
Arandora Star: Το λιγότερο γνωστό ναζιστικό έγκλημα που γέννησε θεωρίες συνωμοσίας
Περισσότεροι από 800 άμαχοι χάθηκαν το 1940 στο Arandora Star, μια τραγωδία που άφησε πίσω της αναπάντητα ερωτήματα και θεωρίες συνωμοσίας
Σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες και λιγότερο φωτισμένες τραγωδίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα πλοίο γεμάτο κρατούμενους που θεωρούνταν «εχθρικοί αλλοδαποί» βυθίστηκε μέσα σε λίγα λεπτά, αφήνοντας πίσω του εκατοντάδες νεκρούς και ακόμη περισσότερα αναπάντητα ερωτήματα. Παρότι το περιστατικό συνέβη λίγο πριν ξεκινήσει η Μάχη της Αγγλίας, δεν απέκτησε ποτέ τη δημοσιότητα άλλων ναυτικών καταστροφών της εποχής. O λόγος για το Arandora Star.
Περισσότεροι από 800 άμαχοι σκοτώθηκαν στις αρχές Ιουλίου του 1940, όταν γερμανικό υποβρύχιο τορπίλισε στα ανοικτά της Ιρλανδίας το Arandora Star, ένα πρώην πολυτελές κρουαζιερόπλοιο που είχε επιταχθεί για πολεμική χρήση.
Στο πλοίο επέβαιναν Γερμανοί, Αυστριακοί και Ιταλοί που είχαν χαρακτηριστεί «εχθρικοί αλλοδαποί» από τις βρετανικές αρχές και μεταφέρονταν στον Καναδά. Το γιατί ένα τέτοιο σκάφος έγινε στόχος των Ναζί δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, με τη βύθιση να θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις λιγότερο γνωστές τραγωδίες του πολέμου.
Σύμφωνα με ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο The Conversation, η έρευνα βασίζεται σε προφορικές μαρτυρίες ιταλικών οικογενειών που ζούσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο και διατηρούν ζωντανές τις μνήμες της περιόδου. Το πιο πρόσφατο σκέλος της μελέτης δεν περιορίζεται στην καταγραφή του γεγονότος, αλλά εξετάζει πώς το τραύμα της βύθισης μεταδόθηκε μέσα στις οικογένειες, επηρεάζοντας την ταυτότητα και τη συλλογική μνήμη των επόμενων γενεών.

Η πρώτη σελίδα της Daily Express το 1940 αποτυπώνει την έλλειψη συμπάθειας για τους χαμένους Γερμανούς κρατούμενους, τους οποίους χαρακτηρίζει «δειλούς». Alamy/John Frost Newspapers, Πηγή: The Conversation
Η επίθεση
Το Arandora Star ήταν ένα υπερωκεάνιο πρώτης θέσης, κατασκευασμένο το 1927 από την εταιρεία Cammell Laird στο Μπίρκενχεντ, κοντά στο Λίβερπουλ, και συγκαταλεγόταν στα πιο γνωστά πλοία της εποχής.
Με την έναρξη του πολέμου, όπως πολλά εμπορικά πλοία, επιτάχθηκε από τη βρετανική κυβέρνηση. Υπό τη διοίκηση του πλοιάρχου Ε. Γ. Μόουλτον, ανέλαβε τη μεταφορά κρατουμένων προς τον Καναδά.
Περισσότεροι από 1.600 άνδρες επιβιβάστηκαν σε ένα πλοίο που είχε σχεδιαστεί για περίπου 500 επιβάτες. Οι κρατούμενοι στοιβάχτηκαν κάτω από τα καταστρώματα, σε ασφυκτικές συνθήκες, ενώ οι έξοδοι φυλάσσονταν με συρματοπλέγματα, περιορίζοντας δραματικά τις πιθανότητες διαφυγής σε περίπτωση κινδύνου.
Στις 2 Ιουλίου 1940, μόλις μία ημέρα μετά τον απόπλου, το πλοίο τορπιλίστηκε από γερμανικό υποβρύχιο, περίπου 100 μίλια βορειοδυτικά της Ιρλανδίας.
Περίπου 805 άνθρωποι πνίγηκαν – περισσότεροι από τους μισούς Ιταλοί. Μαζί τους έχασαν τη ζωή τους και περίπου 100 Βρετανοί στρατιώτες και μέλη του πληρώματος, μεταξύ των οποίων και ο πλοίαρχος.
Ένας Βρετανός ναύτης περιέγραψε το περιστατικό στον Τύπο της εποχής: «Όταν το πλοίο χάθηκε, υπήρχαν εκατοντάδες άνδρες στα καταστρώματα… Ένα σύννεφο ατμού υψώθηκε ψηλά και η αναρρόφηση τράβηξε σχεδίες και ανθρώπους κάτω μαζί του».
Οι δραματικές αυτές στιγμές, ωστόσο, αποτέλεσαν μόνο την αρχή μιας μακράς ιστορίας για τις οικογένειες των θυμάτων.
Μνήμη και τραύμα
Στο πλαίσιο της έρευνας δημιουργήθηκε και ένα 15λεπτο ντοκιμαντέρ με τίτλο «The Arandora Star Sinking», με στόχο να αναδειχθούν όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά και οι κοινωνικές τους συνέπειες — κυρίως η ξενοφοβία και οι διακρίσεις που βίωσαν οι κοινότητες που έμειναν πίσω.
Το φιλμ καταγράφει τις μνήμες μέσα από την οπτική ενός απογόνου, αναδεικνύοντας πώς το τραύμα επιβιώνει όχι μόνο ως ιστορία, αλλά ως εμπειρία που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, μέσα από αφηγήσεις, σιωπές και οικογενειακές αναφορές.

Ο Βιντσέντσο Μαργιότα
Ο Βιντσέντσο Μαργιότα, τρίτης γενιάς Ιταλός που ζει στο Λίβερπουλ, έχασε τον παππού του στο ναυάγιο.
Η οικογένειά του είχε μεταναστεύσει από το Πιτσινίσκο της Λάτσιο στη Σκωτία στις αρχές του 20ού αιώνα και δραστηριοποιήθηκε στον χώρο της εστίασης.
«Τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά. Η ζωή ήταν όμορφη», θυμάται – μέχρι το ξέσπασμα του πολέμου. Μετά την κήρυξη πολέμου από τον Μπενίτο Μουσολίνι στις 10 Ιουνίου 1940, αναπτύχθηκε έντονο αντι-ιταλικό κλίμα στη Βρετανία, με συλλήψεις και μαζικές κρατήσεις.
Περίπου 4.500 Ιταλοί άνδρες ηλικίας 16 έως 70 ετών, με λιγότερα από 20 χρόνια παραμονής στη χώρα, οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα κράτησης, μεταξύ αυτών και ο παππούς του.
Έρευνες δείχνουν ότι οι Ιταλοί θεωρούνταν από τις αρχές οι πιο «επικίνδυνοι», παρά το γεγονός ότι δεν είχε προηγηθεί ουσιαστική αξιολόγηση της πολιτικής τους στάσης ή της σχέσης τους με το φασιστικό καθεστώς.
Αρχικά, η κοινή γνώμη υποστήριζε την κράτηση των «εχθρικών αλλοδαπών». Μετά όμως τη βύθιση του Arandora Star και έπειτα από πιέσεις βουλευτών, το κλίμα άλλαξε, οδηγώντας στην αποφυλάκιση όσων κρίθηκαν «πιστοί». Πολλοί από αυτούς εντάχθηκαν αργότερα στις ένοπλες δυνάμεις, επιχειρώντας να αποδείξουν την αφοσίωσή τους.
Έλλειψη πληροφόρησης
Με τα χρόνια, ο Μαργιότα άκουσε πολλές διαφορετικές εκδοχές για το τι συνέβη στον παππού του — και αυτό δεν ήταν τυχαίο.
Η επίσημη ενημέρωση υπήρξε αποσπασματική και καθυστερημένη, δημιουργώντας ένα τεράστιο κενό πληροφόρησης. Για παράδειγμα, τα πλοία μεταφοράς κρατουμένων δεν έφεραν καμία σήμανση ότι μετέφεραν αιχμαλώτους ή αμάχους. Αντίθετα, ταξίδευαν χωρίς συνοδεία, εξοπλισμένα με ανθυποβρυχιακά όπλα και ακολουθώντας ζιγκ-ζαγκ πορεία — μια πρακτική που τα καθιστούσε ακόμη πιο ορατά ως στρατιωτικούς στόχους για τα γερμανικά υποβρύχια.
Παράλληλα, οι συγγενείς των επιβατών δεν ενημερώθηκαν άμεσα. Σε πολλές περιπτώσεις χρειάστηκαν εβδομάδες, ενώ ορισμένες οικογένειες έλαβαν την επίσημη ειδοποίηση «αγνοούμενος, πιθανώς πνιγμένος» μόλις τον Απρίλιο του 1941, όταν ολοκληρώθηκε η σχετική λίστα του Υπουργείου Εσωτερικών.
Μέσα σε αυτό το κενό, οι προφορικές αφηγήσεις έγιναν η βασική πηγή μνήμης.
«Έμαθα τι συνέβη μέσα από ιστορίες γύρω από το τραπέζι», λέει ο Μαργιότα, προσθέτοντας: «Κάποιος έσπρωξε τον παππού μου από το πλοίο και του είπε να πηδήξει… φοβόταν, δεν ήξερε να κολυμπά… φώναζε… και μετά δεν τον είδε κανείς ξανά».

Μοντέλο του επιβατηγού πλοίου SS Arandora Star στο Μουσείο Επιστημών του Νότιου Κένσινγκτον, 15 Νοεμβρίου 2008.
Θεωρίες και αναπάντητα ερωτήματα
Μέσα σε αυτό το κενό γεννήθηκαν και πολλαπλασιάστηκαν οι θεωρίες.
«Ακούγονταν ιστορίες ότι το πλοίο μετέφερε χρυσό για τη χρηματοδότηση του πολέμου ή στρατιώτες», λέει ο Μαργιότα. «Καμία δεν επιβεβαιώθηκε. Όμως κάπου υπάρχει μια αλήθεια που δεν έχει ειπωθεί».
Η απουσία σαφών απαντήσεων, σε συνδυασμό με τις οικογενειακές αφηγήσεις, ενίσχυσε την καχυποψία και κράτησε ζωντανές τις εικασίες για δεκαετίες.
«Γιατί να τορπιλιστεί ένα τέτοιο πλοίο; Γιατί ένα πολυτελές κρουαζιερόπλοιο να γίνει στόχος; Υπάρχουν πολλά ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα», καταλήγει.
Ο Μαργιότα είναι ένας από τους πολλούς συγγενείς θυμάτων που συνεχίζουν να ζητούν εξηγήσεις — και, όσο αυτές δεν δίνονται, οι θεωρίες γύρω από την τραγωδία δύσκολα θα σβήσουν.
- HELLO! Fashion: Αυτή την Κυριακή μαζί με το ΒΗΜΑ
- Κρήτη: Σταθερά κρίσιμη η κατάσταση του 4χρονου και του 6χρονου που νοσηλεύονται στη ΜΕΘ Παίδων του ΠΑΓΝΗ
- Η Σάνον Ελίζαμπεθ έβγαλε με το «καλημέρα» 1 εκατ. δολάρια στο OnlyFans
- «Τα κεφάλια κάτω»: Όσα είπε ο Μπαρτζώκας στους παίκτες του μετά το 1-0 επί της Μονακό (vid)
- Βαθαίνει το χάσμα υπουργών-βουλευτών στη ΝΔ: Άγρια Κόντρα Ταχιάου-Γιόγιακα στη Βουλή
- Αρχίζει η ανάπλαση της Λ. Αργυρουπόλεως







