Στο άρθρο της περασμένης Τρίτης γράφαμε τις εντυπώσεις μας από μια επίσκεψη στην καλύβα του Πόε, στο Φόρνταμ, τη μακρινή συνοικία της Νέας Υόρκης. Θυμηθήκαμε αυτήν την επίσκεψη εξ αφορμής των εκατόν πενήντα χρόνων από τη γέννηση του μεγάλου Αμερικανού ποιητή. Η καλύβα του Πόε είναι τώρα Εθνικό Μνημείο. Μια κυρούλα με άσπρα μαλλιά, που είναι επιμελήτρια της καλύβας, άρχισε να μας αφηγήται την πολυτάραχη ζωή του ποιητή συμβουλευόμενη κάτι κιτρινισμένα φύλλα που κρατούσε. Ήταν μια εξιστόρηση της Ελισάβετ Έλικοτ Πόε, ενός μέλους της οικογένειας των Πόε, για τον ένδοξο πρόγονο. Έλεγε η κυρούλα, κι’ ολοένα τελειωνόνταν η σύνθεση: η αλήθεια μπερδευόταν μες στην περιοχή της φαντασίας.


«Ήταν, λέει, κάποτε στην Ευρώπη, μια φαμίλια, ένα όνομα παλιό ιταλικό, τους λέγαν Ντε Πόερ. Κατά το 1000 μ.Χ. ένας βαρώνος της οικογένειας των Πόερ άφησε την Ιταλία, έμεινε λίγον καιρό στην Νορμανδία, ύστερα πήγε στην Ιρλανδία. Εκεί ρίζωσε, έγινε ο γενάρχης.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 15.12.1959, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Πέρασαν μερικοί αιώνες της Αγγλίας, ήρθε ο Κρόμβελ. Όταν μπήκε στην Ιρλανδία, οι Πόερ ήταν μαζί μ’ εκείνους που τον χτυπήσανε. Αυτό τους κόστισε όλο το έχει τους. Ο Κρόμβελ κι’ οι άνθρωποί του ρημάξανε τους Πόερ. Έτσι ο Δαυΐδ Πόερ ξεμπαρκάρησε μια μέρα με τους γονιούς του στην Αμερική. Εγκαταστάθηκε στην Πενσυλβανία. Έγινε Πόε. Παντρεύτηκε μια θεατρίνα, αποξενώθηκε απ’ την οικογένειά του, μπήκε στο θίασο της γυναίκας του. Ένα βράδυ ήταν στο θέατρο μια κοπελίτσα δεκαοχτώ χρονώ, που έμελλε αργότερα να γίνη η μητέρα του Λογκφέλλοου. Η νέα θεατρίνα που έπαιζε στη σκηνή έμελλε να γίνη αργότερα η μητέρα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Ο γυιος της μικρής θεατρίνας έμελλε να γίνη ο αμείλιχτος κριτικός του γυιου της κόρης της πλατείας. Ο Λογκφέλλοου θα έλεγε αργότερα για τον Πόε χωρίς μνησικακία: «Πάντα είχα την ιδέα πως αυτή η σκληρότητα της κριτικής του δεν είχε άλλα κίνητρα παρά μόνο την οξύθυμη και υπερευαίσθητη ιδιοσυγκρασία του, που την είχε διπλασιάσει ένα ακαθόριστο αίσθημα αδικίας».

Σε μια απ’ τις περιπλανήσεις του θιάσου, στη Βαλτιμόρη, γεννήθηκε ο Έντγκαρ Πόε. Όταν έγινε τριώ χρονώ, η μητέρα του πέθανε. Τη θάψαν έξω απ’ το κοιμητήρι, μακριά απ’ τους άλλους τάφους. Γιατί τον καιρό εκείνον ήταν απαγορευμένο να θάβουν τους ηθοποιούς μες στα νεκροταφεία. Η μητέρα του Πόε έπρεπε να περιμένη εκατόν δέκα εφτά χρόνια ίσαμε που ν’ αποκτήση έναν τάφο στην αυλή της εκκλησίας και ν’ αναπαυθή.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 15.12.1959, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο μικρός Έντγκαρ ήταν ένα παιδί ονειροπόλο και ρεμβαστικό. Στα 1833 ένα βδομαδιάτικο φύλλο, «Ο επισκέπτης του Σαββάτου», έγραψε πως θα δώση βραβείο εκατό δολλάρια στο καλύτερο διήγημα και ποίημα. Ο Πόε πήρε το βραβείο διηγήματος, άρχισε τη λογοτεχνική του σταδιοδρομία. Άρχισε σκληρή δουλειά, ξύπνησε ο φθόνος των συναδέλφων του, οι αντιζηλίες, οι επιθέσεις, οι αθλιότητές τους. Η αδικία που του γινόταν τού πλημμύριζε την καρδιά, βασάνιζε την ευαίσθητη φύση του. Ολοένα τον κυρίευε η μελαγχολία, ολοένα το μυστήριο και η έλξη του θανάτου γινόταν ακαταμάχητη και δυναστευτική. Ολοένα βυθιζόταν στην αίσθηση πως δεν είμαστε παρά ένα παιχνίδι του πεπρωμένου. Ωστόσο μέσα του χτυπούσε πάντα η καρδιά ενός παιδιού. Και ο κόσμος αυτό δεν το ξεχνά εύκολα. Είναι το πιο ασυγχώρητο σφάλμα».


Η κυρούλα με τα άσπρα μαλλιά, η φύλακας της καλύβας του Πόε, στάθηκε. Ξεκουράστηκε. Ύστερα ξαναγύρισε στα κιτρινισμένα φύλλα του χαρτιού που ήταν στα γόνατά της:

«Τότε, στα 1846, ήρθε με τη νέα γυναίκα του, τη Βιργινία, εδώ, στην καλύβα αυτή εδώ του Φόρνταμ. Λίγο νωρίτερα είχε αρχίσει να γράφη το «Κοράκι», το αθάνατο παράπονο του «Nevermore». Το υπέγραψε με ψευδώνυμο. Ωστόσο τον έμαθαν. Έγινε ένδοξος.


– Ποιος είναι αυτός ο Πόε, ο νέος προφήτης στον κόσμο της ποίησης; ρωτούσαν.

Η δόξα, η φήμη έρχονταν καλπάζοντας. Όμως η Βιργινία του πέθαινε στην καλύβα του Φόρνταμ. Κι ο Έντγκαρ Πόε είχε σφαληχτά τ’ αυτιά του σ’ όλες τις φωνές του θριάμβου που έρχονταν απέξω, δεν άκουγε παρά μόνο αυτό: το σφυριχτό του θανάτου καθώς έβγαινε απ’ το λαιμό της αγαπημένης του. Τι αξία είχαν τα εγκώμια των λύκων που χτες μόλις λυσσούσαν γυρεύοντας να τον κατασπαράξουν; Τι αξία είχαν τα χαμόγελα και τα εγκώμια των φίλων του όταν ήταν τόσο κοντόφθαλμοι και δεν μπορούσαν να δουν πως είχε πιο πολύ ανάγκη από βούτυρο, για να βαστάξη στη ζωή τη γυναίκα του, κι όχι από ύμνους;»

Η γυναίκα συνέχισε σε λίγο:

«Σαν πέθανε η Βιργινία ο Έντγκαρ άρχισε να πίνη πολύ. Ξαναγύρισε στη Βαλτιμόρη. Τότε έγραψε τους περίφημους στίχους των «Σημάντρων». Μια νύχτα, λέει η παράδοση, ο Έντγκαρ είχε πάει στη δημόσια βιβλιοθήκη. Γύριζε αργά στο σπίτι του, χιόνιζε. Άκουσε τα κουδούνια μιας καρότσας. Ήταν μια χαρωπή μελωδία. Χύθηκε η μελωδία στην καρδιά του. Έψαξε στην τσέπη του γυρεύοντας μολύβι και χαρτί. Δεν είχε. Τα μαγαζιά είχαν κλείσει. Οι στίχοι έρχονταν ο ένας πίσω απ’ τον άλλον – φράσεις εξαίσιες θα χάνονταν. Ο Πόε χίμησε στο πρώτο σπίτι που ήταν εκεί κοντά, χτύπησε το κουδούνι. Ήταν το σπίτι του δικαστή Ζιλ. Άνοιξε ο ίδιος ο δικαστής. «Χαρτί και μελάνη σάς παρακαλώ!» είπε έξαλλος ο νυχτερινός ξένος. Ο δικαστής, βλέποντας πως είχε να κάμη μ’ έναν κύριο, τον κάλεσε μέσα, τον οδήγησε στη βιβλιοθήκη του κι αποσύρθηκε ευγενικά αφήνοντας μόνο του τον ξένο. Όταν αργότερα μπήκε στη βιβλιοθήκη για να δη τι κάνει ο άγνωστος, αυτός δεν ήταν πια εκεί. Είχε φύγει. Όμως πάνω στο τραπέζι, γραμμένες σ’ ένα χαρτί, ήταν οι πρώτες τρεις στροφές των «Σημάντρων», που αργότερα ο δικαστής τις κορνίζωσε και τις κρέμασε στο γραφείο του».


Έμελλε στη Βαλτιμόρη να ’ναι και οι τελευταίες μέρες του μεγάλου ποιητή της Αμερικής. Τον βρήκαν μια νύχτα αναίσθητο απ’ το μεθύσι στα σκαλιά του παλιού Μουσείου της Βαλτιμόρης. Ο άνθρωπος που βρήκε το αναίσθητο κορμί το λυπήθηκε, πήγε κοντά να δη ποιος ήταν, όταν με φρίκη αναγνώρισε πως ήταν ο ξάδερφός του ο Έντγκαρ Πόε. Φώναξε ένα αμάξι και τον μεταφέρανε στο Νοσοκομείο του Πανεπιστημίου. Τρεις μέρες οι γιατροί προσπαθούσαν να τον σώσουν. Δεν μπόρεσε να συνέλθη.

Αυτή ήταν η ζωή και ο θάνατος του Έντγκαρ Πόε που τον θυμήθηκε εφέτος ο κόσμος, εκατόν πενήντα χρόνια από τη γέννησή του.

*Άρθρο του λογοτέχνη και ακαδημαϊκού Ηλία Βενέζη, που έφερε τον τίτλο «Ο ποιητής του Φόρνταμ» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» στις 15 Δεκεμβρίου 1959.

Ο διάσημος αμερικανός λογοτέχνης Έντγκαρ Άλαν Πόε έφυγε από τη ζωή στις 7 Οκτωβρίου 1849, σε ηλικία 40 μόλις ετών.