Τη δεκαετία του ’60 ο θάνατος της Μέριλιν Μονρόε κυριάρχησε στα μέσα ενημέρωσης (με τους New York Times να ανακοινώνουν στο πρωτοσέλιδο τους ότι η σταρ έφυγε από τη ζωή, ενώ βρέθηκαν χάπια δίπλα στο νεκρό της σώμα) και για τα επόμενα δύο χρόνια, ο Άντι Γουόρχολ δημιούργησε δεκάδες έργα ζωγραφικής με θέμα την σταρ του κινηματογράφου, χρησιμοποιώντας μια φωτογραφία που είχε τραβήξει ο Τζιν Κόρνμαν ως διαφημιστικό υλικό για την ταινία της «Niagara».

Ένας από τους πρώτους πίνακες του Γουόρχολ με τη Μονρόε, που την παρουσίαζε ως τη δική του εκδοχή μιας σύγχρονης Παναγίας, ήταν το «Gold Marilyn» (1962).

Το χρυσό φόντο στο έργο θυμίζει τις θρησκευτικές εικόνες που συναντάμε σε χριστιανικούς ναούς— μια αναφορά, ωστόσο, μακάβρια.

Μια άλλη εκδοχή, ο πίνακας Marilyn Diptych (1962), ενώνει πενήντα εικόνες της Μονρόε, οι οποίες δίνουν την εντύπωση ότι το πρόσωπο της ξεθωριάζει πριν τελικά, διαλυθεί και γίνει στάχτη.

Όπως αναφέρει η γκαλερί Tate, αρχικά το έργο αγοράστηκε από τους συλλέκτες τέχνης Μπέρτον και Έμιλι Τρεμέιν.

Η Έμιλι θυμήθηκε κάποτε για την επίσκεψή τους στο εργαστήριο του Γουόρχολ: «Μας έδειξε πρώτα τις μαύρες MARILYNS, και μετά από αρκετές φωτογραφίες εμφανίστηκε η έγχρωμη. Του είπα ότι πίστευα ότι θα έπρεπε να παρουσιαστούν ως σύνθεση, και ο Άντι απάντησε: ‘Ναι, φυσικά’».

Η αξία

Όπως αναφέρει στο ARTnews, η δημοσιογράφος Κάρεν Τσέρνικ, ο θάνατος της Μέριλιν Μονρόε συνέπεσε με μια κρίσιμη στιγμή για τον Γουόρχολ, ο οποίος τότε ήταν ακόμα ένας σχετικά άγνωστος ζωγράφος. Μάλιστα, η ημέρα του θανάτου της Μονρόε συνέπεσε με την τελευταία ημέρα της πρώτης ατομικής έκθεσης του Γουόρχολ, με τη σειρά των Campbell’s στη γκαλερί Ferus του Λος Άντζελες.

Ο καλλιτέχνης είχε πειραματιστεί με την επανάληψη εικόνων τους μήνες που προηγήθηκαν του θανάτου της ηθοποιού, ζωγραφίζοντα μπουκάλια Coca-Cola και κουτιά με καφέ (αν έχετε πάει σε γκαλερί που φιλοξεί έργα του ή έχετε παρακολουθήσει την πορεία του καλλιτέχνη, καταλαβαίνετε για τι μιλάμε).

«Πολλοί καλλιτέχνες ζωγράφιζαν το ίδιο θέμα ξανά και ξανά από διαφορετικές οπτικές γωνίες, αλλά το να ζωγραφίζεις το ίδιο θέμα επανειλημμένα με τον ίδιο τρόπο υπονόμευε την ατομική αξία ενός έργου τέχνης», έγραψε ο Βίκτορ Μπόκρις στη βιογραφία του καλλιτέχνη, η οποία ανατρέχει στη ζωή του Γουόρχολ, από τα παιδικά του χρόνια μέχρι την ανάδειξή του σε κεντρική μορφή της Ποπ Άρτ.

«Κατασπαράχθηκε από τη φήμη»

Εκείνη την περίοδο, ο τότε βοηθός του Άντι Γουόρχολ στο στούντιο, Νέιθαν Γκλακ, πρότεινε στον καλλιτέχνη να χρησιμοποιήσει τη μεταξοτυπία ως έναν ταχύτερο τρόπο για να δημιουργήσει τις ατελείωτες σειρές χαρτονομισμάτων του δολαρίου που προσπαθούσε τότε να ζωγραφίσει.

Όμως, σε ότι αφορά τους πίνακες της Μέριλιν Μονρόε, ο Γουόρχολ εφάρμοζε χρώμα στον καμβά πριν από τη μεταξοτυπία.

Η ασυμφωνία του χρώματος και της εικόνας της μεταξοτυπίας, καθώς και οι περιστασιακές κηλίδες χρώματος στο πλέγμα, δημιούργησαν διαφοροποιήσεις μεταξύ των εικόνων.

«Στο επίκεντρο της σειράς Marilyns του Γουόρχολ βρίσκεται η αναγνώριση μιας κουλτούρας στην οποία η λατρεία καταλήγει σε μια μορφή κατανάλωσης. Καταβροχθίζουμε και απορρίπτουμε τα είδωλα που αγαπάμε», έγραψε ο επιμελητής Ντάγκλας Φόγκλ στον κατάλογο της έκθεσης του Μουσείου Jumex του 2017 με τίτλο «Andy Warhol: Dark Star».

«Ωστόσο, στα λάθη, τις διαγραφές, τις λανθασμένες τοποθετήσεις και τις καταναγκαστικές επαναλήψεις των επιφανειών των μεταξοτυπιών του Γουόρχολ, μπορεί κανείς να διακρίνει και μια μορφή αντίστασης απέναντι σε αυτές τις λεηλατικές δυνάμεις του σκότους. Παραδόξως, υπάρχει μια μορφή εξανθρωπισμού της Μονρόε σε αυτά τα έργα, σαν η μετατόπιση της ευθυγράμμισης της μεταξοτυπίας να άφηνε ένα κενό στην αυστηρά διατηρημένη δημόσια εικόνα αυτής της κλασικής περίπτωσης μιας σταρ που κατασπαράχθηκε από τη φήμη», προσθέτει.

*Με πληροφορίες από: ARTnews | Tate | MoMA