Να λοιπόν που πιάσαμε, για άλλη μια φορά, να μιλάμε για τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Οχι ακριβώς να μιλάμε δηλαδή, να πλακωνόμαστε αφού πρώτα έχουμε ομαδοποιηθεί και φανατιστεί για ένα θέμα που, σε κανονικές συνθήκες λαού και κοινωνίας, θα έπρεπε να μας ενώνει. Για παράδειγμα, όταν το 2014 είχε έρθει στη χώρα μας, για την υπόθεση των Γλυπτών, η Αλαμουντίν και ο Κλούνεϊ, δεν θυμάμαι να το είχαμε αναγάγει σε αιτία εθνικού διχασμού. Αντε κάποιες κυρίες του ακτιβισμού, της πολύ Αριστεράς και της καθόλου προόδου να είχαν ενστάσεις για το λάιφ στάιλ της Αμάλ. Εξάλλου ο επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ υπουργός Πολιτισμού Αριστείδης Μπαλτάς, το είχε ξεκόψει. «Δεν θα διεκδικήσουμε νομικά τα Γλυπτά του Παρθενώνα». Τώρα έγινε η τούμπα που έδωσε την ευκαιρία στον Αλέξη Τσίπρα να ποζάρει με (σημειολογικό) φόντο την Ακρόπολη και με bodylanguage (χαμηλωμένο κεφάλι, μισόκλειστα μάτια, σφιγμένο στόμα) που παραπέμπει σε βαθιά σκέψη για το (πιθανό) κακό που θα μας βρει. Πάντως, κατά τη γνώμη μου, οι κομματικές κορώνες – και από τους μεν και από τους δε – γι’ αυτό το θέμα, απομειώνει τη σημαντικότητά του.

Η διεκδίκηση των Γλυπτών έχει ξεκινήσει ταυτόχρονα, περίπου, με την ίδρυση του ελληνικού κράτους, επί Οθωνα συγκεκριμένα, ενώ υπάρχουν και σχετικά κείμενα του Καβάφη. Στα νεότερα χρόνια ωστόσο, το θέμα ανακίνησε η Μελίνα Μερκούρη. Με ποια αφορμή; Το 1961 αρχίζουν τα γυρίσματα της «Φαίδρας» σε σκηνοθεσία του Ζιλ Ντασέν, σενάριο του ίδιου και της Μαργαρίτας Λυμπεράκη (βασισμένο στον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη) και με πρωταγωνιστές τη Μελίνα, τον Αντονι Πέρκινς και τον Ραφ Βαλόνε. Θέλουν να γυρίσουν μια σκηνή και στο Βρετανικό Μουσείο, στην αίθουσα με τα γλυπτά, αλλά η διεύθυνση τούς φέρνει πολλά προβλήματα. Τότε η Μελίνα γίνεται έξαλλη. Εμποδίζουν το γύρισμα στα μνημεία της δικής της πατρίδας; Από τότε αρχίζει να καλλιεργείται εντός της η ιδέα της επιστροφής. Είκοσι χρόνια μετά, το 1982, είναι πια υπουργός Πολιτισμού. Και στο παγκόσμιο Συνέδριο της UNESCO στο Μεξικό, θέτει για πρώτη φορά στη διεθνή συζήτηση το θέμα του επαναπατρισμού των Γλυπτών.

Η Μελίνα ήταν, συγχρόνως, ονειροπόλος αλλά και ρεαλίστρια. Είχε όραμα αλλά μπορούσε να αναγνωρίσει τις δυσκολίες για την πραγματοποίησή του. Ηξερε ότι η υπόθεση των Γλυπτών είχε πολλά νομικά βαρίδια και ο επαναπατρισμός τους δεν θα μπορούσε να γίνει μέσα σε λίγα χρόνια. Είχε επίγνωση όμως ότι ο δρόμος προς τον τελικό στόχο, όσο μακρύς κι αν ήταν, μόνο καλό θα έκανε στην Ελλάδα. Και, εκ του αποτελέσματος, φάνηκε ότι είχε δίκιο. Το θέμα από διμερές έγινε διεθνές, άλλαξε η ορολογία και δεν λέγονται πια «Ελγίνεια», μία λέξη που τα συνέδεε με τον Ελγιν. Και η χώρα, εν αναμονή των Γλυπτών, απέκτησε το ωραιότερο, ίσως, μουσείο στον κόσμο, το μουσείο της Ακρόπολης.

Μια μέρα με τον Μπόρις Τζόνσον

Από όλον τον αγώνα της Μελίνας Μερκούρη για τη διεκδίκηση των Γλυπτών, υπάρχει ένα παραλειπόμενο με πολύ «μελινίστικο» άρωμα, απόλυτα συμβατό δηλαδή με το χειμαρρώδη ταμπεραμέντο της. Το 1986, ο Μπόρις Τζόνσον (ο γνωστός) ως πρόεδρος του Oxford Union, του παλαιότερου φοιτητικού συνδέσμου στον κόσμο, είχε διοργανώσει μια μεγάλη εκδήλωση γι’ αυτήν την υπόθεση, με επίσημη καλεσμένη τη Μελίνα.

Ο λόγος της συγκίνησε και ενθουσίασε το ακροατήριο. Και για το τέλος, η Μελίνα τούς επεφύλαξε το «παιχνίδι της διπλής εξόδου». Πίσω από το βάθρο από το οποίο μιλούσε υπήρχαν δύο πόρτες. Είχε φροντίσει να υπάρχει από μία ταμπέλα στην κάθε μία. Η μια έγραφε «Yes» και η άλλη «Νο». Προέτρεψε λοιπόν αυτούς που συμφωνούσαν με τα όσα τους είχε πει λίγο πριν, να βγουν από την πόρτα του «Yes». Και όσους διαφωνούσαν, από την πόρτα του «Νο». Με τον Τζόνσον πρώτο πρώτο που πήδηξε στα καθίσματα για να προλάβει, η συντριπτική πλειονότητα συνωστίστηκε στην πόρτα του «Yes». Η Μελίνα όμως αφαιρέθηκε και κατευθύνθηκε προς την άλλη.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ