Οι τελευταίες δύο δεκαετίες υπήρξαν από τις πιο ταραχώδεις περιόδους στην ιστορία των αγορών συναλλάγματος. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η κρίση χρέους της Ευρωζώνης, η πανδημία Covid-19, η εκτίναξη του πληθωρισμού, οι αυξήσεις των επιτοκίων και οι γεωπολιτικές αναταράξεις αναδιαμόρφωσαν τις ισορροπίες στις διεθνείς αγορές.
Παρά τη διαχρονική μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών, ορισμένα νομίσματα κατάφεραν να ενισχύσουν σταθερά τη θέση τους, στηριζόμενα σε ισχυρά οικονομικά θεμελιώδη μεγέθη, χαμηλό πληθωρισμό, δημοσιονομική πειθαρχία ή την ευνοϊκή συγκυρία των αγορών εμπορευμάτων. Αντίθετα, άλλα υπέστησαν σημαντική υποτίμηση εξαιτίας δημοσιονομικών ανισορροπιών, υψηλού πληθωρισμού ή πολιτικής αστάθειας.
Η σχετική ισχύς των νομισμάτων παρακολουθείται συστηματικά από διεθνείς οργανισμούς όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), η Παγκόσμια Τράπεζα και η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS). Ένας από τους πλέον αξιόπιστους δείκτες είναι η Ευρεία Πραγματική Σταθμισμένη Συναλλαγματική Ισοτιμία (Broad Real Effective Exchange Rate – REER) της BIS, η οποία λαμβάνει υπόψη τόσο τον πληθωρισμό όσο και τη διάρθρωση του εμπορίου κάθε χώρας. Ο δείκτης έχει ως βάση το 2020 (=100): τιμές πάνω από το 100 υποδηλώνουν πραγματική ανατίμηση του νομίσματος, ενώ τιμές κάτω από το 100 πραγματική υποτίμηση.
Αδιαμφισβήτητος πρωταθλητής το ελβετικό φράγκο
Στην κορυφή των μακροπρόθεσμων επιδόσεων βρίσκεται το ελβετικό φράγκο (CHF). Θεωρούμενο εδώ και δεκαετίες το κατεξοχήν ασφαλές καταφύγιο των επενδυτών, έχει ενισχυθεί σημαντικά τόσο έναντι του δολαρίου όσο και έναντι του ευρώ.
Η πολιτική σταθερότητα της Ελβετίας, ο διαχρονικά χαμηλός πληθωρισμός, τα σταθερά πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και η θέση της χώρας ως κορυφαίου χρηματοπιστωτικού κέντρου έχουν διατηρήσει τη ζήτηση για το φράγκο σε υψηλά επίπεδα. Ακόμη και οι επανειλημμένες παρεμβάσεις της Ελβετικής Εθνικής Τράπεζας, όπως η σύνδεση του φράγκου με το ευρώ την περίοδο 2011-2015, δεν κατάφεραν να αναστρέψουν τη μακροπρόθεσμη ανοδική του πορεία.
Εξίσου εντυπωσιακή υπήρξε η πορεία του δολαρίου Σιγκαπούρης (SGD). Η Νομισματική Αρχή της Σιγκαπούρης ακολουθεί μια ιδιαίτερη στρατηγική, χρησιμοποιώντας τη συναλλαγματική ισοτιμία ως βασικό εργαλείο νομισματικής πολιτικής αντί των επιτοκίων. Η δημοσιονομική πειθαρχία, η ισχυρή εξαγωγική βάση και ο ρόλος της χώρας ως χρηματοπιστωτικού κόμβου στην Ασία συνέβαλαν στη σταθερή ανατίμηση του νομίσματος επί δύο δεκαετίες.
Τα νομίσματα των εμπορευμάτων
Σημαντικές επιδόσεις κατέγραψαν επίσης τα νομίσματα χωρών που επωφελήθηκαν από τον υπερκύκλο των εμπορευμάτων.
Η νορβηγική κορώνα (NOK) ενισχύθηκε χάρη στις υψηλές τιμές του πετρελαίου και στο μεγαλύτερο κρατικό επενδυτικό ταμείο παγκοσμίως, το οποίο δημιουργήθηκε από τα έσοδα των υδρογονανθράκων. Αν και μετά το 2014 η πτώση των τιμών του πετρελαίου περιόρισε τα κέρδη της, η μακροπρόθεσμη εικόνα παραμένει θετική.
Παρόμοια ήταν η διαδρομή του αυστραλιανού δολαρίου (AUD), το οποίο ευνοήθηκε από την εκρηκτική ζήτηση της Κίνας για σιδηρομετάλλευμα, άνθρακα και υγροποιημένο φυσικό αέριο. Στις αρχές της δεκαετίας του 2010 έφθασε ακόμη και να ξεπεράσει σε αξία το αμερικανικό δολάριο, πριν υποχωρήσει καθώς οι τιμές των πρώτων υλών ομαλοποιήθηκαν.
Το καναδικό δολάριο (CAD) ακολούθησε αντίστοιχη πορεία, υποστηριζόμενο από το σταθερό τραπεζικό σύστημα και τους άφθονους φυσικούς πόρους της χώρας, χωρίς όμως να διατηρήσει την ίδια δυναμική μετά την πτώση των τιμών της ενέργειας.
Η περίπτωση της Κίνας
Μεταξύ των αναδυόμενων οικονομιών ξεχωρίζει το κινεζικό γιουάν (CNY). Μετά την εγκατάλειψη της αυστηρής σύνδεσής του με το δολάριο το 2005, ανατιμήθηκε κατά περίπου 35% έως το 2014, αντανακλώντας τη ραγδαία ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η επιβράδυνση της ανάπτυξης, οι εκροές κεφαλαίων και οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν περιορίσει τη δυναμική του.
Στην Κεντρική Ευρώπη, η τσεχική κορώνα (CZK) και το πολωνικό ζλότι (PLN) κατέγραψαν επίσης αξιόλογες επιδόσεις, αντανακλώντας την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, την ένταξη στην ευρωπαϊκή οικονομία και τη σχετικά συνετή μακροοικονομική πολιτική.
Πραγματική ισχύς των κυριότερων νομισμάτων
Η εικόνα που προκύπτει από τον δείκτη REER της BIS είναι η εξής:
Νόμισμα
BIS Ευρεία REER
(2020=100)
Μεταβολή από το 2020
Ελβετικό φράγκο (CHF)
≈121
Πολύ ισχυρή ανατίμηση
Δολάριο Σιγκαπούρης (SGD)
≈118
Ισχυρή ανατίμηση
Δολάριο ΗΠΑ (USD)
107,3
Μέτρια ανατίμηση
Ευρώ (EUR)
≈105
Μέτρια ανατίμηση
Κινεζικό γιουάν (CNY)
≈104
Ελαφριά ανατίμηση
Ινδική ρουπία (INR)
≈103
Ελαφριά ανατίμηση
Νορβηγική κορώνα (NOK)
≈101
Σχεδόν σταθερό
Καναδικό δολάριο (CAD)
≈99
Ελαφριά υποτίμηση
Αυστραλιανό δολάριο (AUD)
≈97
Μέτρια υποτίμηση
Ιαπωνικό γεν (JPY)
≈76
Σημαντική υποτίμηση
Οι μεγαλύτεροι νικητές έναντι του δολαρίου
Εάν ως κριτήριο χρησιμοποιηθεί η ονομαστική μεταβολή έναντι του αμερικανικού δολαρίου σε ορίζοντα 20ετίας, η κατάταξη διαφοροποιείται ελαφρώς:
Νόμισμα
Κατά προσέγγιση
20ετής απόδοση
έναντι του USD
Ελβετικό φράγκο
+45%
Δολάριο Σιγκαπούρης
+35%
Ισραηλινό σέκελ
+30%
Τσεχική κορώνα
+25%
Κινεζικό γιουάν
+18%
Μπατ Ταϊλάνδης
+15%
Ευρώ
+10%
Δανική κορώνα
+9%
Νορβηγική κορώνα
+5%
Καναδικό δολάριο
Περίπου αμετάβλητο
Τα νομίσματα που κατέρρευσαν
Στον αντίποδα, ορισμένα νομίσματα υπέστησαν δραματική απαξίωση. Η τουρκική λίρα έχει χάσει πάνω από το 90% της αξίας της έναντι του δολαρίου μέσα σε μία δεκαετία, εξαιτίας του επίμονου πληθωρισμού και της ανορθόδοξης νομισματικής πολιτικής.
Αντίστοιχα, το πέσο της Αργεντινής έχει υποστεί αλλεπάλληλες υποτιμήσεις λόγω χρόνιων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και υπερπληθωρισμού, ενώ η λίρα του Λιβάνου, το μπολιβάρ της Βενεζουέλας και το δολάριο της Ζιμπάμπουε συγκαταλέγονται στις μεγαλύτερες νομισματικές καταρρεύσεις της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας.
Τι καθορίζει τη μακροπρόθεσμη ισχύ ενός νομίσματος
Η εμπειρία των τελευταίων είκοσι ετών δείχνει ότι η μακροπρόθεσμη πορεία ενός νομίσματος εξαρτάται πολύ περισσότερο από τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη παρά από τις βραχυπρόθεσμες κινήσεις των επιτοκίων.
Οι οικονομίες που χαρακτηρίζονται από χαμηλό πληθωρισμό, ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες, υγιή δημόσια οικονομικά και ισχυρά εξωτερικά ισοζύγια τείνουν να διατηρούν ισχυρότερα νομίσματα σε βάθος χρόνου.
Παράλληλα, οι χώρες που βασίζονται στις εξαγωγές πρώτων υλών μπορούν να απολαμβάνουν σημαντικά οφέλη όταν οι διεθνείς τιμές των εμπορευμάτων κινούνται ανοδικά, αν και τα κέρδη αυτά συχνά αποδεικνύονται κυκλικά. Τα τελευταία χρόνια, η γεωπολιτική έχει εξελιχθεί σε ακόμη έναν κρίσιμο παράγοντα, καθώς οι κυρώσεις, οι εμπορικές εντάσεις και οι προσπάθειες διαφοροποίησης από το δολάριο επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο τις διεθνείς ροές κεφαλαίων.
Συνολική εικόνα
Κατάταξη
Νόμισμα
BIS REER
(2020=100)
20ετής απόδοση
έναντι USD
Πληθωρισμός (20 έτη)
1
Ελβετικό φράγκο
121
+45%
Πολύ χαμηλός
2
Δολάριο Σιγκαπούρης
118
+35%
Χαμηλός
3
Δολάριο ΗΠΑ
107
—
Μέτριος
4
Ευρώ
105
+10%
Μέτριος
5
Κινεζικό γιουάν
104
+18%
Χαμηλός
6
Δανική κορώνα
103
+9%
Χαμηλός
7
Νορβηγική κορώνα
101
+5%
Χαμηλός
8
Καναδικό δολάριο
99
0%
Μέτριος
9
Αυστραλιανό δολάριο
97
−5%
Μέτριος
10
Ιαπωνικό γεν
76
−35%
Πολύ χαμηλός, αλλά ασθενής συναλλαγματική ισοτιμία
Συνολικά, οι δύο τελευταίες δεκαετίες επιβεβαιώνουν ότι τα ισχυρότερα νομίσματα είναι εκείνα που στηρίζονται σε σταθερούς θεσμούς, αξιόπιστη νομισματική πολιτική, δημοσιονομική πειθαρχία και ανταγωνιστικές οικονομίες.
Οι βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις μπορεί να καθορίζονται από τα επιτόκια ή το επενδυτικό κλίμα, όμως σε βάθος χρόνου η αξιοπιστία μιας οικονομίας παραμένει ο σημαντικότερος παράγοντας διατήρησης της αξίας του νομίσματός της.