[…]

Πριν πολλά χρόνια ακουγόταν κάποιο πειρακτικό τραγουδάκι. Για κάθε πολιτεία ένα παρατσούκλι στον κάτοικο. Αθηναίος γκάγκαρος. Πειραιώτης μαουνιέρης κ.λπ. Οι αμφισβητίες έχουν συνθέσει το δικό τους τραγούδι και το κανοναρχούν: Όλοι οι πολιτικοί είναι κλέφτες — από εδώ και πέρα δε θα επαναλαμβάνω τη λέξη όλοι, είναι αυτονόητη. Οι δικαστές δωροδοκούνται, οι καθηγητές Πανεπιστημίων είναι αγράμματοι, οι ακαδημαϊκοί μπούφοι, οι στρατιωτικοί δειλοί χαραμοφάηδες, οι αστυνομικοί έμποροι ναρκωτικών, οι εργοδότες εκμεταλλευτές, οι μισθωτοί τεμπέληδες, οι χωρικοί πονηροί κ.λπ. Δεν πρέπει να λησμονήσω τους παντοπώλες και τις πόρνες — ακριβώς αυτές. Τώρα τελευταία κάποιος αμφισβητίας έλεγε πως δε σκοτίζεται αν καταστραφούν και κλείσουν τα «μαγαζάκια τους» οι μπακάληδες και οι πόρνες.

Μη νομίζετε πως οι αμφισβητίες βάζουν μόνο λοστούς στα θεμέλια για να ξεριζώσουν, έστω και αν για λοστό χρησιμοποιούν όχι το γνωστό ασήκωτο σιδερικό, αλλά ένα συνηθισμένο στυλογράφο. Έχουν —για την ώρα λίγοι— και τον πίνακα των αξιών τους. Ένα μικρό του απόσπασμα: Οι τοξικομανείς είναι απελευθερωμένοι, οι έμποροι ναρκωτικών ευεργέτες τους — φταίει το «αυταρχικό» κράτος που τους καταδιώκει και τους αναγκάζει να πουλάνε ακριβά το «πράμα». Αυτές τις ημέρες χαράζονται στον πίνακα των αξιών τα ονόματα ωραίων αρχιληστών — είναι τα πρώτα ονόματα κάτω από τον τίτλο «ανδρείοι».


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 15.2.1987, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Φυσικά επίθεση όχι μόνο εναντίον των ατόμων αλλά και εναντίον των ιδεών. Το να μιλάς για τον Μακεδονικό αγώνα είναι εθνοκαπηλία, το να μνημονεύεις τον Βενιζέλο είναι ιμπεριαλισμός, το να θυμίζεις ότι κάποιος πόλεμος έγινε το 1940 σημαίνει ματαιοσχολία. Το να ζητάς κάποια συνοχή, κάποια πειθαρχία, αφού τίποτε δεν υπάρχει μόνο του, ανεξάρτητο, σημαίνει δεσποτισμό, το να ζητάς περισσότερη μελέτη αυτό είναι σκοταδισμός — τους κλέβεις λένε χρόνο για να ανακαλύψουν μόνοι τους τα πράγματα του κόσμου.

Κάθε μύθος για να είναι άρτιος πρέπει να σέρνει μαζί του επιμύθιο. Δεν μπορώ να σας το προσφέρω. Έχω μόνο κάποιους φόβους, κάποιες απορίες και θα ήθελα να τις σκεφθείτε. Νομίζω πως οι αμφισβητίες μας είναι σαν τα φίλεργα μυρμήγκια. Ανοίγουν μικρές τρυπούλες για να περάσουν χωρίς να ξέρουν πού πηγαίνουν. Έτσι όμως όπως είναι εκατομμύρια, οι τρυπούλες γίνονται ανοίγματα και τα ανοίγματα στοές, ατέλειωτο κενό. Στο τέλος το κτίριο δεν αντέχει, γκρεμίζεται και πρώτα πρώτα λιώνει τα φίλεργα μυρμήγκια.


Αυτές ήταν οι τελευταίες παράγραφοι ενός κειμένου του Γιάννη Ντεγιάννη, που έφερε τον τίτλο «Αμφιβολία και αμφισβήτηση» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 1987.

Ο Γιάννης Ντεγιάννης υπήρξε ένας δικαστικός λειτουργός που υπηρέτησε με συνέπεια το δημόσιο συμφέρον και —συνάμα— ένας ακέραιος άνθρωπος με πνευματικές ανησυχίες και λογοτεχνική παραγωγή.


Ο Ντεγιάννης, ο οποίος είχε γεννηθεί στους Στρόπωνες Ευβοίας το 1914, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υπηρέτησε στο Δικαστικό Σώμα από το 1949 έως το 1981, όταν αφυπηρέτησε με το βαθμό του αρεοπαγίτη.

Ήταν ο πρόεδρος του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε τους πρωταιτίους του απριλιανού πραξικοπήματος για εσχάτη προδοσία και στάση. Ο Ντεγιάννης συνέβαλε τα μέγιστα στην αναζήτηση της αλήθειας και στην απονομή δικαιοσύνης, μακριά από εκδικητικές σκέψεις και διαθέσεις.


Η χωρίς φόβο και πάθος αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, η ορθή εφαρμογή του νόμου, η άψογη τήρηση της όλης διαδικασίας αποκατέστησαν τις αγαθές σχέσεις μεταξύ του λαού και των δικαστών, ενίσχυσαν την αξιοπιστία της δικαιοσύνης ως ανεξάρτητης και διακριτής εξουσίας, αλλά και ως βασικού πυλώνα του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ο Ντεγιάννης εξελέγη βουλευτής με το ΠΑΣΟΚ το 1981 (Επικρατείας) και το 1985 (Α’ Θεσσαλονίκης).


Το συγγραφικό έργο του Ντεγιάννη περιλαμβάνει ποιητικές συλλογές, πεζογραφήματα, καθώς και το βιβλίο Η Δίκη (1990).

Ο Γιάννης Ντεγιάννης απεβίωσε στις 27 Μαΐου 2006, ημέρα Σάββατο.