Πρόσφατα ο πανεπιστημιακός δάσκαλος και ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ, γνωστός συνταγματολόγος, Δημήτρης Τσάτσος εισήγαγε διά του «Βήματος της Κυριακής» στη δημοσιογραφική γλώσσα τον νεολογισμό «χυδαιογράφημα». Υποθέτω ως αναλογικό σχηματισμό προς το πάλαι ποτέ ένδοξο ευθυμογράφημα, αλλά και προς το σημασιολογικώς συγγενέστερο λιβελογράφημα, τη γραμματολογική υποστήριξη του οποίου ανέλαβα κάποτε προσωπικώς από τη στήλη αυτή, αλλά κινδύνεψα για την απερισκεψία μου να καταδικαστώ. Ομολογώ πως ο νεολογισμός είναι ευρηματικός, ενδέχεται όμως και αυτός να αντιστοιχεί σε πανάρχαιη πρακτική, αν δεν αποδειχθεί κιόλας κοντινός με το παλαιοντολογικό βραχογράφημα.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 9.4.1995, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Όπως κι αν έχει το πράγμα, ο Δημήτρης Τσάτσος ανέλαβε να περιγράψει και να ορίσει το χυδαιογράφημα ως εκφυλιστικό και άκρως επικίνδυνο σύνδρομο της σύγχρονης δημόσιας ζωής μας, τη μέρα μάλιστα που ο, πανεπιστημιακός επίσης, Νίκος Μουζέλης καυτηρίαζε την ίδια δημόσια πληγή με ανάλογη ορολογία σε παρεμβατικό του κείμενο δημοσιευμένο στις «Νέες Εποχές». Η διπλή ωστόσο, προφανώς θαρραλέα και ωφέλιμη, καταγγελία παρέμεινε μάλλον ατελής και μετέωρη, στον βαθμό τουλάχιστον που δεν τεκμηριώθηκε με ονομαστικά παραδείγματα. Έτσι φοβούμαι ότι οι διάσπαρτοι, όπως ισχυρίζονται οι δύο αρθρογράφοι, στον Τύπο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης χυδαιογράφοι θα μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι· εξαιρώντας καθένας τον εαυτό του από την ανώνυμη κατηγορία, κοιτάζοντας να βρει τους ενόχους γύρω του.

Το ίδιο εξάλλου συμβαίνει και με τις περισσότερες άλλες κατηγορούμενες κατηγορίες των λεγομένων δημοσίων λειτουργών. Λ.χ. με τους ιπτάμενους καθηγητές πανεπιστημίου, τους οποίους κατήγγειλε και από τους οποίους εξαιρέθηκε μόνος του σε πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη ο Ουμπέρτο Έκο — ο διάσημος επισκέπτης μας που ανακηρύχθηκε και επίτιμος διδάκτωρ από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για να μην αναφερθώ σε αστιγμάτιστους φαιδρολογούντες λαϊκιστές της πολιτικής μας, οι οποίοι, ανενόχλητοι, κοντεύουν να γίνουν, αν δεν έγιναν κιόλας, παραδείγματα δημόσιας ντομπροσύνης. Θα επιμείνω όμως σε κάποιους διακεκριμένους λογάδες και γραφιάδες, που σκορπούν λόγους και κείμενα στην έντυπη και ηλεκτρονική δημοσιογραφία, πιστεύοντας πως προσφέρουν υποδείγματα ανατρεπτικής σοφίας.


Γιατί εξαιτίας τους κυκλοφορεί και τείνει να καθιερωθεί στον τόπο μας ένας τύπος γραφής, που προτείνω να ονομαστεί «κακογράφημα». Ο νεολογισμός μου (για να μην παρεξηγηθώ) δεν παραπέμπει στην κατά κόρον καταγγελλόμενη αγλωσσία και κακογλωσσία νεαρών ομιλητών — αναπηρία που συνήθως αποδίδεται στην αστόχαστη, όπως πιστεύουν πολλοί, απόφαση της μεταδικτατορικής πολιτείας να στερήσει τους μαθητές της Μέσης Εκπαίδευσης από την αρχαία και λόγια ελληνική γλώσσα. Πρόκειται για άλλου είδους κακογραφία, επί της ουσίας τη φορά αυτή, που ανεξέλεγκτοι την ασκούν σπουδαίοι και σπουδαιοφανείς συνεργάτες του Τύπου, του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης, παίζοντας τον ρόλο του διανοουμένου. Για να μην είναι παντελώς ατεκμηρίωτη η προτεινόμενη αυτή υπόθεση περί σοβαροφανούς κακογραφήματος, έπονται κάποια ενδεικτικά ερωτήματα που επιτρέπουν ίσως την πρωτοβάθμια διάγνωσή του.

Υπάρχουν ή όχι κάποια κριτήρια που ορίζουν ποια κείμενα ανταποκρίνονται πράγματι στο δημόσιο ενδιαφέρον (εντάσσονται επομένως στον δημοσιογραφικό λόγο) και ποια συστήνουν άνοστες αυτοβιογραφικές ομφαλοσκοπήσεις; Υπάρχει ή όχι κάποιο όριο αναγνωστικής αλλά και ακροαματικής αντοχής για την, πολύσημη υποτίθεται, ασάφεια, με την οποία υπονομεύεται τάχα η κοινότοπη και μονοσήμαντη δημοσιογραφική γλώσσα; Τι ποσοστό μεταφορών μπορεί τελικώς να υποφέρει ένα «εφήμερο» κείμενο, όταν μάλιστα οι συσσωρευόμενες μεταφορές ελέγχονται καταφανώς αλλοπρόσαλλες;


Ο κατάλογος των ερωτήσεων θα μπορούσε να μακρύνει, για να φανεί το εύρος και το βάθος της περισπούδαστης κακογραφίας. Αλλά και εδώ η διάγνωση του κακογραφήματος παραμένει αμήχανη, εφόσον δεν δίνονται, από ευγένεια ή ατολμία, ονομαστικά παραδείγματα. Εκτός κι αν βρεθούν σύντομα οι αγενείς εκείνοι τολμηροί που θα συντάξουν επιτέλους αποτρεπτικές οδηγίες προς τους ναυτιλλομένους στο πέλαγος της κακογραφίας μας. Οπότε υπάρχει ο κίνδυνος να κατηγορηθούν ότι κατολίσθησαν στον κατήφορο του χυδαιογραφήματος. Γι’ αυτό καλύτερα: βράστα κι άστα.

*Κείμενο του Δημήτρη Μαρωνίτη, που έφερε τον τίτλο «Κακογράφημα» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 9 Απριλίου 1995.

Ο θεσσαλονικιός Δημήτρης Μαρωνίτης, διαπρεπής φιλόλογος, μεταφραστής, κριτικός και διανοούμενος, γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1929 και απεβίωσε στις 12 Ιουλίου 2016.


Χαρισματικός δάσκαλος και δεινός ερμηνευτής τόσο της αρχαίας όσο και της νέας ελληνικής γραμματείας, ο Μαρωνίτης σφράγισε με το έργο του την εποχή του. Ως εμβριθής μελετητής της ελληνικής γλώσσας και στοχαστής, ως συστηματικός μεταφραστής αρχαίων ελληνικών κειμένων, ως κριτικός έργων νεοελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και ως ακάματος αρθρογράφος, ο Μαρωνίτης κατάφερε να βρεθεί στην κορυφή των ελληνικών γραμμάτων.

Οι παρεμβάσεις του σε θέματα της γλώσσας, της λογοτεχνίας αλλά και του ελληνικού δημόσιου βίου υπήρξαν πάντα καίριες και κατά κανόνα αιχμηρές.

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, ευρέως γνωστός ως Δ. Ν. Μαρωνίτης, μετέφρασε τα ομηρικά έπη και έγραψε βιβλία, μονογραφίες και άρθρα για τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Ηρόδοτο, τον Σοφοκλή κ.ά.


Παράλληλα δημοσίευσε μελετήματα και κριτικά κείμενα για μείζονες νεοέλληνες λογοτέχνες (Σολωμό, Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Σαχτούρη, Σινόπουλο, Εγγονόπουλο, Πατρίκιο, Αναγνωστάκη, Αλεξάνδρου, Χειμωνά κ.ά.).

Ο πολυγραφότατος Μαρωνίτης, εκλεκτός συνεργάτης της εφημερίδας «Το Βήμα» επί σαράντα πέντε ολόκληρα έτη (1971-2016), τιμήθηκε το 1981 με το Α’ Κρατικό Βραβείο Κριτικής – Δοκιμίου για το έργο του «Όροι του λυρισμού στον Οδυσσέα Ελύτη» και το 2003 με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος για την προσφορά του στα ελληνικά γράμματα και στον πολιτισμό.