότι η εφαρμογή των αποφάσεων δεν ήταν πάντοτε ενιαία.

Τέλος, η Μαρτινερί τονίζει ότι η Νότια Αφρική δεν κατέχει στη γαλλική συλλογική μνήμη την ίδια θέση με το Ισραήλ, καθώς η ευρωπαϊκή ιστορική εμπειρία παραμένει βαθιά επηρεασμένη από το Ολοκαύτωμα. Κατά την άποψή της, αυτή η διαφορετική ιστορική και συμβολική φόρτιση εξηγεί γιατί σήμερα οι αναλύσεις που προσεγγίζουν τη σύγκρουση μέσα από έννοιες όπως η αποικιοκρατία, η κατοχή και η καταπίεση προκαλούν πολύ μεγαλύτερες αντιδράσεις και αμφισβητούνται ευκολότερα από ό,τι συνέβη, εκ των υστέρων, με την καταδίκη του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική.

*Kεντρική Φωτογραφία: Ο πρώην πρόεδρος της Νότιας Αφρικής, Νέλσον Μαντέλα, χαιρετά με φιλί τον Παλαιστίνιο ηγέτη Γιάσερ Αραφάτ (δεξιά), μετά τη συνάντησή τους στην κατοικία του Μαντέλα στο Γιοχάνεσμπουργκ, την Πέμπτη 3 Αυγούστου 2000. Ο Αραφάτ ζήτησε από τον Μαντέλα να μεσολαβήσει στην ειρηνευτική διαδικασία μεταξύ των Παλαιστινίων και του Ισραήλ.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
0 /50
0 /2000

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Προσθήκη του in.gr στην Google

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026
Cookies