Το Woodstock αποχαιρετά τον «Country» Τζο ΜακΝτόναλντ – Πέθανε στα 84 ο θρύλος του αντιπολεμικού κινήματος των 60’s
Ο «Country» Τζο ΜακΝτόναλντ, εμβληματική μορφή της αντικουλτούρας της δεκαετίας του ’60 και δημιουργός του αντιπολεμικού ύμνου «I-Feel-Like-I’m-Fixin’-To-Die Rag» που σημάδεψε το Woodstock, πέθανε σε ηλικία 84 ετών
Ο αμερικανός τραγουδοποιός και κιθαρίστας «Country» Τζο ΜακΝτόναλντ, μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες της αντικουλτούρας της δεκαετίας του 1960, πέθανε την Κυριακή σε ηλικία 84 ετών. Το όνομά του συνδέθηκε όσο λίγων καλλιτεχνών με το αντιπολεμικό κίνημα της εποχής, κυρίως μέσα από το τραγούδι «I-Feel-Like-I’m-Fixin’-To-Die Rag», που καυτηρίαζε με σαρκασμό τον Πόλεμο του Βιετνάμ και έμεινε στην ιστορία από την εμφάνισή του στο φεστιβάλ Woodstock.
Ο ΜακΝτόναλντ, γνωστός ως ιδρυτικό μέλος και βασικός τραγουδιστής των Country Joe and the Fish, άφησε την τελευταία του πνοή στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας. Όπως ανακοίνωσε η σύζυγός του, Κάθι ΜακΝτόναλντ, με την οποία ήταν μαζί για περισσότερα από τέσσερις δεκαετίες, ο θάνατός του προήλθε από επιπλοκές της νόσου του Πάρκινσον.
Το τραγούδι που έγινε ύμνος του αντιπολεμικού κινήματος
Ο ΜακΝτόναλντ υπήρξε ενεργό μέλος της μουσικής σκηνής της περιοχής του Σαν Φρανσίσκο για πολλά χρόνια, έχοντας γύρω του καλλιτέχνες όπως οι Grateful Dead και οι Jefferson Airplane, αλλά και τη φίλη και για ένα διάστημα σύντροφό του, Τζάνις Τζόπλιν. Στη διάρκεια της καριέρας του έγραψε ή συνυπέγραψε εκατοντάδες τραγούδια και κυκλοφόρησε δεκάδες άλμπουμ, κινούμενος από την ψυχεδέλεια μέχρι τη ροκ με επιρροές από τη σόουλ.
Παρότι η δισκογραφία του ήταν μεγάλη, το κομμάτι που τον καθιέρωσε γράφτηκε σχεδόν αυθόρμητα. Το 1965, τη χρονιά που ο πρόεδρος των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον αποφάσισε την αποστολή αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων στο Βιετνάμ, ο ΜακΝτόναλντ συνέθεσε μέσα σε λιγότερο από μία ώρα το «I-Feel-Like-I’m-Fixin’-To-Die Rag». Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στο σπίτι του ιδρυτή της Arhoolie Records, Κρις Στράχβιτς, στο Μπέρκλεϊ.
Στο ύφος του λεγόμενου «talking blues», εμπνευσμένο από τον Γούντι Γκάθρι, το τραγούδι χρησιμοποιούσε σαρκασμό για να σχολιάσει τον πόλεμο και την προοπτική ενός πρόωρου και παράλογου θανάτου. Το ρεφρέν του έγινε γρήγορα γνωστό στους θεατές συναυλιών, που το τραγουδούσαν μαζί του.
Όταν το έγραψε, ο ΜακΝτόναλντ ήταν ήδη μέλος των νεοσύστατων Country Joe and the Fish. Στις συναυλίες πρόσθετε πριν από το τραγούδι μια χαρακτηριστική ιαχή: «Give me an F, give me an I, give me an S, give me an H».
Στο Woodstock το 1969, όταν εμφανίστηκε μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, η μπάντα βρισκόταν ήδη κοντά στη διάλυση και η εισαγωγική ιαχή είχε μετατραπεί σε μια διαφορετική τετραγράμματη λέξη που ξεκινούσε επίσης από «F». Το κοινό τραγουδούσε μαζικά μαζί του, σε μια σκηνή που καταγράφηκε στο ντοκιμαντέρ Woodstock που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά.
Όπως είχε πει ο ίδιος το 2019 στο Associated Press, ενώ πολλοί καλλιτέχνες στο φεστιβάλ μιλούσαν γενικά για την ειρήνη, εκείνος επέλεξε να μιλήσει ευθέως για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Η εισαγωγική κραυγή, όπως εξηγούσε, ήταν ένας τρόπος να εκφραστεί η οργή και η απογοήτευση μιας ολόκληρης γενιάς.
Φήμη αλλά και αντιδράσεις
Η επιτυχία του τραγουδιού τον έκανε γνωστό, αλλά προκάλεσε και αντιδράσεις. Το 1968 ο παρουσιαστής Εντ Σάλιβαν ακύρωσε εμφάνιση του συγκροτήματος στο τηλεοπτικό του σόου μόλις έμαθε για την προκλητική ιαχή που προηγήθηκε του τραγουδιού.
Μετά το Woodstock, ο ΜακΝτόναλντ συνελήφθη σε συναυλία στο Γούστερ της Μασαχουσέτης επειδή χρησιμοποίησε την ίδια ιαχή επί σκηνής και τιμωρήθηκε με πρόστιμο. Το περιστατικό συνέβαλε στη σταδιακή διάλυση του συγκροτήματος.
Η σχέση του με το αντιπολεμικό κίνημα τον έφερε και στο δικαστήριο. Οι δεσμοί του με ακτιβιστές όπως οι Άμπι Χόφμαν και Τζέρι Ρούμπιν τον οδήγησαν να καταθέσει ως μάρτυρας στη δίκη των λεγόμενων Chicago Eight — αργότερα γνωστών ως Chicago Seven — για τις διαδηλώσεις στο συνέδριο των Δημοκρατικών το 1968 στο Σικάγο.
Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του προσπάθησε να τραγουδήσει το τραγούδι για να εξηγήσει το περιεχόμενό του, αλλά ο δικαστής τον διέκοψε λέγοντας ότι «δεν επιτρέπεται τραγούδι στο δικαστήριο». Εκείνος συνέχισε απλώς απαγγέλλοντας τους στίχους.
Το 2001 αντιμετώπισε και μια δικαστική διαμάχη για τη μελωδία του τραγουδιού. Η κόρη του τζαζ μουσικού Edward «Kid» Ory υποστήριξε ότι το κομμάτι βασιζόταν στο παλαιότερο ορχηστρικό έργο «Muskrat Blues» της δεκαετίας του 1920. Ομοσπονδιακός δικαστής της Καλιφόρνια αποφάσισε τελικά υπέρ του ΜακΝτόναλντ, επισημαίνοντας ότι η αγωγή είχε κατατεθεί με υπερβολική καθυστέρηση.
Η ζωή μετά το Woodstock
Παρότι συνέχισε να περιοδεύει και να ηχογραφεί για πολλά χρόνια, το όνομά του έμεινε για πάντα συνδεδεμένο με τη δεκαετία του 1960. Ο ίδιος δεν έκρυβε τη νοσταλγία του για εκείνη την εποχή, κάτι που φάνηκε και στο τραγούδι «Bring Back the Sixties, Man» που κυκλοφόρησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970.
Στη δισκογραφία του περιλαμβάνονται άλμπουμ όπως «Country», «Carry On», «Time Flies By» και «50», ενώ συνέχισε να γράφει τραγούδια με κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο, όπως το «Save the Whales» το 1975.
Παρά την έντονη αντιπολεμική του στάση, ο ίδιος είχε σύνθετα συναισθήματα για τον πόλεμο του Βιετνάμ. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 είχε υπηρετήσει στο αμερικανικό Ναυτικό στην Ιαπωνία και ένιωθε ότι καταλάβαινε τόσο τους διαδηλωτές όσο και τους στρατιώτες που πολεμούσαν.
Στη δεκαετία του 1990 συμμετείχε στην πρωτοβουλία για τη δημιουργία μνημείου των βετεράνων του Βιετνάμ στο Μπέρκλεϊ, το οποίο αποκαλύφθηκε το 1995. Όπως έγραψε αργότερα, η τελετή εγκαινίων είχε περισσότερο χαρακτήρα συμφιλίωσης παρά αντιπαράθεσης, παρά τις συγκρούσεις που είχαν σημαδέψει την πόλη στα χρόνια του πολέμου.
Προσωπική ζωή και πρώτα χρόνια
Ο ΜακΝτόναλντ παντρεύτηκε τέσσερις φορές και απέκτησε πέντε παιδιά και τέσσερα εγγόνια. Για ένα διάστημα στη δεκαετία του 1960 είχε σχέση με τη Τζάνις Τζόπλιν. Όταν αποφάσισαν να χωρίσουν, εκείνη του ζήτησε να της γράψει ένα τραγούδι, το οποίο έγινε η μπαλάντα «Janis».
Γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1942 στην Ουάσινγκτον και μεγάλωσε στο El Monte της Καλιφόρνιας. Οι γονείς του, πρώην κομμουνιστές, τον ονόμασαν προς τιμήν του Ιωσήφ Στάλιν και τον ενθάρρυναν από μικρό να αγαπήσει τη μουσική και να αναπτύξει κοινωνική συνείδηση.
Από τα εφηβικά του χρόνια έγραφε τραγούδια, έπαιζε τρομπόνι στη σχολική μπάντα και μάθαινε μόνος του κιθάρα, παίζοντας φολκ, μπλουζ και κάντρι.
Μετά τη θητεία του στο Ναυτικό, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, φοίτησε για λίγο στο Los Angeles State College, αλλά σύντομα μετακόμισε στο Μπέρκλεϊ, όπου εντάχθηκε ενεργά στη φολκ μουσική σκηνή και στα πολιτικά κινήματα της εποχής. Εκεί ίδρυσε και το υπόγειο περιοδικό Rag Baby, για την προώθηση του οποίου γράφτηκε και το «I-Feel-Like-I’m-Fixin’-To-Die Rag».
Το 1965 δημιούργησε το συγκρότημα Country Joe and the Fish μαζί με τον κιθαρίστα Barry «The Fish» Melton, τον μπασίστα Bruce Barthol, τον οργανίστα David Bennett Cohen και τον ντράμερ Gary «Chicken» Hirsh. Το όνομα προέκυψε από μια φράση του Μάο Τσε Τουνγκ που έλεγε ότι οι επαναστάτες είναι «τα ψάρια που κολυμπούν στη θάλασσα του λαού».
Όπως και άλλα συγκροτήματα της εποχής — όπως οι Jefferson Airplane και οι Byrds — η μπάντα ξεκίνησε από τη φολκ μουσική και πέρασε σταδιακά στη φολκ-ροκ και την ψυχεδελική ροκ.
Το πρώτο τους άλμπουμ, «Electric Music for the Mind and Body», κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1967 και περιλάμβανε το τραγούδι «Not So Sweet Martha Lorraine». Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν στο Monterey Pop Festival, ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της εποχής του λεγόμενου Summer of Love.
Όπως είχε πει ο ίδιος χρόνια αργότερα, δεν ένιωθε ότι ζούσε κάποιο «καλοκαίρι της αγάπης», όπως το παρουσίαζαν τα μέσα ενημέρωσης. Εκείνο που τον ενθουσίαζε περισσότερο ήταν ότι ένιωθε πως είχε βρει μια νέα κοινότητα, μια αντικουλτούρα στην οποία επιτέλους αισθανόταν ότι ανήκε.
Αν μεγάλωσατε στη δεκαετία του '80, είναι πολύ πιθανόν να έχετε κάποια από αυτά τα 11 χαρακτηριστικά στην προσωπικότητά σας, που σήμερα είναι πιο σπάνια.
Το «Toxic» είναι μια παρτίδα σκάκι κεκλεισμένων των θυρών με μοναδικό στόχο την επιβίωση, μια κλειστοφοβική εμπειρία που ανατρέπει τα πάντα, μέχρι το τελευταίο λεπτό.