[…]

Μόνη εγγύηση στην περιπέτεια της διδασκαλίας είναι η αγάπη του δασκάλου για το παιδί, η κατάκτηση του γνωστικού αντικειμένου και η παιδεία. Αυτά αποτελούν την πνευματική παρακαταθήκη του δασκάλου. «Μείζων δε τούτων» η παιδεία. Ο δάσκαλος της παιδείας γνωρίζει το αντικείμενο διδασκαλίας και διαλεγόμενος μ’ αυτό βρίσκει τους τρόπους για να το διδάξει· «ο δάσκαλος χωρίς παιδεία δεν χρειάζεται προτροπές και οδηγούς διδασκαλίας· χρειάζεται παιδεία».

Αυτόν τον δάσκαλο δείχνει ο Παρίσης με το έργο του, τον δάσκαλο της παιδείας. Όπως αντιλαμβάνεσθε, δεν μιλώ για τον δάσκαλο τον «σοφό», τον δάσκαλο που ξέρει πολλά, αλλά για τον δάσκαλο που αισθάνεται πολύ και βαθιά, όχι για τον καταρτισμένο αλλά για τον καλλιεργημένο, τον μορφωμένο, αν και κατά κανόνα κατάρτιση και μόρφωση πηγαίνουν μαζί.

Τέτοιος δάσκαλος στάθηκε ο Νικήτας Παρίσης. Δάσκαλος που ήξερε να ανάβει στις ψυχές των μαθητών του τη σπίθα της παιδείας. Ελάτε να χαρούμε μαζί μια τέτοια ευλογημένη στιγμή, όπου η τάξη μέσα σε κλίμα μυσταγωγίας γεύεται σα θεία μετάληψη τα άχραντα μυστήρια που της προσφέρει αυτός ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ με κεφαλαία όλα τα γράμματα και όχι μόνον το δ. Διαβάζω από το «Σχολικό Ημερολόγιο» του Παρίση:

Η πιο μεγάλη αμοιβή του δασκάλου

«Ένας δάσκαλος, πάνε πολλά χρόνια από τότε, δίδασκε σε μια τάξη από μετάφραση τους Πέρσες του Αισχύλου. Διάβασε πρώτα στα παιδιά, με σωστό αναγνωστικό ήθος, αρμονικά ταιριασμένο με την ένταση του τραγικού λόγου, το μήνυμα για τη συμφορά των Περσών στη Σαλαμίνα. Αυτό το μήνυμα που έφερε ο άγγελος στη μάνα του Ξέρξη, την Άτοσσα.

Όση ώρα ακουγόταν η αφήγηση του αγγέλου, η τάξη δεν ανάσαινε. Σαν να ’χαν κοπεί οι αναπνοές των μαθητών. Μέσα στην απόλυτη σιωπή ακουγόταν μόνο η σκληρή τιμωρία της περσικής αλαζονείας.

Ύστερα, μαθητές και δάσκαλος μίλησαν για τις άλλες δύο συμφορές-τιμωρίες που βρήκαν τους Πέρσες, καθώς διάβαιναν, υποχωρώντας άτακτα με τα ράκη τους, τα ελληνικά εδάφη. Αποκορύφωμα της θείας νέμεσης το περιστατικό της τιμωρίας των Περσών στο μακεδονικό ποτάμι.

Είχε οίστρο ο δάσκαλος. Ακολουθούσαν και τα παιδιά με το δικό τους λόγο. Μα πιο πολύ ο αισχύλειος λόγος γέμιζε χορταστικά την τάξη και έδινε φτερά στα παιδιά.

Ξαφνικά, ένας μαθητής, την ώρα που η ένταση του μαθήματος ανέβαινε και η τάξη γευόταν την ταραχή του τραγικού κειμένου, σηκώθηκε όρθιος. Ο δάσκαλος διέκοψε:

Ξενοφώντα, θέλεις κάτι;

Γεια σου, Δάσκαλε είπε ο μαθητής συγκρατημένα και ξανακάθισε στη θέση του.

Στα λίγα λεπτά της αμήχανης σιωπής, ο δάσκαλος δεν είπε τίποτα. Μόνο ψιθύρισε μέσα του:

Η πιο μεγάλη αμοιβή μου».

«Άστραψε φως και γνώρισε ο νιος τον εαυτό του» λέει για τέτοιες ώρες ο Διονύσιος Σολωμός. Το γλυκό φως που γοητεύει την τάξη και ανεβάζει τη θερμοκρασία κάθε ψυχής γυρίζει στον δάσκαλο με την ιερή έκρηξη του Ξενοφώντα. Ο δάσκαλος φωτίζει και φωτίζεται· δίνει και παίρνει· παιδεύει και παιδεύεται. Στον βαθμό που φωτίζει, φωτίζεται· στον βαθμό που προσφέρει, δέχεται· στον βαθμό που παιδεύει, παιδεύεται. Το ξέρει αυτό ο δάσκαλος· το ξέρει από τους μεγάλους του δασκάλους· το ξέρει και από το σκίρτημα της δικής του ψυχής. «Ξέρει ότι σε μια παιδεία, φτάνει ν’ αξίζει το όνομα αυτό πραγματικά, και οι δύο πλευρές ταυτόχρονα και παίρνουν και δίνουν· ότι δεν είναι μόνο ο μαθητής, είναι και ο δάσκαλος που παιδεύεται, ίσως μάλιστα πιο γόνιμα από τον νέο, έτσι που ζει μια ζωή πιο συνειδητή απ’ ό,τι εκείνος». Ο δάσκαλος εμπνέει και εμπνέεται την χάριν. Μια λέξη άγνωστη στην επιστήμη και στους παιδολόγους της σειράς. Γνωστή, όμως, στον δάσκαλο και στον ποιητή και σε κάθε καλλιτεχνικό δημιουργό. Αυτή η χάρις θα φέρει τον νέο στο ρείθρο της δικής του πορείας. Μας το είπε ο Σαίξπηρ στον Άμλετ. «Με κράζει το χρέος μου» είναι η κραυγή που βγαίνει από τα στήθια του νέου που ευτύχησε να δεχθεί τη χάρη. Αυτή τον οδηγεί στην κατάκτηση του εαυτού του και δίνει στον δάσκαλο πίστη και γαλήνη. Εκείνος που έχει τη χάρη δεν κάμπτεται, δε λυγάει· τρέφεται με το πνεύμα της.

Λίγοι δάσκαλοι είχαν και έχουν την τύχη ν’ ακούσουν ανάλογο λόγο («Γεια σου, Δάσκαλε») από τους μαθητές τους, αλλά και λίγοι μαθητές ευτύχησαν να συναντήσουν στον δρόμο τους τέτοιον δάσκαλο. Και δεν ήταν (και δεν είναι) δάσκαλος, γιατί θήτευσε ιδιαίτερα στην παιδαγωγική ή στις βαρύγδουπες ποικιλώνυμες διδακτικές και ψυχολογικές σχολές, αλλά γιατί ήταν και είναι δάσκαλος της καρδιάς.

Τέτοιος είναι ο δάσκαλος που τιμούμε σήμερα. Έχει καρδιά, δηλαδή είναι νέος. Αυτά είναι τα μυστικά του: η αιώνια εφηβεία του και η υπευθυνότητα. Αυτό είναι το μυστικό του δασκάλου· γι’ αυτό και δεν γερνάει. «Ζηλιάρηδες γέροι», ακούστε τον Ελύτη, «που όλα σας τα έχετε προβλέψει. Δεν θα ’ρθει ποτέ το αηδόνι να λαλήσει πάνω στη σωφροσύνη σας». Κι αλλού: «Με τα ξόβεργα πιάνεις τα πουλιά, δεν πιάνεις όμως το κελαηδητό τους». Ο δάσκαλος είναι σαν τον ποιητή: εμπνέεται και απογειώνεται. Μόνο που ο δάσκαλος, για να απογειωθεί, εμπνέεται από την ανθρώπινη σχέση, παίρνοντας έτσι στην απογείωσή του και τις νεανικές ψυχές. Αυτός είναι ο χρυσός κανόνας της παιδείας: «φυγόκεντρες δυνάμεις που λανθάνουν μέσα του λεηλατούν μέρα και νύχτα», είπαν, «το πνεύμα του και ωθούν την αγάπη του προς τα έξω, προς τον νέο κυρίως άνθρωπο. Και ούτε μπορεί να γίνει διαφορετικά, γιατί η ψυχή του δασκάλου είναι βυθισμένη στο πέλαγος του αγαθού» (Ε. Παπανούτσος).

Από εκεί αντλεί τις δυνάμεις και κατέρχεται και συναντά την ψυχή του Ξενοφώντα, για να της ξυπνήσει τη λαχτάρα του καλού. Γιατί τι άλλο από ξύπνημα ψυχής ήταν το «Γεια σου, Δάσκαλε» του νέου «την ώρα που η ένταση του μαθήματος ανέβαινε και η τάξη γευόταν την ταραχή του τραγικού κειμένου»;

Και το τέρμα αυτής της πορείας; Δεν έχει τέρμα αυτή η πορεία, Νικήτα Παρίση. Έχει μόνον Ιθάκη που κανένας Οδυσσέας δεν την πλησίασε ποτέ. Όσο την πλησιάζεις, άλλο τόσο απομακρύνεται και σου ανοίγει νέους ουρανούς. Εκεί, άλλωστε, βρίσκεται ο πλούτος: όχι στην Ιθάκη (αυτή είναι φτωχή) αλλά στους νέους ουρανούς που σου προσφέρει η Ιθάκη. Τους παράστησε με μοναδικό τρόπο σε έναν σπάνιο αποχαιρετιστήριο λόγο του τον ονόμασα «Ύμνον του Δασκάλου» ένας δικός μου και δικός σου και δικός μας Δάσκαλος, ο Γιάννης Κακριδής. Ακούστε τον:

«Να σε βρει, ύστερα από χρόνια πολλά, φίλες και φίλοι, σε τούτην ή σε μιαν άλλη πολιτεία ένας άντρας άγνωστός σου, να σε κοιτάξει ένα λεπτό καλά, να σε πλησιάσει έπειτα και να σου φανερώσει πως ήταν μαθητής σου κάποτε», πως ήταν ο μαθητής σου ο Ξενοφώντας, αγαπητέ Νικήτα. «Να θυμηθείτε μαζί τα παλιά, να κουβεντιάσετε ώρα πολλή και μια στιγμή να σου πει: Μου είχες δώσει γνώσεις πολλές αλήθεια. Όμως αυτές δεν είχαν και τόση σημασία. Θα μπορούσα να τις βρω και σε βιβλία πολύ σοφότερά σου. Αυτό που με κάνει να μη σε ξεχνώ είναι κάτι άλλο: είναι η πίστη και η αγάπη στον άνθρωπο που κατόρθωσες να στηρίξεις μέσα μου».

[…]

Φίλες και φίλοι,

Πριν από δυο τρία χρόνια στη Θεσσαλονίκη δύο ώρες κρεμόμασταν από τα χείλη του Παρίση· τον κάλεσε ο Σύλλογός μας και τότε να διδάξει νεωτερική ποίηση. Όλοι είχαμε βουβαθεί. Όταν τελείωσε μέσα σε θύελλα χειροκροτημάτων, πήγα στο βήμα να τον ευχαριστήσω για την πνευματική πανδαισία που μας είχε χαρίσει. Το μικρόφωνο, όμως, στη στιγμή έπαψε να λειτουργεί, όσο εγώ δοκίμαζα να μιλήσω, σαν να μην ήθελε κανέναν άλλον εκτός από τον Παρίση. Ήταν αδύνατο να το θέσουμε σε επαναλειτουργία. «Τι να σου κάνει το καημένο», ακούστηκε τότε μια φωνή από το ακροατήριο, «το σαγήνευσε με τον λόγο του κι αυτό ο Παρίσης και βουβάθηκε».

Την ώρα που τον άκουγα δικαίωνα τον Ξενοφώντα. Μου ’ρχόταν να φωνάξω «Γεια σου, Δάσκαλε». Δεν το τολμούσα. Αυτόχρημα, όμως, καταλάβαινα και τους συμμαθητές του Ξενοφώντα που δεν φώναξαν αλλά ένιωσαν βαθιά τον λόγο του Δασκάλου. Αισθάνθηκα να είμαι ένας από αυτούς. Τέτοιες ώρες ο κόσμος ξαναχτίζεται από την αρχή:

«Και οι τοίχοι της τάξης
σωριάζονται ήσυχα.
Και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος
το μελάνι ξαναγίνεται νερό
τα θρανία ξαναγίνονται δέντρα
η κιμωλία ξαναγίνεται ακρογιαλιά
το φτερό ξαναγίνεται πουλί»

Ζακ Πρεβέρ

Γεια σου, λοιπόν, Δάσκαλε. «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν».

*Αποσπάσματα από ομιλία που είχε εκφωνήσει ο αείμνηστος Χρίστος Τσολάκης στο πλαίσιο τιμητικής εκδήλωσης για το σκιαθίτη παιδαγωγό, φιλόλογο και συγγραφέα Νικήτα Παρίση (1935-2016), που είχε πραγματοποιηθεί στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2005.


Ο Νικήτας Παρίσης

Ο λαμπρός μακεδόνας (εκ της ορεινής Πιερίας) παιδαγωγός και φιλόλογος Χρίστος Τσολάκης απεβίωσε στις 30 Ιουλίου 2012, σε ηλικία 77 ετών.