Το σκάνδαλο των υποκλοπών επί Κυριάκου Μητσοτάκη ταλανίζει τη χώρα εδώ και μια τετραετία. Όταν ξέσπασε, ο πρωθυπουργός υποσχέθηκε «άπλετο φως» στη διερεύνησή του. Μετά από τόσα χρόνια και ο πλέον αδαής αντιλαμβάνεται ότι η υπόσχεση αυτή ήταν κενό γράμμα, αντιθέτως η κυβέρνηση έκανε τα πάντα για να εμποδίσει τις έρευνες. Δυστυχώς, εκ του αποτελέσματος και όσων εξελίσσονται ακόμα και σήμερα διαπιστώνει κανείς πως η εισαγγελία του Αρείου Πάγου ταυτίζεται με την κυβερνητική πρακτική. Με απλά λόγια οι ανώτατοι ταγοί της Δικαιοσύνης έχουν δώσει παραπάνω από μία φορές δικαιώματα ώστε να υπάρχει τεράστιο έλλειμα εμπιστοσύνης στο πρόσωπό τους.

Η διάταξη του κ. Τζαβέλα δεν είναι η μοναδική που βάζει εμπόδια και επιχειρεί να παρεμποδίσει την έρευνα. Ήδη μετράμε τέσσερις παρεμβάσεις μέσα σε πέντε χρόνια. Η αρχή έγινε με τον πρώην εισαγγελέα του Άρειου Πάγου κ. Ισίδωρο Ντογιάκο, όταν το σκάνδαλο βρισκόταν ακόμα στο πλαίσιο της διερεύνησης από τις Ανεξάρτητες Αρχές: Της Αρχής για το Απόρρητο των Επικοινωνιών του κ. Ράμμου και των Προσωπικών Δεδομένων του κ. Μενουδάκου.

1η παρέμβαση: Η γνωμοδότηση Ντογιάκου

Ήταν αρχές του 2023 και το κουβάρι της έρευνας είχε αρχίσει να ξετυλίγεται. Προφανώς μπροστά στο φόβο αποκαλύψεων προκύπτει απ’ το πουθενά μια γνωμοδότηση από τον τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ισίδωρο Ντογιάκο. Με αυτήν και επικαλούμενος τον νόμο 5002/2022 της κυβέρνησης της ΝΔ για την ΕΥΠ σημείωνε πως:

1. η ΑΔΑΕ δεν δικαιούται να ενημερώνει πολίτες για το αν υπήρξαν θύματα κρατικών παρακολουθήσεων από την ΕΥΠ,
2. υποστήριζε πως ο έλεγχος της ΑΔΑΕ «καλύπτεται από το απόρρητο» όταν αφορά υποθέσεις εθνικής ασφάλειας, άρα ο Ράμμος και τα μέλη της Αρχής θα παρανομούσαν αν προχωρούσαν σε σχετικούς ελέγχους.

Ως γνωστόν ο κ. Ράμμος ως τότε πρόεδρος της ΑΔΑΕ αγνόησε τη γνωμοδότηση, επικαλούμενος το άρθρο 19 του Συντάγματος περί εποπτείας του απορρήτου των επικοινωνιών και ανέφερε ότι η ΑΔΑΕ έχει συνταγματική και ανεξάρτητη αρμοδιότητα ελέγχου, την οποία δεν μπορεί να περιορίσει «ούτε νόμος ούτε εισαγγελική γνώμη».

Η αλήθεια είναι ότι δεν φτάσαμε έτσι ξαφνικά -αρχές του ’23- στη γνωμοδότητη Ντογιάκου. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2022 και ενώ έτρεχε η εξεταστική στη Βουλή για τις υποκλοπές είχαν αρχίσει οι πρώτες κυβερνητικές αιχμές για τον ρόλο της ΑΔΑΕ στην υπόθεση. Αρχικά γίνεται λόγος για μη χρεία «υπερβάσεων» εκ μέρους της αρχής, εν συνεχεία διατυπώνονται θέσεις πως η ΑΔΑΕ δεν είχε πλήρη αρμοδιότητα να ερευνήσει.

Νόμος εναντίον Συντάγματος

Ακολουθεί η θέσπιση του νόμου 5002, ο οποίος αλλάζει εντελώς το πλαίσιο. Σύμφωνα με αυτόν όποιος θεωρεί ότι παρακολουθείται από την ΕΥΠ υποβάλλει αίτημα ενημέρωσης στην ΑΔΑΕ. Ο νόμος προέβλεπε ότι η όποια ενημέρωσή του θα γινόταν τρία χρόνια μετά την κατάθεση του αιτήματος. Και όταν λέμε η όποια ενημέρωση, εννοούμε ότι πλέον δεν θα ήταν υπεύθυνη η ΑΔΑΕ να ελέγξει και να ενημερώσει. Η έγκριση ή η απόρριψη του αιτήματος αποτελούσε πλέον ευθύνη ενός τριμελούς οργάνου, του διοικητή της ΕΥΠ και των δύο εισαγγελέων της Υπηρεσίας.

Ο πρώην εισαγγελέας του Άρειου Πάγου, Ισίδωρος Ντογιάκος.

Είναι η περίοδος που κορυφώνεται η σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και ΑΔΑΕ, με κυβερνητικά στελέχη να κατηγορούν ευθέως τον κ. Ράμμο για παραβίαση θεσμικών κανόνων και πως κινείται στα «όρια της νομιμότητας». Στις επιθέσεις πρωτοστατούν γνωστά στελέχη της κυβέρνησης όπως οι κ.κ. Γεωργιάδης και Βορίδης και η στοχοποίηση του κ. Ράμμου ολοκληρώνεται όταν τον κατηγορούν ότι δεν ερευνά το σκάνδαλο, αλλά ότι έχει εργαλειοποίηση την ανεξάρτητη αρχή. Τον αποκαλούν έως και delivery boy του ΣΥΡΙΖΑ – ποιος άλλος; ο Άδωνις Γεωργιάδης.

Η γνωμοδότητη Ντογιάκου έρχεται ως κερασάκι στην τούρτα. Παρ΄όλα αυτά ο κ. Ράμμος συνεχίζει την έρευνα και αποτελεί πλέον κόκκινο πανί για την κυβέρνηση. Από εκείνη τη στιγμή στο Μαξίμου σκέφτονται είτε πως θα τον ξεφορτωθούν είτε πως θα τον αδρανοποιήσουν.

Ο κ. Ντογιάκος όμως δεν σταματά εκεί. Δύο μέρες πριν αποχωρήσει από τη θέση του Εισαγγελέα, παραγγέλνει έρευνα εις βάρος τεσσάρων μελών της ΑΔΑΕ για «διαρροή ευαίσθητων κρατικών μυστικών προς το θύμα των υποκλοπών Θανάση Κουκάκη». Εκ του αποτελέσματος -η υπόθεση πήγε άρον, άρον στο αρχείο- αποδείχθηκε ότι ήταν μια προσπάθεια εκφοβισμού των μελών, προφανώς ώστε να μην συνεχίσουν τις έρευνες τους.

2η παρέμβαση: Η κα Αδειλίνη και η υποτιθέμενη «αναβάθμιση»

Τον Ιούλιο του 2023 αναλαμβάνει εισαγγελέας του Αρείου Πάγου η κα Γεωργία Αδειλίνη.  Λίγους μήνες μετά, στις 23 Οκτωβρίου, η κα Αδειλίνη με μια αιφνιδιαστική κίνηση παίρνει την έρευνα για το σκάνδαλο των υποκλοπών από τα χέρια των τριών εισαγγελέων πρωτοδικών που την έτρεχαν έως εκείνη τη στιγμή και τη διαβιβάζει στον αντιεισαγγελέα του Άρειου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση. Η επίσημη εξήγηση ήταν πως με αυτόν τον τρόπο η έρευνα θα «αναβαθμιζόταν».

Αξίζει να σημειωθεί πως όταν η κα Αδειλίνη προαγόταν σε Εισαγγελέα, την ίδια περίοδο η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ολοκλήρωνε τη δική της έρευνα για το Predator και τα θύματα του. Μάλιστα στο σχετικό πόρισμα η Αρχή φαίνεται πως είχε βρει αποδείξεις για τη στοχοποίηση τουλάχιστον 92 προσώπων με το κακόβουλο λογισμικό της Intellexa.

Το σκάνδαλο με την αλλαγή των μελών

Το πόρισμα έφτασε στα χέρια των εισαγγελέων που ερευνούσαν την υπόθεση. Αυτοί με τη σειρά τους ζητούν τη συνδρομή του κ. Ράμμου και της ΑΔΑΕ προκειμένου να γίνει διασταύρωση των στοιχείων που είχε βρει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα του κ. Μενουδάκου.

Αν ολοκληρωνόταν η συγκεκριμένη διασταύρωση των στοιχείων και αποδεικνυόταν ότι τα 92 πρόσωπα (ή έστω κάποια εξ αυτών) υπήρξαν κοινοί στόχοι παρακολούθησης για ΕΥΠ και Predator τότε θα τεκμηριωνόταν το κοινό κέντρο παρακολούθησης στο σκάνδαλο των υποκλοπών. Εννοείται πως αν αυτό επιβεβαιωνόταν με τον πιο επίσημο τρόπο, θα δημιουργούσε σάλο και τεράστιο πρόβλημα στην κυβέρνηση

Λίγο καιρό αργότερα, στα μέσα Σεπτέμβρη του 2023 η κυβέρνηση επισπεύδει τη διαδικασία αλλαγής μελών της ΑΔΑΕ με τη δικαιολογία ότι είχε λήξει η θητεία τους. Για την ιστορία αξίζει να σημειωθεί ότι και σε άλλες αρχές είχαν λήξει οι θητείες αλλά το Μαξίμου ουδέποτε επέδειξε τέτοιο ζήλο για αλλαγή των μελών τους. Είπαμε. Κάπως έπρεπε να απαλλαγούν από τον ενοχλητικό Χρήστο Ράμμο. Ταυτόχρονα και πλην της ΑΔΑΕ, στην ίδια συνεδρίαση της Βουλής αλλάζουν και μέλη του ΕΣΡ. Παρακολουθήστε εδώ μια σημαντική λεπτομέρεια.

Οι καταγγελίες για συμφωνία

Η προηγούμενη σύνθεση του ΕΣΡ είχε επιβάλλει σειρά γενναίων προστίμων στον κ. Κυριάκο Βελόπουλο για το περιεχόμενο των εκπομπών του στα διάφορα περιφερειακά κανάλια στα οποία εμφανίζεται. Η ψηφοφορία για την αλλαγή των μελών των Αρχών πέρασε έπειτα από απίστευτες αντιδράσεις για την ορθότητά της (αν ήταν όντως 3/5 και όχι λιγότερα) με τις ψήφους της ΝΔ και της Ελληνικής Λύσης. Η αντιπολίτευση τότε έκανε λόγο για συμφωνία Μητσοτάκη-Βελόπουλου και για απαλοιφή των προστίμων.

Η πρώην εισαγγελέας του Άρειου Πάγου, Γεωργία Αδειλίνη

Αλλά δεν σταματούν εδώ οι «συμπτώσεις» εκείνης της περιόδου. Οι εισηγήσεις του κ. Ράμμου προς την ολομέλεια της ΑΔΑΕ για διασταύρωση των στοιχείων και για πρόστιμο στην ΕΥΠ απορρίπτονται. Βλέπετε είχαν γίνει οι αλλαγές στο όργανο (ΑΔΑΕ) και είχαν διαφοροποιηθεί οι ισορροπίες. Ο κ. Ράμμος δεν είχε πλέον την πλειοψηφία στο όργανο. Εκτός αυτού όμως συμβαίνει και το εξής πρωτόγνωρο.

Περί τα τέλη Οκτωβρίου και αφού οι εισαγγελείς πρωτοδικών έχουν ζητήσει επανειλημμένα από την ΑΔΑΕ να πραγματοποιήσει τους ελέγχους και η Ολομέλεια κατά πλειοψηφία αρνείται, ο αντιπρόεδρος της Αρχής Γεώργιος Μπακάλης ξεπερνώντας κάθε θεσμικό όριο στέλνει επιστολή στην κα Αδειλίνη και την ενημερώνει, αφενός για την εισαγγελική παραγγελία και αφετέρου για την πρόθεση Ράμμου να προχωρήσει σε ελέγχους και επιβολή προστίμων. Λίγες μέρες αργότερα η κα Αδειλίνη αφαιρεί την έρευνα από τα χέρια των εισαγγελέων πρωτοδικών και τη δίνει στον κ. Ζήση.

Το πόρισμα δεν φτάνει στην ΑΔΑΕ, στην ΕΥΠ, δεν επιβάλλονται πρόστιμα, η έρευνα περνάει στον κ. Ζήση….

3η παρέμβαση: Το διάτρητο πόρισμα Ζήση

Το γεγονός ότι το πόρισμα του κ. Ζήση ήταν ελλιπέστατο και διάτρητο αποδείχθηκε αφενός από το σκεπτικό απαλλαγής πολιτικών προσώπων, αφετέρου από τα ίδια τα γεγονότα. Να μην αναφερθούμε στη δίκη που ακολούθησε στο μονομελές πλημμελειοδικείο όπου οι ενέργειες του προέδρου εξέθεσαν ανεπανόρθωτα τον συνταξιούχο πλέον Αεροπαγίτη κ. Ζήση και την ποιότητα της έρευνάς του. Ειδικά στο θέμα του περίφημου «κρεοπώλη», αποδείχθηκε περίτρανα ότι ο κ. Ζήσης έκανε μια υποτυπώδη κίνηση για τα μάτια του κόσμου και καμία ουσιαστική έρευνα.

Αποτέλεσμα; Ο κ. Ζήσης άφησε τον Αιμίλιο Κοσμίδη ελεύθερο, την ώρα που το δικαστήριο που εξέταζε το σκάνδαλο των υποκλοπών τον υπέβαλε στη βάσανο των ερωτήσεων. Εκεί αποδείχθηκε ότι κ. Κοσμίδης ψευδόταν ασύστολα για την κάρτα, ενώ αποκαλύφθηκε και το όνομα του Κωνσταντίνου Πετρίση, του ανθρώπου που κατ΄ ομολογία του κ. Κοσμίδη τον είχε προσεγγίσει και του είχε πει ότι κάνει «δουλειές για την ΕΥΠ».

Για την ιστορία ο κρεοπώλης ήταν εκείνος από την προπληρωμένη κάρτα του οποίου πληρώθηκαν μολυσμένα sms που στάλθηκαν σε στόχους παρακολούθησης (Σαμαράς, Γεραπετρίτης κ.α.). Η έρευνα του κ. Ζήση κάλυψε την κίνηση της κάρτας για επτά μέρες. Το δικαστήριο ζήτησε τη συνολική κίνηση της κάρτας όπου αποδείχθηκε κάτι εξαιρετικά κρίσιμο. Πως η κάρτα είχε χρησιμοποιηθεί ουκ ολίγες φορές από τον κάτοχό της σε αγορές μολυσμένων sms.

Οι κατευθυνόμενοι πραγματογνώμονες

Πέραν όπως της υπόθεσης του κρεοπώλη, το πόρισμα Ζήση για το σκάνδαλο των υποκλοπών θα μείνει στην ιστορία για άλλη μια επική… παράλειψη. Θα περίμενε κανείς ότι θα φρόντιζε να γίνει ουσιαστική διασταύρωση των στοιχείων που ανέφερε το πόρισμα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και την οποία δεν κατάφερε να κάνει η ΑΔΑΕ.

Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε και υιοθέτησε πλήρως ο κ. Ζήσης ανέφερε ότι παρά το γεγονός ότι υπήρξαν τουλάχιστον 28 κοινοί στόχοι παρακολούθησης ΕΥΠ και Predator, δεν υπήρχε κοινό κέντρο παρακολούθησης, καθώς το ποσοστό των παρακολουθούμενων ήταν εξαιρετικά μικρό. Βλέπετε οι πραγματογνώμονες σύγκριναν τις 28 περιπτώσεις με τις 15 χιλιάδες και πλέον εντολές παρακολούθησης της ΕΥΠ εκείνης της χρονιάς και όχι σε σύγκριση με την έρευνα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η οποία αφορούσε 92 συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Όπως ήταν αναμενόμενο ο συγκεκριμένος τρόπος μέτρησης προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων για τον έλεγχο. Λίγο καιρό αργότερα αποκαλυπτικό δημοσίευμα της εφημερίδας τα ΝΕΑ τεκμηρίωνε πως οι πραγματογνώμονες δεν φαίνεται να ήταν και τόσο ανεξάρτητοι, αντιθέτως φέρονται να δέχθηκαν σαφείς υποδείξεις για το πως θα πραγματοποιήσουν την έρευνά τους. Αυτό κι αν ήταν σκάνδαλο!

4η παρέμβαση: η διάταξη Τζαβέλα

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν ο νυν εισαγγελέας του Άρειου Πάγου κ. Τζαβέλα όντως διάβασε τις 1.930 σελίδες της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Αν όντως το έκανε θα διαπίστωνε πως όντως έχουν προκύψει πολλά και κρίσιμα στοιχεία από τις μαρτυρίες που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Το γιατί επέλεξε να τα αγνοήσει είναι ένα θέμα που θα πρέπει να απασχολήσει τον ίδιο, τη συνείδησή του και την επαγγελματική του τιμή.

Αυτό στο οποίο δεν απάντησε ο κ. Τζαβάρας είναι το εξής ερώτημα: γιατί δεν ζήτησε να εξαιρεθεί από τον έλεγχο της υπόθεσης; Δεν θυμάται πως είχε ρόλο εποπτεύοντος εισαγγελέα στην ΕΥΠ κατά την επίμαχη περίοδο; Λησμονεί ότι υπέγραψε την εντολή παρακολούθησης του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη; Εκεί θα έπρεπε να έχει σταματήσει κάθε ενέργεια από τον ίδιο και η υπόθεση όφειλε να έχει ανατεθεί σε κάποιον αντιεισαγγελέα του Άρειου Πάγου.

Γιατί αρνήθηκε να απαντήσει στις επαναλαμβανόμενες οχλήσεις του δικηγόρου ορισμένων από τα θύματα, Ζαχαρία Κεσσέ, όταν ο τελευταίος ενημέρωνε πως έχει να συνεισφέρει νέα στοιχεία που αφορούσαν στο προς διερεύνηση αδίκημα της κατασκοπείας; Και κυρίως, δεν σκέφτηκε ότι τα έωλα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε ως απορριπτικά της υπόθεσης έρχονται σε ευθεία αντίθεση με πραγματικά γεγονότα που αποκαλύφθηκαν στη δίκη, τεκμηριώθηκαν πλήρως και καταγράφονται στο σκεπτικό της απόφασης;

Τα έωλα «επιχειρήματα»

Πραγματικά, είναι επιχείρημα ανώτατου δικαστικού ότι δεν στοιχειοθετείται στο σκάνδαλο το αδίκημα της κατασκοπείας, επειδή δεν ελέγχθηκαν τα κινητά τηλέφωνα συγκεκριμένων στόχων των υποκλοπών, και άρα, από τη στιγμή που δεν υπήρξε έρευνα, δεν υπάρχει λόγος να γίνει έρευνα; Υπό το ίδιο πρίσμα, ποια νομική βάση έχει το επιχείρημα ότι δεν προέκυψαν νέα στοιχεία για τον κρεοπώλη όταν αποδείχθηκε περίτρανα πως έλεγε ψέματα για την κάρτα, πως αυτή έχει χρησιμοποιηθεί κι άλλες φορές για τον ίδιο, κακόβουλο σκοπό και όταν αναφέρει άτομο με πραγματικά στοιχεία, «συνεργάτη της ΕΥΠ», που τον προσέγγισε.

«Και μόνη, δε, η παραδοχή του ανωτέρω Δικαστή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ότι απαιτείται και άλλη, νέα έρευνα, για την εξακρίβωση τυχόν συμμετοχικής δράσης του Α.Κ, αλλά και τυχόν λοιπών τρίτων προσώπων, στις ένδικες αξιόποινες πράξεις, αναδεικνύει, εμφατικά, το γεγονός, ότι, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν προέκυψαν νεότερα ουσιώδη στοιχεία, ανατρεπτικά του συμπεράσματος του εκδοθέντος εισαγγελικού πορίσματος», αναγράφεται στο.. σκεπτικό του κ. Τζαβέλα που παραβιάζει κάθε λογική. Κι αυτό επειδή ακριβώς προέκυψαν νέα σημαντικά στοιχεία, ζητήθηκε από τον δικαστή η περαιτέρω διερεύνηση. Διαφορετικά δεν θα έστελνε την υπόθεση για επανεξέταση.

Περί εμπιστοσύνης

Σε ό,τι αφορά την περίφημη πλέον, «τυφλή» εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη, την καλύτερη απάντηση έχει δώσει σε άρθρο του ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γ.Χ. Σωτηρέλλης:

«Η εμπιστοσύνη στην Δικαιοσύνη ακολουθεί αυτονοήτως τον γενικό κανόνα της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και άρα συναρτάται ευθέως με την αξιοπιστία της. Με άλλα λόγια, δεν επιβάλλεται εκ των άνω αλλά κερδίζεται… Όπως δεν εμπιστευόμαστε την κυβέρνηση, με όλα αυτά τα σκάνδαλα και τις παρεκτροπές που δηλητηριάζουν τον δημόσιο βίο, όπως δεν εμπιστευόμαστε τα ΜΜΕ (που στην συντριπτική τους πλειονότητα είτε επιδίδονται σε ασύστολη προπαγάνδα υπέρ της κυβέρνησης και των συμφερόντων των ιδιοκτητών τους είτε επιβάλλουν omertà) έτσι δεν εμπιστευόμαστε και την Δικαιοσύνη του βαθέος κράτους, των εθνολαϊκιστικών εξάρσεων, των μονομερών αποφάσεων και της συγκάλυψης των σκανδάλων (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν σεβόμαστε την Δικαιοσύνη ως θεσμό ή ότι δεν εμπιστευόμαστε την στάση και την κρίση επί μέρους εξαιρετικών δικαστικών λειτουργών και –σπανιότερα– Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων)».