
Οι τρεις Mοίρες: Ό,τι γράφει δεν ξεγράφει
Το καλό και το κακό για τους θνητούς
Κάποτε, τα παλιά τα χρόνια, σε ένα κεφαλοχώρι, ζούσε ένας άρχοντας με πολλούς υποτακτικούς και κάθε τόσο έβγαινε με τους ανθρώπους του για κυνήγι στις γύρω περιοχές. Μια φορά, όμως, που είχαν απομακρυνθεί πολύ από το χωριό, τους έπιασε η νύχτα και ξέσπασε μια ξαφνική μπόρα και κρύο πολύ και έψαξαν να βρούνε κάπου να απαγκιάσουν μέχρι να ξημερώσει και να πάρουν πάλι το δρόμο του γυρισμού.
Βρήκαν μια μικρή πέτρινη καλύβα και ο φτωχός βοσκός που έμενε μέσα, τους υποδέχτηκε καλόκαρδα, τους έβαλε να ζεσταθούν κοντά στη φωτιά και τους περιποιήθηκε με ό,τι είχε, μια και η γυναίκα του ήτανε λεχώνα και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Όταν απόφαγαν, τους έβαλε να κοιμηθούν δίπλα στη φωτιά.
Ο άρχοντας ήταν πολύ καλομαθημένος και δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά στα σκληρά τα στρώματα και όπως ξαγρυπνούσε εκεί, κατά τα μεσάνυχτα, είδε τρεις γυναίκες, στα κατάλευκα ντυμένες, να στέκουν πανύψηλες και τρομερές πάνω από το νεογέννητο.
Ήταν οι τρεις μοίρες που ήρθαν να μοιράνουν το παιδί. Φοβήθηκε ο άρχοντας και λούφαξε να μη τον δουν. Τότε άκουσε τη μία να λέει με καθαρή φωνή:
— Θα παντρευτεί την κόρη του άρχοντα που είναι εδώ, και πριν λίγο γεννήθηκε και αυτή…
Από το ξάφνιασμα και από την ταραχή του ο άρχοντας που έμαθε πως η αρχοντοπούλα κόρη του θα παντρευόταν έναν φτωχό τσοπάνη, δεν άκουσε τι είπαν οι άλλες δυο.
Μετά από αυτό χάθηκαν οι λευκοντυμένες γυναίκες και ο άρχοντας πετάχτηκε επάνω, ξύπνησε τους υποτακτικούς του, βούτηξε κρυφά το νεογέννητο από την κούνια και έφυγαν άρον άρον μέσα στη νύχτα από την καλύβα του φτωχού τσομπάνη.
Μόλις απομακρύνθηκαν καμπόσο, βρήκαν ένα ξέφωτο και άφησαν εκεί το νεογέννητο να πεθάνει, το έρημο, από το κρύο και γύρισαν στο χωριό.
Μα λίγο αργότερα πέρασε από εκεί ένας φτωχός άνθρωπος με τη γυναίκα του, πολύ καλόκαρδοι και οι δυο τους, και άκουσαν το μωρό που έκλαιγε και το πήραν σπίτι τους, να το μεγαλώσουν μαζί με τα άλλα πέντε παιδιά τους.
Το παιδί μεγάλωσε και έφτασε 15 χρονών, όταν μια μέρα πέρασε από εκείνο τον τόπο ο άρχοντας που είχε βγει πάλι για κυνήγι.
Έπιασε κουβέντα με τα παιδιά να ρωτήσει πού θα βρει καλό μέρος να στήσει καρτέρι. Μα πάνω στην κουβέντα έμαθε πως το παιδί αυτό το βρήκανε σε ένα ξέφωτο και κατάλαβε πως ήταν το παιδί που αυτός είχε αφήσει να πεθάνει από το κρύο και ταράχτηκε που ζούσε ακόμα.
Ρώτησε το παιδί αν ξέρει γράμματα και, αφού δεν ήξερε, ζήτησε μια χάρη από τον πατέρα του, να πάει ο γιος του στη γυναίκα του, την αρχόντισσα, παραγγελία για κάτι που τάχα είχε ξεχάσει, και μέσα στο γράμμα έγραφε «Το παιδί που φέρνει το γράμμα να μην το αφήσεις να ζήσει».
Στο δρόμο, όμως, το παιδί συνάντησε έναν ξενομερίτη που το ρώτησε πού πάει και όταν του είπε το παιδί, ζήτησε να διαβάσει το γράμμα και ταράχτηκε πολύ με αυτά που διάβασε. Λυπήθηκε το καημένο το παιδί και τα έσβησε κρυφά και έγραψε «το παιδί που φέρνει το γράμμα να το στεφανώσεις γρήγορα με την κόρη μας» και το ξανάδωσε στο παιδί.
Ταχιά έφτασε το παιδί στο Κεφαλοχώρι και έδωσε το γράμμα στην αρχόντισσα που, αν και ξαφνιάστηκε, έπρεπε να υποταχτεί στο θέλημα του αντρός της και γρήγορα κάλεσε τον παπά να στεφανώσει αμέσως το παιδί με τη θυγατέρα της.
Μα σαν γύρισε πίσω ο άρχοντας και είδε πως αυτό που άκουσε από τις μοίρες εκείνη τη νυχτιά πριν χρόνια, έγινε τελικά, σκύλιασε και έψαχνε τρόπο να εκδικηθεί.
Σκέφτηκε, λοιπόν, πονηρά να στείλει τον γαμπρό του πια ψηλά στα βουνά, στους βοσκούς του, που έβοσκαν τα κοπάδια του και έγραψε ένα γράμμα με την εξής παραγγελιά: «Το παιδί που θα σας φέρει το γράμμα να το σφάξετε γρήγορα και να το θάψετε να μη το βρουν».
Το έκλεισε καλά το γράμμα και το έδωσε στη γυναίκα του να το δώσει μόλις θα ξημέρωνε στο γαμπρό τους, να το πάει στο βουνό.
Το χάραμα, η μάνα πήγε να ξυπνήσει τον γαμπρό της, μα σαν είδε το ζευγάρι να κοιμάται βαθιά, τους λυπήθηκε και σήκωσε το γιο της. Του έδωσε το γράμμα και τον έστειλε στο θέλημα του πατέρα του.
Οι βοσκοί δεν το ήξεραν το αρχοντόπουλο, δεν το είχαν ματαδεί και σαν διάβασαν το γράμμα, σφάξανε το παιδί, άνοιξαν έναν λάκκο και το παράθαψαν.
Όταν σηκώθηκε το πρωί ο άρχοντας και έμαθε πως αντί για τον γαμπρό του, το παιδί του πήγε το γράμμα, καβάλησε το πιο γρήγορο άλογο και σαν άνεμος έτρεξε να προλάβει το κακό, μα ήταν πολύ αργά πια.
Ο άρχοντας δεν άντεξε τη συμφορά που ο ίδιος ήταν αίτιος που έγινε, έχασε τα λογικά του και χάθηκε για πάντα.
Το παιδί έζησε χρόνια πολλά με τη γυναίκα του και έκαναν και πολλά παιδιά, γιατί έτσι το είχαν γραμμένο οι μοίρες και ό,τι γράφει δεν ξεγράφει.
*Λαϊκό παραμύθι της περιοχής της Βόνιτσας (πηγή: Πολιτιστικό πρόγραμμα Γυμνασίου Βόνιτσας 2012-2013).
Σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις, οι Μοίρες, στις οποίες αναφέρεται και ο Αλέξης Δαμιανός στο προ ολίγου δημοσιευθέν άρθρο μας για εκείνον, είναι τρεις αδελφές, γριές και αθάνατες, με δύστροπο χαρακτήρα.
Συνήθως κρατούν ένα μεγάλο βιβλίο, στο οποίο γράφουν το πεπρωμένο του καθενός. Εισέρχονται στο δωμάτιο της λεχώνας τρεις, πέντε ή επτά ημέρες μετά τη γέννηση του μωρού, συνήθως τη νύχτα, για να το «μοιράνουν», δηλαδή για να προδιαγράψουν την πορεία του και να καθορίσουν την τύχη του.
Κατά τον Ησίοδο (Θεογονία), οι τρεις Mοίρες, η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος, ήταν εκείνες που όριζαν το καλό και το κακό για τους θνητούς.
- Κωδικός «Όλα στο… σκοτάδι» από Μαξίμου: Μπλόκο σε προανακριτική ΟΠΕΚΕΠΕ – Το ίδιο σχεδιάζει και για εξεταστική υποκλοπών
- Ο Φαν Ντάικ πήρε θέση για τα ταξίδια παικτών της Λίβερπουλ
- Μαχαίρωσαν 15χρονο στον Νέο Κόσμο – Άφαντοι οι δράστες
- H Eurovision στο μικροσκόπιο της επιστήμης – Το ETH Zurich αναλύει το show όλων των show
- Κριστιάν Κίβου: Από το Τρεμπλ με τον Μουρίνιο στην κατάκτηση του «δικού του» πρωταθλήματος με την Ίντερ
- Θεσσαλονίκη: «Red alert» με τη βάση της Ryanair – Στη Βουλή το ενδεχόμενο αποχώρησης της εταιρείας






