Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ’ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη. Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι. Μια μέρα μάς σφύριξε κάποιος στ’ αφτί: «Πέθανε ο Xάρης» «Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα. Κανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα ’χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Kανείς δεν προφταίνει. …Δεν είμαστε όλοι μαζί. Δυο τρεις ξενιτεύτηκαν Τράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο κι ο Xάρης σκοτώθηκε Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Mες στο χάος κυματίζουν τραγούδια. Αν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη Ξεχώρισες μια: Eίν’ η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας Eίν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος Που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Aλήθεια και στο αίθριο το φως.
Μανόλης Αναγνωστάκης, «Χάρης 1944» (από την ποιητική συλλογή «Εποχές»), Τα ποιήματα 1941-1971, εκδόσεις «Νεφέλη», Αθήνα, 2000
Ο ολιγογράφος θεσσαλονικιός ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στις 10 Μαρτίου 1925 και απεβίωσε στις 23 Ιουνίου 2005.
Πρωτοεμφανίστηκε επισήμως στο χώρο των γραμμάτων το 1945 με την ποιητική συλλογή «Εποχές».
Ακολούθησαν οι «Εποχές 2» (1948), οι «Εποχές 3» (1951), «Η Συνέχεια» (1954), οι «Παρενθέσεις» (1956), «Η Συνέχεια 2» (1956) και «Η Συνέχεια 3» (1962).
Ακολούθησε μια περίοδος ποιητικής σιωπής από πλευράς Αναγνωστάκη έως το 1970, όταν δημοσιεύτηκαν ποιήματά του υπό το γενικό τίτλο «Ο Στόχος» στα «Δεκαοχτώ Κείμενα», μια σημαντική αντιδικτατορική κατάθεση κορυφαίων πνευματικών ανθρώπων.
Από το 1959 έως το 1961 ο Αναγνωστάκης υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Κριτική, μέσα από τις στήλες του οποίου προέβαλε τα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής του.
Ο Αναγνωστάκης συνεργάστηκε με την εφημερίδα Αυγή και τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα, Φιλολογικά Χρονικά, Νέα Ελληνικά, Διάλογος, Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Ο Αιώνας μας και Θούριος, όπου έγραψε δοκίμια, μελέτες και κριτικές βιβλίων.
Ο Αναγνωστάκης τοποθετείται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά της νεοελληνικής ποίησης, μια γενιά που χαρακτηρίστηκε ως ποίηση της ήττας, καθώς πολλοί δημιουργοί της διέγραψαν την πορεία από την αισιόδοξη πίστη στο κομμουνιστικό όραμα στην απαισιοδοξία που προέκυψε από τη διάψευση των προσδοκιών τους.
Η γραφή του Αναγνωστάκη χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή αναδίπλωση του ποιητή σε έναν προσωπικό κόσμο, στο πλαίσιο του οποίου επιχειρείται η διαφύλαξη των ανθρωπιστικών συναισθημάτων και αξιών που χάνονται στο σύγχρονο κόσμο.
Η εν λόγω αναδίπλωση εκφράζεται κυρίως μέσω της κατ’ επίφασιν συναισθηματικής απόστασης του δημιουργού από τα θέματα που τον απασχολούν και της συχνά επιγραμματικής διατύπωσης.
Συχνή είναι επίσης στο έργο του η παρουσία της μνήμης, των αναφορών στην παιδική ηλικία και τους φίλους, της ταύτισης ποίησης και ζωής.
Έργα του Αναγνωστάκη μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη και άλλους έλληνες συνθέτες και μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.
Ο αείμνηστος Μανόλης Ανδρόνικος, σε επιφυλλίδα του που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 1976 (τίτλος της, «Μνήμη και αγάπη»), έγραφε για τον Αναγνωστάκη τα εξής:
Τιμώ και αγαπώ τον Μανόλη Αναγνωστάκη βαθύτατα· η ποίησή του μού ήταν ιδιαίτερα οικεία· αλλά ομολογώ πως από την ώρα που τη γνώρισα ερμηνευμένη από τον εμπνευσμένο μουσικό (σ.σ. αναφορά στον Μίκη Θεοδωράκη) απόχτησε, για μένα τουλάχιστο, μια μοναδική ποιότητα και σαφήνεια. Η τραγική της υπόσταση, η πικρή νοσταλγία, η αισιόδοξη απαισιοδοξία της, η ειρωνική ανθρωπιά, θρήνος και ύμνος της γενιάς του, της γενιάς μας, υφασμένα με λόγο και ήχο, μας διαπερνούν και μας συνεγείρουν «ξυν όλη τη ψυχή», «ανάβοντας χιλιάδες μικρές πυρκαϊές, που πυρπολούν» όχι πια «την ατίθαση νιότη μας», γιατί αυτή πυρπολήθηκε πολλές φορές στον καιρό της, αλλά την ωριμότητά μας· κι αυτό είναι πιο ασυνήθιστο και γι’ αυτό πιο σημαντικό.