Στις 7 Απριλίου 1995 απεβίωσε στην Αθήνα ο Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης, ακαδημαϊκός και πνευματικός άνθρωπος με ιδιαίτερα αξιόλογο συγγραφικό έργο, μέλος της περίφημης Γενιάς του ’30.

Τέκνο του ιατρού και βουλευτή Νικολάου Πετσάλη και της Θεοδώρας Διομήδη, ο Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 1904.

Αφού σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στη Γαλλία (Μονπελιέ και ακολούθως Παρίσι), επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του και έλαβε, τον Απρίλιο του 1928, το πτυχίο του από τη Νομική Σχολή.


Η επαγγελματική σταδιοδρομία του ξεκίνησε από το Τμήμα Οικονομικών Μελετών και Στατιστικής της αρτισύστατης Τράπεζας της Ελλάδος, την περίοδο κατά την οποία διοικητής αυτής ήταν ο Αλέξανδρος Διομήδης, αδελφός της μητέρας του.

Ο Πετσάλης-Διομήδης αναμείχθηκε στην ενεργό πολιτική, προσχωρώντας στο Προοδευτικό Κόμμα του Γεωργίου Καφαντάρη και λαμβάνοντας μέρος ως υποψήφιος στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1932.

Ο Πετσάλης-Διομήδης πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» το 1923.

Τα πρώτα διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Ερανιστής» το 1924 και το 1925.


Στο συγγραφικό έργο του περιλαμβάνονται διηγήματα, ιστορικά μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και χρονικά.

Ο Πετσάλης-Διομήδης τιμήθηκε για το λογοτεχνικό έργο του από την Ακαδημία Αθηνών το 1950, ενώ έλαβε το Α’ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 1957 («Έξαρσις της γλυκείας χώρας Κύπρου») και το Α’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορηματικής Βιογραφίας το 1963 («Ελληνικός όρθρος»).

Το 1977 αναγορεύτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1994 επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Στο φύλλο του «Βήματος» που είχε κυκλοφορήσει στις 30 Ιουλίου 1972, ημέρα Κυριακή, ο Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης είχε εκθέσει τις απόψεις του για δύο έννοιες ασφαλώς συγγενικές, αλλά κατά βάθος ξεχωριστές: τη γλώσσα και το ύφος.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 30.7.1972, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ιδού τα όσα είχε γράψει ο εμβριθής αυτός μελετητής της ελληνικής γλώσσας:


Διάβασα τελευταία τη φράση «τα υποδειγματικά κείμενα του Μακρυγιάννη κλπ. κλπ.». Τη διάβασα διατυπωμένη σε άρθρο εξαιρετικού ενδιαφέροντος, δίκαια δημοσιευμένο ως κύριο άρθρο στην εφημερίδα «Το Βήμα». Το άρθρο αυτό αφορά ένα από τα ζωτικώτερα θέματα του Ελληνισμού, θέμα που ταλαιπωρεί τον τόπο από τα πρώτα χρόνια της ελεύθερης ζωής του (μπορώ να πω και προς το ’21, αλλά φυσικά μόνο για μερικά φωτισμένα μυαλά —Κοραής, Βηλαράς, Ψαλίδας κλπ.— χωρίς να ανατρέξω στα πιο παλιά, λ.χ. στον αρχόμενο 16ο αι., όταν ο Μεγάλος Πατριάρχης και Μάρτυρας Κύριλλος Λούκαρης θέλησε να μεταφραστούν τα Ευαγγέλια σε μια απλή γλώσσα, κατανοητή σε όλους, δηλαδή στην τότε καθομιλουμένη, με άλλα λόγια στη δημοτική).

Το άρθρο, ωστόσο, που μου δίνει αφορμή στις παρακάτω σκέψεις τέμνει το πολυσυζητημένο και άλυτο ως τώρα θέμα της γλώσσας με τρόπο εύστοχο, σαφή, πεντακάθαρο.

Επιστρέφω στη φράση «τα υποδειγματικά κείμενα του Μακρυγιάννη κλπ. κλπ.». Επειδή λοιπόν το περισπούδαστον άρθρο που αναφέρω αφορά «τη γλώσσα, τη διγλωσσία και την αντιγλώσσα», θα ήθελα να μου επιτραπή να κάνω μια παρατήρηση πάνω σε κάποια λεπτομέρεια που βέβαια θα φανεί σχολαστική, αν όχι ανάξια λόγου σε όσους δεν είναι μεμψίμοιροι «καλαμαράδες» σαν και μένα.

Πρόκειται για τη σύγχυση που κάνουν ακόμα και άνθρωποι αξίας, άνθρωποι μορφώσεως και στοχασμού, πάνω στο θέμα «γλώσσα» και το θέμα «ύφος». Ας επεξηγήσουμε, ωστόσο, τις δύο αυτές ξέχωρες έννοιες και τη διαφορά, την απόσταση που τις χωρίζει.


Η «γλώσσα» είναι κάτι αντικειμενικό, κάτι δεμένο με γενικούς κανόνες, κάτι εξ ορισμού ψυχρό και δύσκαμπτο (αν όχι άκαμπτο). Αντίθετα το ύφος είναι κάτι απόλυτα υποκειμενικό. Ύφος είναι ο τρόπος που ο κάθε άνθρωπος που γυρεύει να εκφράσει τους στοχασμούς του και τα συναισθήματά του, δηλαδή να εξωτερικευθεί με ένα γραπτό κείμενο (ή με άλλο μέσο), είναι ο τρόπος ο προσωπικός του καθενός να κάνει χρήση της γλώσσας στην οποία εκφράζεται, ακόμα και να σπάσει μερικούς κανόνες που δεν τον χωρούν ή που του φαίνονται κενοί πια από ζωντανό νόημα, αρκεί να μην προσβάλει βάναυσα και ακαλαίσθητα το κοινό αίσθημα της γλώσσας. Το ύφος, με άλλα λόγια, έχει θερμότητα, μια θερμότητα, λίγη ή πολλή άσχετο, που αντλήθηκε από την ψυχή και από τη σκέψη ενός ανθρώπου. Δεν είναι επιτρεπτό να συγχέουμε τη «γλώσσα» που μεταχειρίζεται ο καθένας με το «ύφος» με το οποίο χειρίζεται τη γλώσσα αυτή.

Καθώς γνωρίζουμε όλοι, υπάρχουν άνθρωποι που χειρίζονται τέλεια μια γλώσσα, που κατέχουν όλα τα μυστικά της, γραμματικά και συντακτικά, αλλά οι οποίοι δεν έχουν ύφος (ας μου συγχωρεθεί και η λέξη «στυλ» για να είμαι απόλυτα σαφής) και τα κείμενά τους (ανεξάρτητα από την αξία τους κατά τα άλλα) είναι ψυχρά, είναι άψυχα (δεν εξαιρώ μήτε τα καθαρά επιστημονικά συγγράμματα, που και εκείνα θα έπρεπε να έχουν «ύφος». Πρβλ τα κείμενα παλαιοτέρων, του Κ. Παπαρρηγόπουλου, του Βασ. Οικονομίδη, που διακρίνονται για το ύφος τους. Και εδώ μια παρέκβαση ακόμα. Στους επιφανείς αυτούς συγγραφείς παρατηρεί κανείς ολοφάνερα πόσο η άρτια γνώση της γλώσσας συντελεί επιβοηθητικά στον εμπλουτισμό του κειμένου και στη στιλπνότητα της φράσεως, δηλαδή στο ύφος.)


Από την άλλη μεριά έχουμε ανθρώπους (λογοτέχνες συνήθως) που μπορεί να μην είναι απόλυτα κύριοι της γλώσσας που μεταχειρίζονται (ξέρω ανορθογραφίες, ξέρω ασυνταξίες, ξέρω ονομαστικές απολύτους), αλλά που έχουν ύφος, ύφος που σε συνεπαίρνει όταν διαβάζεις κείμενά τους, γιατί σταλάζουν κόμπους από το αίμα τους στη φράση τους, βάζουν κομμάτια από την ψυχή τους στην κάθε λέξη. Τα γραπτά τους αυτονών παίρνουν έτσι εκείνους τους κυματισμούς, εκείνα τα ανεβάσματα και τα κατεβάσματα, εκείνη τη ζωντάνια, τη ζωή που τα κάνει να ξεχωρίζουν από κάθε άλλο κείμενο, σε κάνει να τα ξεχωρίζεις αυτόματα ανάμεσα σε όλα τα άλλα κείμενα και λες: «Αυτό είναι του Τάδε. Αυτό είναι του Δείνα» και να μην πέφτεις ποτέ έξω.

Για τούτο το λόγο, το ύφος δεν μπορεί να περάσει από τον ένα στον άλλο, να μεταλαμπαδευτεί, να δημιουργήσει «σχολή» καθώς λένε. Εξόν αν γίνει καθαρή μίμηση. «Μ’ αρέσει», λες, «το ύφος του Τάδε. Θα γράψω σαν κι’ αυτόν». Όμως ετούτο το πλάγιο μέσο γίνεται αμέσως φανερό. Κανένας δε γελιέται, γελάει ίσως. Εκτός όταν η μίμηση γίνεται εξεπίτηδες, εσκεμμένα, σκόπιμα, ως γραφική δεξιοτεχνία, σαν ένα παιχνίδι που «όζει λυχνίας» (σ.σ. επιτηδευμένο, υπέρ το δέον δουλεμένο, στερούμενο φυσικότητας). Παράδειγμα σ’ αυτό αναφέρω τα Pastiches (σ.σ. Απομιμήσεις) του Μαρσέλ Προυστ, που πήρε κάποτε ένα θέμα και το έγραψε όπως θα το έγραφαν διάφοροι, εντελώς διαφορετικής ψυχοσυνθέσεως, δηλαδή ύφους, συγγραφείς.


Η γλώσσα, αυτή καθ’ εαυτή, είναι στεγνή γραμματική, είναι συντακτικό, δεν δέχεται ούτε δεξιοτεχνίες, μήτε παιγνίδια. Μόνο το ύφος, δηλαδή η συγκίνηση εκείνου που τη μεταχειρίζεται, η θέρμη του, ο παλμός του, η αισθητική του αντίληψη και το «αυτί» του (το αυτί έχει τεράστια σημασία στο ζήτημα του ύφους) μεταδίδουν στη γλώσσα την ειδική εκείνη γεύση που μας συγκινεί και εμάς, το ιδιαίτερο εκείνο χρώμα, τον ξεχωριστό πλούτο που τη συμπληρώνει θαυμαστά και την καθιστά μια κατ’ εξοχήν λεπτή πνευματική απόλαυση.

Ο συγγραφέας που έχει ύφος είναι σαν τον γλύπτη που χαϊδεύει τον πηλό και του δίνει μορφή, πλάθει μ’ αυτόν ζωή, κάτι παραπάνω και έξω από τη ζωή, εμφυσώντας, σαν τον δημιουργό στα σχήματα που γεννάει με την τέχνη του, την προσωπικότητά του, κάτι πέρα από τη ζωή.

Και να η λέξη, ήρθε μόνη της: η προσωπικότητα. Το κάθε ύφος έχει και άλλη προσωπικότητα. Την προσωπικότητα του δημιουργού του. Δεν έχει θέση στο κείμενό του αυτουνού η χρησιμοποίηση μιας τυπικής εκφράσεως, χιλιοειπωμένης, ενός «κλισέ». Ο δημιουργός χτίζει τη δική του γλώσσα, με το δικό του ύφος, ανανεώνοντας τις σκουριασμένες από τη μακρά χρήση κλειδώσεις του εκφραστικού οργάνου. Ο δημιουργός πλάθει με το κοινότερο υλικό τον δικό του φραστικό κόσμο, ανακατεύοντας τις μπογιές πάνω στη δική του παλέτα.


Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης

Γυρίζω πάλι στη φράση που έγινε αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις. Μιλούν συνεχώς για τη «γλώσσα» του Μακρυγιάννη. Αλλά ο Μακρυγιάννης δεν είναι γλώσσα, είναι ύφος. Του Μακρυγιάννη το ύφος είναι καταπληκτικό, είναι σπαρταριστό, είναι όλο ζωή, έχει τη φρεσκάδα του αχρησιμοποίητου. Απορώ πώς δεν έκαναν τη διάκριση αυτή άνθρωποι με γράμματα, άνθρωποι παιδείας, και φτάνουν να τον εκθειάζουν ως την υπερβολή, για να μην πω ως το παραλήρημα. Απορώ πώς δεν τον αποκαλούν και «δάσκαλο» μόνο και μόνο γιατί το γραπτό του έχει τη λιτότητα, την αμεσότητα και τη δροσιά του λαϊκού προφορικού λόγου.

Ο Μακρυγιάννης επραγματοποίησε έναν άθλο. Έμαθε γράμματα, κολυβογράμματα, μεγάλος άνθρωπος πια, γιατί τον έτρωγε η εσωτερική ανάγκη να πει όσα ένιωθε να βράζουν μέσα του. Και δίχως να το φανταστεί ο ίδιος, δίχως να το καταλάβει, έγραψε —ο αγράμματος— με ένα ύφος καταπληκτικό, ακριβώς όσα και όπως αναβλύζανε από μέσα του, ύφος αυθόρμητο και γι’ αυτό τόσο αγνό (μιλώ μόνο για το ύφος των γραπτών του), ύφος πραγματικά συναρπαστικό, συνταρακτικό μερικές φορές, χωρίς να ξέρει γράμματα επαναλαμβάνω (και ίσως γι’ αυτό, ίσα-ίσα, θα πουν μερικοί), έτσι ως θα τα εδιηγόταν προφορικά, ιστορώντας τα περιστατικά της μυθιστορηματικής, της ηρωικής, της ανήσυχης ζωής του και τα συναισθήματα και τις γνώμες του (σωστές ή όχι) για τα πρόσωπα που γνώρισε και που έδρασαν εκείνα τα «μεγάλα χρόνια» καθώς λέει ο Βλαχογιάννης.


Τέτοιο είναι το εξαιρετικό επίτευγμα του Μακρυγιάννη. Αλλά ας μη μιλάμε για «γλώσσες» και «υποδείγματα» και τα παρόμοια. Για το θαυμαστό ύφος του ας μιλούμε. Όπως είπαμε και παραπάνω κανένα ύφος δεν μπορεί να χρησιμεύση ως υπόδειγμα. Το ύφος του θα το βρει ο κάθε συγγραφέας μέσα του, σκαλίζοντας και καλλιεργώντας την ψυχή του με το διάβασμα και το γράψιμο («Γράφοντας γίνεσαι συγγραφέας» μου έλεγε στα νιάτα μου ένας σοφός Γάλλος δάσκαλός μου).

Και ας μη λησμονούμε: γλώσσα είναι γραμματική. Ύφος είναι ο άνθρωπος. Το είπε ο μεγάλος φυσιοδίφης Buffon στον περίφημο λόγο του κατά την υποδοχή του στη Γαλλική Ακαδημία. Πριν διακόσια χρόνια.

Υ.Γ. Ύστερα από το «Ενημερωτικόν τεύχος επί των εργασιών Επιτροπής Παιδείας» που μόλις δόθηκε στη δημοσιότητα, κάθομαι και λέω στον εαυτό μου: «Περί πολλά τυρβάζεις, Αθανάσιε, ενώ ενός έστι χρεία». Τι σημασία μπορεί να έχει το ζήτημα του «ύφους» όταν το ζήτημα της γλώσσας, της γλώσσας των παιδιών μας, κείτεται δεκαετίες ολόκληρες ξεκοιλιασμένο;

Η κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου προέρχεται από το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών (ΙΙΕ/ΕΙΕ, πηγή: εκδόσεις Σοκόλη).