Όσοι στρατευτήκαμε στην ανανεωτική αριστερά της μεταπολίτευσης, με τις ιδέες του ΚΚΕ Εσωτερικού και του Ρήγα Φεραίου, έχουμε κάθε λόγο να είμαστε περήφανοι για την παράδοσή μας. Όχι γιατί είχαμε δίκιο σε όλα, αλλά γιατί συμβάλαμε στη διαμόρφωση μιας αριστεράς που θέλει να σκέπτεται πολιτικά χωρίς δογματισμούς και βεβαιότητες από το παρελθόν. Μιας αριστεράς, πάνω απ’ όλα, με αρχές.

Αυτή η παράδοση αντιμαχόταν τόσο τον σταλινισμό όσο και τον λαϊκισμό. Για μας σοσιαλισμός και δημοκρατία ήταν έννοιες αδιάσπαστα συνδεδεμένες. Μάθαμε ότι τις δικτατορίες πρέπει να τις πολεμάμε, άσχετα αν είναι μαύρες ή κόκκινες. Είδαμε την πορεία της Ελλάδας προς την πρόοδο άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σύγκλιση της χώρας προς την Ευρώπη. Υποστηρίξαμε έναν πολιτικό λόγο που είναι αντίθετος με την ιδέα ότι, αν ο αντίπαλος λέει Α, εμείς πρέπει να πούμε Ω. Καταλάβαμε από νωρίς ότι η αριστερή πολιτική δεν ταυτίζεται με την άκριτη αποδοχή «κεκτημένων».

Η πολιτική μας κληρονομιά έδινε την αίσθηση ότι είχαμε διαμορφώσει μια ξεχωριστή φυσιογνωμία, μια στάση απέναντι στα πράγματα που ξεπερνούσε την εκάστοτε συγκυρία και παρέπεμπε σε μια κοινή πολιτική κουλτούρα.

Για όσους γνώρισαν την εμπειρία της ανανεωτικής αριστεράς, τα παραπάνω μπορεί να μοιάζουν αυτονόητα. Αλλά δεν είναι. Καθώς πλησιάζουμε στις εκλογές (σ.σ. της 9ης Απριλίου 2000), κάποιοι μας προτρέπουν να ψηφίσουμε Συνασπισμό στο όνομα της κοινής ανανεωτικής μας κουλτούρας. Μιας κουλτούρας, ωστόσο, απόλυτα αυτονομημένης και μάλιστα σε ευθεία αντίθεση με την πολιτική σκέψη και παράδοση που τη γέννησαν. Μας καλούν, θα έλεγε κανείς, να αποφασίσουμε την ψήφο μας στο όνομα κάποιου «αριστερού lifestyle».

Τα τελευταία χρόνια η πολιτική της ηγεσίας του Συνασπισμού ελάχιστη σχέση είχε με την πολιτική παράδοση της ανανεωτικής αριστεράς. Δεν υπήρξε «κεκτημένο» που να μην το υπερασπιστεί, προσπάθεια μεταρρύθμισης που να μην την καταγγείλει. Η θέση για τις αγροτικές κινητοποιήσεις, για την επετηρίδα των εκπαιδευτικών, η εναντίωση σε κάθε προσπάθεια ιδιωτικοποίησης, το μαρτυρούν. Ακόμα και η πορεία προς την ΟΝΕ, με την οποία υποτίθεται ότι συμφωνούσε ο Συνασπισμός, συνάντησε την κριτική του σε κάθε βήμα, και μάλιστα σε μια κατεύθυνση που ακύρωνε τη σύγκλιση με την Ευρώπη.

Το μέτωπο στον σταλινισμό βαθμιαία υποχώρησε. Δεν είναι μόνο οι εκκλήσεις για κοινό μέτωπο των δυνάμεων της «αριστεράς». Δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, οι δύο ευρωβουλευτές του κόμματος συμμετέχουν ακόμα στην ίδια ομάδα του Ευρωκοινοβουλίου με όλα τα σταλινικά κατάλοιπα. Και ενώ περίσσευαν οι καταγγελίες ενάντια στις πολιτικές του Μπλερ και του Σρέντερ, ο ΣΥΝ ήταν ευτυχής να συνεργάζεται με κάθε κομματικό υπόλειμμα των δικτατορικών καθεστώτων στις Ανατολικές χώρες.

Στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και αντιεθνικισμού η θέση του ΣΥΝ ήταν γενικά συνεπέστερη. Αλλά και εδώ η επιδείνωση ήταν ραγδαία. Ας θυμηθούμε τη στάση στην υπόθεση Οτζαλάν, τους δισταγμούς στην υποστήριξη του Ελσίνκι, τις επιπολαιότητες και τις ανακολουθίες με την επίσκεψη Κλίντον. Και δύσκολα δέχεται κανείς, με βάση τις αρχές μας, τη χειραψία του Ν. Κωνσταντόπουλου (σ.σ. τότε προέδρου του Συνασπισμού) με τον τελευταίο (ας ελπίσουμε) δικτάτορα στην Ευρώπη, τον Μιλόσεβιτς.

Όποιος λοιπόν παίρνει στα σοβαρά την παράδοση της ανανεωτικής αριστεράς, δεν μπορεί παρά να απορρίπτει τις εκκλήσεις για υποστήριξη μιας πολιτικής που ακυρώνει ακριβώς αυτή την παράδοση. Και μάλιστα, στο όνομα, υποτίθεται, της ίδιας της ανανεωτικής μας κουλτούρας.

[…]

*Κείμενο του Σταύρου Ιωαννίδη (1951-2016), που έφερε τον τίτλο Η αριστερή πολιτική δεν ταυτίζεται με την άκριτη αποδοχή «κεκτημένων» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» την Τετάρτη 29 Μαρτίου 2000.


«ΤΑ ΝΕΑ», 29.3.2000, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο Σταύρος Ιωαννίδης διετέλεσε καθηγητής στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών (Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας) του Παντείου Πανεπιστημίου και διευθυντής έρευνας του Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας του ΙΟΒΕ. Επίσης, δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής σε εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ευρώπης και των ΗΠΑ.

Ο Ιωαννίδης συνδύασε τη διδακτική δεξιότητα με την αξιόλογη ερευνητική και συγγραφική δραστηριότητα.


Ο Σταύρος Ιωαννίδης

Στον τομέα της πολιτικής, ο Ιωαννίδης έλαβε μέρος στο αντιδικτατορικό κίνημα ως στέλεχος της οργάνωσης ΕΚΟΝ «Ρήγας Φεραίος». Υπήρξε στέλεχος του ΚΚΕ εσωτερικού, της ΕΑΡ και του Συνασπισμού.

Στις εθνικές εκλογές του 2000 ο Σταύρος Ιωαννίδης, μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του, αποφάσισε «να υποστηρίξει κριτικά το ΠΑΣΟΚ του Κ. Σημίτη».

Το παρόν άρθρο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πολιτικού και δημοσιογράφου Γρηγόρη Γιάνναρου, ενός από τα επιφανέστερα στελέχη της λεγόμενης Ανανεωτικής Αριστεράς στη χώρα μας.

Ο Γιάνναρος είχε γεννηθεί στη Σαλμώνη Ηλείας στις 29 Απριλίου 1936. Τελείωσε το Γυμνάσιο στον Πύργο Ηλείας και οργανώθηκε από τα μαθητικά του ήδη χρόνια στην Αριστερά. Υπήρξε μέλος της παράνομης ΕΠΟΝ, ηγετικό στέλεχος της Νεολαίας ΕΔΑ και ακολούθως μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Δημοκρατικής Κίνησης Νέων «Γρηγόρης Λαμπράκης».


Ο Γιάνναρος σπούδασε οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Μόσχα (1966-1970).

Στην περίφημη Διάσπαση του ’68 συντάχθηκε με το «Γραφείο Εσωτερικού», γεγονός που έμελλε να σφραγίσει τη μετέπειτα διαδρομή του. Ο Γιάνναρος επέστρεψε στην Ελλάδα το 1972 και ανέπτυξε αντιδικτατορική δράση.


Υπήρξε μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου του ΚΚΕ Εσωτερικού και της ΕΑΡ, στη συνέχεια δε μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου.

Εξελέγη τρεις φορές βουλευτής του Συνασπισμού (Ιούνιος και Νοέμβριος 1989, Απρίλιος 1990), ενώ διετέλεσε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπός του.

Στην οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα (1989-1990) είχε αναλάβει το χαρτοφυλάκιο του αναπληρωτή υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας.

Ο Γιάνναρος, ο οποίος διετέλεσε επί μία δεκαετία (1978-1988) διευθυντής της εφημερίδας «Η Αυγή», ανέπτυξε και συγγραφική δραστηριότητα.


Κατά γενική ομολογία, ο Γιάνναρος υπήρξε ένας εκλεκτός πολιτικός της Αριστεράς, ένας από τους πρωτοπόρους των ιδεών του σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο, ένας από τους πρωταγωνιστές του εγχειρήματος της κομμουνιστικής ανανέωσης στην πατρίδα μας.

Υποστήριξε τις απόψεις του με συνέπεια και προέβαλε αρχές και αξίες της Αριστεράς με πειστικότητα, χωρίς να δεσμεύεται από δόγματα, απολυτότητες και ιδεολογικά στερεότυπα.

Ο Γρηγόρης Γιάνναρος έφυγε από τη ζωή στις 5 Αυγούστου 1997.