Η επέτειος των εκατό ετών από την πρώτη ταινία του σπουδαίου Άλφρεντ Χίτσκοκ προσφέρει την ιδανική ευκαιρία για μια επανεκτίμηση της κληρονομιάς ενός εκ των σημαντικότερων σκηνοθετών στην ιστορία του κινηματογράφου.

Τα τελευταία χρόνια, η δημόσια εικόνα του Χίτσκοκ έχει επικεντρωθεί σε μια αφήγηση ελέγχου, εμμονών και ψυχολογικής κακοποίησης των ηθοποιών του, ιδιαίτερα των «ξανθών ηρωίδων» του.

Ωστόσο, νέα έρευνα που έρχεται στο φως μέσα από το έργο του Τόνι Λι Μόραλ υποδηλώνει ότι αυτή η «σκοτεινή πλευρά» ίσως έχει επενδυθεί με δόσεις υπερβολής, τροφοδοτούμενη από προσωπικές αντιπάθειες και μια διαδικασία σταδιακής παραμόρφωσης των γεγονότων από βιογράφους του.

Ναι, ο εμβληματικός σκηνοθέτης του σασπένς ήθελε να δημιουργεί ένταση στα γυρίσματα για να φέρει πιο αληθινές, ωμές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές του. Αλλά μήπως οι ιστορίες για τα ψυχολογικά του κόλπα έχουν διογκωθεί στην αφήγηση;

Το 1978, λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου The Art of Alfred Hitchcock [Η Τέχνη του Άλφρεντ Χίτσκοκ], ο βιογράφος Ντόναλντ Σπότο συνάντησε τον σκηνοθέτη για τελευταία φορά. Σε κάποιο σημείο, ο Χίτσκοκ φάνηκε να αποκοιμιέται στη μέση της συζήτησης, σηματοδοτώντας το τέλος της συζήτησης του με τον συγγραφέα. Σε μια άλλη περίπτωση, ο Σπότο θυμήθηκε ότι τον δάγκωσε η Σάρα, το τεριέ του Χίτσκοκ, αφήνοντάς του μια μελανιά στο χέρι. Όταν ο Χίτσκοκ επέπληξε τον σκύλο, ο Σπότο σημείωσε ότι ήταν η πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια που ο σκηνοθέτης είχε απευθυνθεί σε αυτόν με το όνομά του.

Αυτές οι αφηγήσεις έχουν έρθει στην επιφάνεια σε ένα νέο αντίγραφο μιας ξεχασμένης συνέντευξης μεταξύ του Σπότο και της ηθοποιού Τίπι Χέντρεν το 1980, έξι μήνες μετά τον θάνατο του Χίτσκοκ. Αλλά υποδηλώνουν και κάτι άλλο: μια άβολη σχέση από την αρχή, διαμορφωμένη από παρερμηνείες, δυσπιστία και γεμάτη από προσωπικά παράπονα.

Ο Σπότο δεν απόλαυσε ποτέ την εύκολη συντροφικότητα που παρείχε ο Χίτσκοκ στον εξουσιοδοτημένο βιογράφο του, τον Άγγλο κριτικό Τζον Ράσελ Τέιλορ, ο οποίος έγραψε το Hitch: The Life and Times of Alfred Hitchcock, που εκδόθηκε το 1978. Κατά τη διάρκεια της έρευνας για τη σκοτεινή φήμη του Χίτσκοκ, ο Σπότο έτεινε προς περιστατικά και γεγονότα που εξηπηρετούσαν το αφήγημα του.

Η ανάρρωση της Τίπι Χέντρεν μετά την κινηματογράφιση της σκηνής όπου τα πουλιά της επιτίθενται περιγράφηκε πως είχε διάρκεια 10 ημερών. Ωστόσο εσωτερικά σημειώματα της παραγωγής αποδεικνύουν ότι ήταν μόνο τρεις ημέρες

The Birds (1963) - Melanie is Attacked by The Birds

Η ανάρρωση της Τίπι Χέντρεν μετά την κινηματογράφιση της σκηνής όπου τα πουλιά επιτίθενται στην σταρ της ταινίας The Birds, για παράδειγμα, περιγράφηκε πως είχε διάρκεια 10 ημερών. Ωστόσο εσωτερικά σημειώματα της παραγωγής αποδεικνύουν ότι ήταν μόνο τρεις ημέρες.

Ομοίως, η συχνά επαναλαμβανόμενη ιστορία του Σπότο ότι ο Χίτσκοκ προκάλεσε κακόβουλα έναν τεχνικό σκηνικών να παραμείνει δεμένος με χειροπέδες σε μια αποθήκη όλη τη νύχτα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας The 39 Steps (Τα 39 Σκαλοπάτια, 1935) αντικρούεται από τον βοηθό κάμερας Ντάντλεϊ Λόβελ, ο οποίος θυμήθηκε ότι ο Χίτσκοκ τουλάχιστον επέτρεψε στον άνδρα να επιστρέψει σπίτι φορώντας ακόμα τις χειροπέδες.

Ένα άβολο επεισόδιο, σίγουρα, αλλά όχι ακριβώς η δοκιμασία που έγινε αργότερα στην αφήγηση του Σπότο, και περισσότερο σύμφωνο με το τραχύ και εγκάρδιο χιούμορ του Βρετανού μάστερ της αγωνίας.

Ακόμη και οι ισχυρισμοί γύρω από τις τελευταίες μέρες του Χίτσκοκ αναθεωρούνται από τις νέες αποκαλύψεις. Σύμφωνα με τον Σπότο ο Χίτσκοκ απέρριψε τις προσπάθειες ενός ιερέα να του προσφέρει τις τελευταίες προσευχές και τη συγχώρεση πριν το θάνατο. Μεταγενέστερη μαρτυρία του ιερέα Μαρκ Χένινγκερ αποκαλύπτει ότι ο Χίτσκοκ στην πραγματικότητα τον καλωσόρισε.

Το σκοτεινό πορτρέτο του Σπότο για τον Χίτσκοκ αργότερα τροφοδότησε τα όσα αφηγήθηκε η Χέντρεν για τη συνεργασία της με τον Χίτσκοκ. Σε μια συνέντευξη του 1982 με τον Ρόναλντ Λ. Ντέιβις, η Χέντρεν αναφερόταν στα ευρήματα του Σπότο ως επιβεβαίωση της κακοποιητικής συμπεριφοράς του Χίτσκοκ.

Οι μεταγενέστερες βιογραφίες του Σπότο για τον Χίτσκοκ, τα Τhe Dark Side of Genius και Spellbound by Beauty: Alfred Hitchcock and His Leading Ladies, ουσιαστικά επηρέασαν περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο βιογραφικό έργο τη διαμόρφωση του κυρίαρχου αφηγήματος για τον «δυνάστη» Χίτσκοκ για δεκαετίες.

Kαθώς ανέκδοτες πληροφορίες έρχονται στο φως, μια άλλη, διαφορετική εικόνα για τον αληθινό Χίτσκοκ αναδύεται -και δεν έχει να κάνει καθόλου με κακοποιητική συμπεριφορά ενός βάναυσου, σαδιστή μαέστρου του κινηματογράφου

Η σύγχρονη, σκοτεινή φήμη του Χίτσκοκ, δεν βασίζεται σε ένα μόνο σύνολο στοιχείων, αλλά σε μια κακοφωνία από φήμες, πολλές από τις οποίες έχουν βάση σε προσωπικά παράπονα και αντιπάθειες, φήμες που μέσα στο χρόνο έγιναν κομμάτια της ιστορίας του.

Αυτή η πολυπλοκότητα γίνεται ιδιαίτερα σαφής στις εντάσεις εκτός οθόνης κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας The Birds το 1962. Η παραγωγή ήταν κάθε άλλο παρά αρμονική. Ο Αυστραλός ηθοποιός Ροντ Τέιλορ έφερε μια πολύ διαφορετική ενέργεια στο πλατό από το εργασιακό mindset του Xίτσκοκ. Μάρτυρες θυμούνται τριβές μεταξύ των δύο γράφει ο Guardian.

Ο Χίτσκοκ ενοχλήθηκε από αυτό που θεωρούσε έλλειψη πειθαρχίας του Τέιλορ, ο Τέιλορ αντιστάθηκε στην εξουσία του Χίτσκοκ. Σε μια περίπτωση, ο σκηνοθέτης επέκρινε δημόσια τον ηθοποιό επειδή δεν πρόσφερε την καρέκλα του σε γυναίκες . Ο Τέιλορ φέρεται να επιτέθηκε εναντίον του και παραλίγο να τον χτυπήσει.

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων στον κόλπο Μποντέγκα, το συνεργείο παρέμεινε στην κοντινή Σάντα Ρόζα. Ένα βράδυ, ο Τέιλορ συνελήφθη για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και πέρασε μια νύχτα στη φυλακή – ένα περιστατικό που θα μπορούσε εύκολα να εκτροχιάσει την παραγωγή. Ο Χίτσκοκ αργότερα παραδέχτηκε στον Φρανσουά Τρυφό ότι είχε «προβλήματα με τον πρωταγωνιστή».

Ταυτόχρονα, ο Χίτσκοκ προσπαθούσε να διατηρήσει ένα αυστηρά ελεγχόμενο περιβάλλον γύρω από τη νέα του ανακάλυψη, την Τίπι Χέντρεν, με ελεγχόμενες φιλικές επισκέψεις σε μια προσπάθεια του να ελαχιστοποιήσει τους αντιπερισπασμούς που θα «θόλωναν» την υποκριτική της δεινότητα. Αυτό αναπόφευκτα δημιούργησε ένταση μέσα στο καστ, ήταν σαν οι προσωπικές σχέσεις των συντελεστών να γίνονταν κομμάτι του εφιακτικού σεναρίου της ταινίας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Χίτσκοκ χρησιμοποιούσε ανορθόδοξες μεθόδους ωστόσο οι τεχνικές του, αν και ηθικά αμφισβητήσιμες με τα σημερινά κριτήρια, ήταν ενταγμένες σε ένα πλαίσιο καλλιτεχνικής ακρίβειας και όχι απαραίτητα προσωπικής εμπάθειας

Tippi Hedren: Alfred Hitchcock Assaulted Me After I Refused To Sleep With Him

Οι εντάσεις δεν αφορούσαν μόνο στα γυρίσματα των Πουλιών. Ο σεναριογράφος Έβαν Χάντερ αργότερα περιέγραψε την αποχώρησή του από την ταινία Marnie (Μάρνι, 1964) ως μια δημιουργική διαφωνία. Ο Χάντερ ήταν απρόθυμος να γράψει τη σκηνή βιασμού της ταινίας, ο Χίτσκοκ επέμενε.

Αλλά άλλα στοιχεία υποδεικνύουν πιο προσωπικές εντάσεις. Ο γιος του Χάντερ έχει έκτοτε υποστηρίξει ότι η συμπεριφορά του πατέρα του – που διαμορφώθηκε, όπως είπε, από έναν ψυχαναγκαστικό σεξουαλικό εθισμό – μπορεί να επηρέασε την αντίληψη του Χίτσκοκ για αυτόν, ιδιαίτερα σε σχέση με την προστασία της Χέντρεν.

Αυτό που προκύπτει είναι μια παραγωγή που διαμορφώθηκε από συγκρούσεις – επαγγελματικές, προσωπικές και συναισθηματικές – χωρίς απαραίτητα σαφή, διακριτά κίνητρα. Κάποιες από τις ιστορίες για τον «κακοποιητικό» Χίτσκοκ αμφισβητήθηκαν αργότερα.

Η ίδια η Χέντρεν παραδέχτηκε σε ένα σεμινάριο του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου το 1974 ότι ο Χίτσκοκ μπορούσε να είναι «σκόπιμα προκλητικός, χρησιμοποιώντας την ένταση για να φέρει στην ταινία ισχυρότερες ερμηνείες».

Είχε χρησιμοποιήσει παρόμοιες μεθόδους με τη συμπρωταγωνίστριά της στη Μάρνι, Νταϊάν Μπέικερ, η οποία περιέγραψε πώς ο Χίτσκοκ σκηνοθετούσε μικρές ψυχολογικές προκλήσεις. Μιλούσε γι’ αυτήν σε απόσταση ακοής και στη συνέχεια αρνιόταν όχι μόνο να της απευθύνει το λόγο αλλά ακόμη και να την κοιτάξει πριν από μια λήψη, για να της δημιουργήσει μια αίσθηση ανησυχίας.

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας Rebecca, είπαν στην πρωταγωνίστρια Φοντέιν ότι ο συμπρωταγωνιστής της Λόρενς Ολίβιε την αντιπαθούσε και ήθελε να την αντικαταστήσει η Βίβιαν Λι. Το αποτέλεσμα ήταν να την αποσταθεροποιήσει, να εντείνει το συναίσθημα τη στιγμή που η κάμερα απαθανάτιζε την ερμηνεία της

Ο Χίτσκοκ χρησιμοποίησε ανάλογες τακτικές με ηθοποιούς όπως η Κάρολ Λόμπαρντ και η Τζόαν Φοντέιν. Μετά την ταινία Μr. and Mrs. Smith (Δε σε Θέλω πια, 1941), η Λόμπαρντ δήλωσε στον Τύπο ότι ο Χίτσκοκ «ανακάτευε σκόπιμα τα συναισθήματα των ηθοποιών του» για να αποσπάσει κάτι επιπλέον για την κάμερα, «προκαλώντας δυσφορία, ακόμη και εχθρότητα, αν ένιωθε ότι αυτό εξυπηρετούσε τη σκηνή».

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας Rebecca (Ρεβέκκα, 1940), η Φοντέιν θυμήθηκε ότι της είπαν ότι ο συμπρωταγωνιστής της Λόρενς Ολίβιε την αντιπαθούσε έντονα και ήθελε να την αντικαταστήσει η Βίβιαν Λι. Το αποτέλεσμα ήταν να την αποσταθεροποιήσει, να εντείνει το συναίσθημα τη στιγμή που η κάμερα απαθανάτιζε την ερμηνεία της.

Αυτές οι τεχνικές δεν ήταν πάντα εύκολες, αλλά ήταν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας του δημιουργού να φέρει την όσο το δυνατόν καλύτερη ερμηνεία στα πλατό. Όχι πως οι μέθοδοι και πρακτικές του Χίτσκοκ δικαιολογούνται σήμερα αλλά είναι χρέος της ιστορίας να αναγνωρίσει πώς αυτά τα τρικ έντασης τροφοδοτούσαν το ίδιο το έργο. Οι ταινίες του Χίτσκοκ ορίζονται από ψυχολογική ένταση, έλεγχο και ανησυχία – ιδιότητες που δεν υπήρχαν απομονωμένες από τις συνθήκες υπό τις οποίες γυρίστηκαν.

Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, αυτές οι δυναμικές στο πλατό έχουν γίνει ένα ολοκληρωμένο αφήγημα για τον Χίτσκοκ φωτογραφίζοντας τον ως ένα δημιουργό που απολάμβανε να χειραγωγεί, να ελέγχει, ακόμη και να κακοποιεί τους συνεργάτες του. Αυτό που ήταν περίπλοκο, μερικές φορές αντιφατικό, έχει γίνει μια οριστική θεώρηση του ποιος ήταν ο Χίτσκοκ. Στο πέρασμα των δεκαετιών μεγάλο μέρος της πολυπλοκότητας των συνθηκών στα γυρίσματα των ταινιών του έχει χαθεί.

Η εκατονταετηρίδα της πρώτης ταινίας του Χίτσκοκ, The Pleasure Garden, προσφέρει μια ευκαιρία να κοιτάξουμε ξανά πίσω και να αναγνωρίσουμε αντιφάσεις, να αμφισβητήσουμε υποθέσεις και να αποδεχτούμε ότι η αλήθεια είναι συχνά πιο περίπλοκη από τις ιστορίες που προτιμούμε να αφηγούμαστε.

Υπό αυτή την έννοια, η κληρονομιά του Χίτσκοκ δεν αφορά μόνο τις ίδιες τις ταινίες, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι ταινίες, και ο άνθρωπος πίσω από αυτές, έχουν ερμηνευτεί με την πάροδο του χρόνου.

Η ιστορία του Άλφρεντ Χίτσκοκ δεν είναι μόνο η ιστορία των ταινιών του, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να τον θυμόμαστε. Η τάση του Χόλιγουντ να μετατρέπει τις σύνθετες προσωπικότητες σε μονοδιάστατους χαρακτήρες —είτε ήρωες είτε τέρατα— αδικεί συχνά την αλήθεια

My Name Is Alfred Hitchcock - Official UK Trailer

Όπως υποστηρίζει ο Μόραλ, κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης αντίληψης για τον «σκοτεινό Χίτσκοκ» έπαιξε ο βιογράφος Σπότο που στις μελέτες του παρουσίασε έναν άνθρωπο κυριευμένο από σκοτεινές παρορμήσεις. Εντούτοις, αποκαλύπτεται τώρα ότι η σχέση του Σπότο με τον Χίτσκοκ ήταν εχθρική από την αρχή.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Χίτσκοκ χρησιμοποιούσε ανορθόδοξες μεθόδους ωστόσο οι τεχνικές του, αν και ηθικά αμφισβητήσιμες με τα σημερινά κριτήρια, ήταν ενταγμένες σε ένα πλαίσιο καλλιτεχνικής ακρίβειας και όχι απαραίτητα προσωπικής εμπάθειας.

Η ιστορία του Άλφρεντ Χίτσκοκ δεν είναι μόνο η ιστορία των ταινιών του, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να τον θυμόμαστε. Η τάση του Χόλιγουντ να μετατρέπει τις σύνθετες προσωπικότητες σε μονοδιάστατους χαρακτήρες —είτε ήρωες είτε τέρατα— αδικεί συχνά την αλήθεια.

Ο Χίτσκοκ ήταν ένας άνθρωπος που πίστευε στον απόλυτο έλεγχο της τέχνης του, και οι μέθοδοί του ήταν συχνά σκληρές. Ωστόσο, η αναθεώρηση της φήμης του απαιτεί να διαχωρίσουμε τα πραγματικά γεγονότα από τις προσωπικές μνησικακίες και τους μύθους που χτίστηκαν μετά τον θάνατό του. Η αλήθεια παραμένει πιο ενδιαφέρουσα από κάθε κατασκευασμένο σενάριο: ένας μεγαλοφυής δημιουργός που ζούσε και ανέπνεε μέσα από το σασπένς, τόσο στην οθόνη όσο και στη ζωή.

Το βιβλίο του Τόνι Λι Μόραλ A Century of Hitchcock: The Man, the Myths, the Legacy [Ένας αιώνας Χίτσκοκ: Ο Άνθρωπος, οι Μύθοι, η Κληρονομιά] εκδίδεται στις 9 Ιουνίου από τις University Press του Κεντάκι.