Παρατηρώντας τα συμβαίνοντα στον ελληνικό χώρο τις τελευταίες δεκαετίες αισθάνεται κανείς συχνά την ανάγκη να αναφωνήσει, μαζί με τον Γιουβενάλη: Είναι δύσκολο να μη γράψεις σάτιρα. Ακριβώς γι’ αυτό η χαρά γίνεται διπλή και πολλαπλή όταν μια εξαιρετική επίδοση σε υποχρεώνει να ξεχάσεις τη σάτιρα και να ανασύρεις από τη μακρά αχρησία τις εμφατικότερες λέξεις του ελληνικού λεξιλογίου για να συνθέσεις ένα εγκώμιο.  Η εξαιρετική αυτή επίδοση οφείλεται στην ανεξάντλητη πολυμάθεια, στον άψογο ερευνητικό εξοπλισμό αλλά και στην πολύχρονη προσωπική αυταπάρνηση του Φίλιππου Ηλιού (όσοι του παραστάθηκαν αναφέρονται από τον ίδιον· όσοι δεν του παραστάθηκαν, μολονότι είχαν την οικονομική, τη θεσμική ή την πολιτική δυνατότητα να το κάμουν, θα πρέπει να ντρέπονται). Τιτλοφορείται «Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα» και ο πρώτος τόμος της, που περιλαμβάνει όσα βιβλία και φυλλάδια κυκλοφόρησαν από το 1801 ως το 1818, κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1997. Ήδη η επιβλητική εμφάνιση και η τυπογραφική τελειότητα του τόμου αυτού, η οποία δεν τέρπει απλώς τον καλαίσθητο αλλά και ικανοποιεί την απαίτηση του ειδικού για όλο και λεπτότερους εμπράγματους διαφορισμούς, δείχνουν ότι εδώ έχουμε μπροστά μας ένα εγχείρημα σχεδιασμένο έτσι ώστε να αποτελέσει ένα κτήμα εσαεί, ένα ορόσημο στην ιστορία των εθνικών μας γραμμάτων. Ίσως τέτοιες αξιώσεις να προκαλούσαν δυσπιστία αν προβάλλονταν από κάποιον άλλον. Αλλά όταν τις προβάλλει ο Φίλιππος Ηλιού, τότε τα πράγματα αλλάζουν ριζικά.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 19.4.1998, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Στο τωρινό μνημειώδες έργο του εκβάλλει ένας μόχθος πολλών δεκαετιών, όχι ο μόχθος του στεγνού φιλολόγου, αλλά εκείνος του ιστορικού, ο οποίος αγκαλιάζει με την πλατιά εποπτεία του μιαν εποχή διαστρωματωμένη κατά τις ποικίλες εμφανίσεις της, όντας έτσι σε θέση να χρησιμοποιήσει για τους συνθετικούς σκοπούς του τα εργαλεία και τα πορίσματα κλάδων συγγενών αλλά στενότερων. Σχετικά λίγοι, ακόμη και μεταξύ των παροικούντων τη Σιών της ελληνικής ιστορικής επιστήμης, έχουν πλήρη εικόνα της συνολικής προσφοράς του Φίλιππου Ηλιού όχι μόνο στην έρευνα του νεοελληνικού 18ου-19ου αι. αλλά και σε μια σειρά γενικότερα προβλήματα της νεοελληνικής κοινωνίας και ιδεολογίας. Γιατί η προσφορά αυτή έχει κατακερματισθεί σε ένα πλήθος δημοσιευμάτων σκορπισμένων σε ισάριθμα σχεδόν έντυπα, χωρίς ποτέ να συγκεντρωθεί σε μερικούς τόμους, ταξινομημένη κατά θέματα. Τούτος ο καταμερισμός δεν ήταν μοιραίο αποτέλεσμα της έλλειψης μιας μακράς συνθετικής πνοής. Αντίθετα, προέκυπτε από μιαν αυστηρή επιστημονική συνείδηση, η οποία επέτασσε να αποτελεί το κάθε δημοσίευμα μια νέα συμβολή στις γνώσεις μας, όχι αναμάσημα πραγμάτων ήδη ειπωμένων ούτε συρραφή τέτοιων αναμασημάτων υπό την μορφή ψευδοσυνθέσεων. Αφήνοντάς τα αυτά να τα κάμουν άλλοι, ο Φίλιππος Ηλιού έφερε στο φως άγνωστα υλικά και λανθάνουσες συνυφάνσεις προσώπων και πραγμάτων, διευκρίνισε πτυχές και έσυρε κρίσιμες γραμμές — από τα συχωροχάρτια στην εποχή της Τουρκοκρατίας ίσαμε τον κοραϊσμό και τις ιδεολογικές χρήσεις του και από εκεί πάλι ίσαμε τα καθέκαστα της ελληνικής μαρξιστικής κοινωνιολογίας στον αιώνα μας.


Χωρίς αμφιβολία, η συγκέντρωση του πολυσχιδούς αυτού συγγραφικού έργου θα καταστήσει ορατή μιαν από τις κορυφαίες επιτεύξεις της ελληνικής ιστορικής έρευνας. Το κυριότερο εμπόδιο στη συγκέντρωση αυτή φαίνεται να είναι πάντοτε η ανεμελιά απέναντι στον εαυτό του, η οποία ως αναγκαίο και χαριτωμένο κακό συνοδεύει την αιώνια νεανικότητα του Φίλιππου Ηλιού. Ίσως πάλι να κρατά ο ίδιος τη βιβλιογράφηση και παρουσίαση της δικής του δουλειάς για αργότερα, πιστεύοντας ότι δεν είναι ακόμη αρκετά ώριμος προκειμένου να καταπιαστεί με τον Φίλιππο Ηλιού!

[…]


Θέτοντας τη βιβλιογραφία σε νέα ιστορική και μεθοδολογική βάση, ο Φίλιππος Ηλιού δεν ακύρωσε ούτε αγνόησε την παλαιότερη βιβλιογραφική εργασία, αλλά τη διεύρυνε και την ολοκλήρωσε. […] Μολονότι η συμβολή του στους τομείς αυτούς ξεπερνά κατά πολύ το επίπεδο και τα όρια προσθηκών, προχωρώντας σε μια ουσιωδώς νέα σύλληψη της βιβλιογραφικής εργασίας, ωστόσο θα πρέπει να επισημανθεί εδώ μια συγγένειά του με τους προδρόμους του, στους οποίους, τουλάχιστον ως προς το σημείο αυτό, θα πρέπει να συγκαταλεγεί και ο αείμνηστος Κ. Θ. Δημαράς. Εννοώ το ήθος, την απαντοχή, τη βαθύτερη αυτοπεποίθηση του χαλκέντερου λογίου, ο οποίος χάνεται στο παρελθόν όχι γιατί ξεχνά το παρόν αλλά όπως εξαφανίζεται ο άτρομος σκαπανέας στο σκοτεινό ορυχείο: για να φέρει στο φως πολύτιμο μετάλλευμα. Πολλά σημάδια δείχνουν ότι αυτός ο ανθρώπινος τύπος, μαζί με το ήθος που ενσάρκωνε, εκλείπει όλο και περισσότερο. Όλο και λιγότεροι βρίσκουν το εσώτερο σθένος και την εσωτερική αυτάρκεια που απαιτούν οι σιωπηρές και άχαρες εργασίες, μακριά από κραυγαλέους διανοουμενισμούς και τηλεοπτικούς ή δημοσιογραφικούς ακκισμούς. Και όμως αυτοί θεμελιώνουν σήμερα, για να πατήσουν αύριο άλλοι πάνω σε στέρεο έδαφος — αυτοί, κι όχι όποιος, στο όνομα της πάλης και του «σχολαστικισμού», δεν ασχολείται παρά με ξώπετσες μόδες που εκτρέφει η πνευματική νωθρότητα ή όποιος μετατρέπει λογοτεχνική αδεία τα ασήμαντα προσωπικά του βιώματα σε κοσμογονικά συμβάντα και τα εκποιεί στην αγορά. Με τη δουλειά του ο Φίλιππος Ηλιού μάς δείχνει ότι ο χαλκέντερος και ο «σχολαστικός» δεν είναι υποχρεωτικά ο αντίποδας του καινοτόμου και του θεμελιωτή, ότι δεν κατέχει παρακατιανή θέση στον καταμερισμό της πνευματικής εργασίας. Και τούτη η έμμεση προτροπή για αυστηρή και πειθαρχημένη επιστημονική εργασία διόλου δεν αποτελεί το λιγότερο σημαντικό μήνυμα από όσα εκπέμπει ο κρινόμενος τόμος.


Μαζί με τη μητέρα του, Ελευθερία, στην κηδεία του πατέρα του το 1985

[…] Δεν ξέρουμε με απόλυτη βεβαιότητα αν ένα μνημειώδες εγχείρημα, όπως αυτό του Φίλιππου Ηλιού, αποτελεί στη σημερινή συγκυρία μοχλό για τη μακροπρόθεσμη αναγέννηση μιας εθνικής παιδείας, υπό την ευρύτερη έννοια του όρου, ή συνιστά μάλλον μια μεγαλοπρεπή επιτύμβια πλάκα για ένα έθνος ήδη ουσιαστικά νεκρό από ιστορική άποψη. Ο καθένας μας βεβαίως θα ευχόταν να συμβαίνει το πρώτο. Κατά πόσο η ευχή και η ελπίδα έχουν ακόμη περιθώρια θα μας το δείξουν στο μέλλον ο τρόπος και ο βαθμός της αξιοποίησης της «Ελληνικής Βιβλιογραφίας του 19ου αιώνα» εκ μέρους νεότερων ερευνητών, διατεθειμένων να επενδύσουν στη δουλειά τους όσα επένδυσε σε αυτήν ο Φίλιππος Ηλιού.

*Αποσπάσματα από κείμενο του Παναγιώτη Κονδύλη για τον Φίλιππο Ηλιού και το έργο του «Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα». Έφερε τον τίτλο «Ο νέος σκαπανέας» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 19 Απριλίου 1998.


Ο Παναγιώτης Κονδύλης

Ο Παναγιώτης Κονδύλης, διακεκριμένος φιλόσοφος και οξυδερκής διανοητής, γεννήθηκε στην Αρχαία Ολυμπία (στον οικισμό Δρούβα) στις 17 Αυγούστου 1943 και απεβίωσε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 1998.


Ο γεννημένος στη Μυτιλήνη ιστορικός Φίλιππος Ηλιού, γιος του αειμνήστου αγωνιστή και διανοουμένου της Αριστεράς Ηλία Ηλιού (1904-1985), απεβίωσε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2004, σε ηλικία 73 ετών.