Επιστροφή στο σινεμά σήμερα, έπειτα από επτά μήνες, και τα θερινά είναι έτοιμα να υποδεχθούν το κοινό, με τη γνώριμη δροσιά τους, τα αρώματα και τα μέτρα υγειονομικής ασφάλειας.

Έτσι οι σινεφίλ θα έχουν την ευκαιρία να δουν το «Nomadland», την καλύτερη ταινία της χρονιάς, που θριάμβευσε στα Όσκαρ κερδίζοντας τα βραβεία Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Α’ Γυναικείου Ρόλου, με την συγκλονιστική Φράνσις ΜακΝτόρμαντ.

Επίσης, θα προβληθούν ακόμη επτά ταινίες και ανάμεσά τους το animation «Soul» (Όσκαρ Κινουμένων Σχεδίων και Μουσικής) και το υπερηρωικό σίκουελ «Wonder Woman 1984».

Nomadland. Δραματική ταινία, αμερικάνικης παραγωγής του 2020, σε σκηνοθεσία Κλόι Ζάο, με τους Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Ντέιβιντ Στράδερν, Λίντα Μέι, Σαρλίν Σουάνκι κα.

Σίγουρα η ταινία της χρονιάς, πέρα από το θρίαμβο στα Όσκαρ ή τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία. Η 39χρονη Κινέζα Κλόι Ζάο, που ζει χρόνια στην Αμερική, έχοντας δείξει το ταλέντο της με το «Καλπάζοντας με το Όνειρο» το 2017, αποτυπώνει με μια εξαιρετική ευκρίνεια μια διαφορετική Αμερική απ’ αυτή που προβάλλεται, μακριά από τα στερεότυπα για τη «χώρα της ευκαιρίας», όπου το κατά κεφαλήν εισόδημα αγγίζει τα 65.000 δολάρια. Συντρίβει το «αμερικάνικο όνειρο» όχι μέσα από ένα βαρύγδουπο δράμα, αλλά από ένα λιτό ψυχογράφημα, μιας γυναίκας και πολλών άλλων συνανθρώπων της που πετιούνται στα σκουπίδια με το που θα αρχίσουν να κοντοζυγώνουν την τρίτη ηλικία, αφού το σύστημα τούς θεωρεί λίγο πολύ άχρηστους για να προσφέρουν περισσότερο χρήμα στο απάνθρωπο και πλέον αγριεμένο οικονομικό μοντέλο.

Η Ζάο, εμπνευσμένη από το βιβλίο της δημοσιογράφου Τζέσικα Μπρούντερ «Nomadland: Surviving America in the Twenty-First Century» θα αφήσει έξω από το θέμα της τα εκατομμύρια των αστέγων, για να καταπιαστεί με αυτούς που δηλώνουν ότι «δεν έχουν σπίτι» και επιλέγουν να ζήσουν σαν νομάδες, σε μικρά τροχόσπιτα ή σε φορτηγάκια. Που θέλουν πλέον να ξεφύγουν απ’ το μοντέλο που θέλει τους απόκληρους να χάνονται στο πλήθος, να καταναλώνουν από το υστέρημά τους, να διαλύονται σιγά- σιγά, χωρίς σχεδόν κανένα δικαίωμα στην υγεία, τις υπηρεσίες πρόνοιας, σε ένα αξιοπρεπές φινάλε.

Άνθρωποι που ζουν στη φύση, με ελάχιστα, αναδεικνύουν τη σαβούρα σε κάτι χρήσιμο, δείχνουν την αλληλεγγύη τους, με δώρο ένα ηλιοβασίλεμα, μια γλυκιά βραδιά γύρω από μία φωτιά, κατακτώντας το δικαίωμα να κοιτάζουν τον ανοιχτό ορίζοντα της ξεχασμένης Αμερικής, μακριά από τις πολύβουες νοσηρές πόλεις.

Η Ζάο αποτυπώνει με ξεχωριστή λιτότητα, χαμηλόφωνα, νατουραλιστικά έναν κόσμο που έχει χάσει την ελπίδα του, αλλά προτιμά την αξιοπρέπεια από τα ψίχουλα που πέφτουν κάτω από τα καρβέλια της άρχουσας τάξης, δίνουν τον αγώνα τους για επιβίωση με κάποιους δικούς τους όρους.

Για μια ακόμη φορά η Ζάο δίνει το «ελεύθερο» στον φωτογράφο της Τζόσουα Τζέιμς Ρίτσαρντς να αναδείξει τις αχανείς εκτάσεις, τους ανοιχτούς ορίζοντες, τη σχέση ανθρώπου- φύσης, μια συνύπαρξη που δεν είναι πάντα εύκολη, αλλά είναι πιο κοντά στο φυσιολογικό.

Ωστόσο, το υπερόπλο της ταινίας ακούει στο όνομα Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, καθώς η βραβευμένη με τρία Όσκαρ ηθοποιός (φυσικά και για το Nomadland) στον κεντρικό ρόλο δίνει μία συγκλονιστική ερμηνεία. Χωρίς να μιλάει ιδιαίτερα, στέκεται και παρατηρεί και μέσα από το εκφραστικότατο πρόσωπό της καθρεφτίζονται ρεαλιστικά τα πρόσωπα των κατατρεγμένων, των νομάδων του 21ου αιώνα. Η ΜακΝτόρμαντ τραχιά σαν το περιβάλλον της άγριας Δύσης, παίζει απλά, με μία φυσικότητα που θα βοηθήσει τους ερασιτέχνες ηθοποιούς να πάρουν το χρόνο που τους ανήκει, να αναδείξουν τους χαρακτήρες που δεν μπορούν να πάρουν τίποτα άλλο, από μία χώρα, έναν κόσμο, που μάλλον τους αποστρέφεται…

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Αφού χάσει τη δουλειά της σε ένα ορυχείο της Νεβάδα, μετά από πολλά χρόνια, η χήρα Φρεν φορτώνει όλη της τη ζωή σε ένα φορτηγάκι. Στο ταξίδι της θα κάνει κάθε λογής ευκαιριακές δουλειές, ενώ θα ζήσει μαζί με πραγματικούς νομάδες στο αχανές τοπίο της αμερικάνικης Δύσης και στο περιθώριο της κοινωνίας.

Wonder Woman 1984. Περιπέτεια φαντασίας, αμερικάνικης παραγωγής του 2020, σε σκηνοθεσία Πάτι Τζέκινς, με τους Γκαλ Γκαντότ, Κόνι Νίλσεν, Πέντρο Πασκάλ, Κρίστεν Γουίγκ, Κρις Πάιν, Ρόμπιν Ράιτ κα.

Αυτό, το σίκουελ της τεράστιας επιτυχίας του 2017, που βασίζεται στον χαρακτήρα της ομώνυμης σούπερ ηρωίδας της DC, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε μια στιγμή την αναμονή των φίλων του είδους. Βεβαίως, οι φανατικοί των υπερηρωικών ταινιών θα σπεύσουν, αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα μείνουν ανικανοποίητοι. Η υπόσχεση για ένα υπερθέαμα, που θα απογειώσει τη διασκέδαση και θα προσφέρει τουλάχιστον τις γνωστές σκηνές μαγείας θα διαψευστούν πολύ γρήγορα, ενώ διερωτάσαι γιατί έπρεπε να πεταχτούν έτσι 200 εκατομμύρια δολάρια (το κόστος παραγωγής).

Η ένδεια της ταινίας γίνεται φανερή από την αρχή με την σεκάνς που θυμίζει στίβο μάχης, παραπέμποντας στα τηλεοπτικά ριάλιτι επιβίωσης και στον εθισμό του κοινού που απευθύνεται, αλλά και στη σκηνοθεσία της Πάτι Τζέκινς που στις 2,5 ώρες του φιλμ στοιβάζει ανάκατα όλες τις συνταγές, τα κλισέ και τις ευκολίες ενός επιφανειακού εντυπωσιασμού, ενώ ταυτόχρονα αφήνει στο κενό τους χαρακτήρες και το χιούμορ την έχει κάνει για άλλες πολιτείες.

Η Γκαλ Γκαντότ είναι πολύ καλή για αθλήτρια, ενώ το υπόλοιπο καστ είναι εντελώς αδιάφορο.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Το 1984, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Νταιάνα Πρινς έρχεται σε σύγκρουση με δύο τρομερούς εχθρούς – τον επιχειρηματία Max Lord και τη Cheetah, μια φίλη που έγινε εχθρός, ενώ ξαναβρίσκει το ερωτικό της ενδιαφέρον…

Soul. Ταινία κινουμένων σχεδίων, αμερικανικής παραγωγής του 2020, σε σκηνοθεσία Πιτ Ντόκτερ.


Αν και ένα από τα βασικά μηνύματα της ταινίας είναι η ομορφιά της απλότητας στη ζωή, οι άνθρωποι της Pixar και ο σκηνοθέτης Πιτ Ντόκτερ, μάλλον τα μπερδεύουν περισσότερο από όσο πρέπει καθώς το φιλμ θα είναι ακατανόητο για τους πιτσιρικάδες και ίσως βαρετά απλοϊκό για τους μεγαλύτερους. Η προσπάθεια των παραγωγών να φτιάξουν ένα animation για όλες τις ηλικίες, πέφτει στην παγίδα της πολιτικής ορθότητας, του εντυπωσιασμού, αλλά και της γενικότερης θολούρας που μάλλον επικρατεί εσχάτως στη χώρα του Χόλιγουντ. Με ένα θέμα πρόσφορο για δημιουργία, αυτό της αναζήτησης της ψυχής, της σπίθας που χάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι, το ταλέντο και το όνειρο που θάβεται στις ανάγκες της καθημερινότητας, ο Ντόκτερ χάνει την ευκαιρία να μιλήσει απλά και κατανοητά στην καρδιά του μικρού θεατή, να αφυπνίσει τον ενήλικα. Η αναφορά της ταινίας στο μεταφυσικό είναι ακατανόητο, ψυχρό και το πιο βαρετό σημείο της ταινίας.

Βεβαίως, πρέπει να αναγνωρίσουμε στην Pixar ότι η ταινία απευθύνεται στη μεγάλη αγορά των ΗΠΑ και αυτά που θεωρούμε εδώ τα μηνύματα λίγο πολύ απλοϊκά, εκεί ίσως φαίνονται πρωτόγνωρες ανακαλύψεις. Η σπουδαιότητα τής ψυχής και του ονείρου, η υπαρξιακή αγωνία, η ταυτότητα, οι ανθρώπινες σχέσεις, η αγάπη, η κατανόηση του άλλου, ίσως για κάποιους να είναι περιττά, ίσως απλώς να μπαίνουν στο μπλέντερ, που μαζί με οικονομικά, στατιστικά στοιχεία και το καλούπι του «σύγχρονου ανθρώπου», βγάζει «πετυχημένους ανθρώπους», έτοιμους να ενταχθούν στον πουρέ των ανίσχυρων κοινωνιών. Έτσι, οι μικροί μας φίλοι θα μείνουν με πολλές απορίες για το τι βλέπουν και οι μεγάλοι θα βαρεθούν να απαντούν τα αυτονόητα για τα εύπεπτα και απλοϊκά μηνύματα της ταινίας. Πάντως, το «Soul» κέρδισε το Όσκαρ κινουμένων σχεδίων και το Όσκαρ μουσικής.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ο Τζο (με τη φωνή του Τζέιμι Φοξ), ένας πιανίστας της τζαζ που ονειρεύεται μια πετυχημένη καριέρα σε μπάντες και βραδινά κλαμπ, αρκείται να διδάσκει σχολικές τάξεις. Η μητέρα του, με την οποία είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένος, κάνει ό,τι μπορεί για να τον προσγειώνει.. Όταν το αστέρι του Τζο πάει ν’ ανατείλει με μια πολυπόθητη δουλειά, η μοίρα θα τον φέρει σ’ αυτόν τον μυστηριώδη κόσμο μεταξύ ζωής και θανάτου…

Οι Μάγισσες (The Witches). Κωμωδία φαντασίας, αμερικάνικης και μεξικάνικης παραγωγής του 2020, σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Ζεμέκις, με τους Αν Χάθαγουεϊ, Οκτάβια Σπένσερ, Στάνλεϊ Τούτσι, Μοργκάνα Ρόμπινσον, Αν Ντέβλιν κα.

Ο Ρόμπερτ Ζεμέκις, των Όσκαρ (Forrest Gumb») και των τεράστιων εισπρακτικών επιτυχιών («Κυνηγώντας το Πράσινο Διαμάντι», «Ναυαγός» κλπ) εδώ μάλλον είναι τελείως ντεφορμέ για τη δική του κλάση. Ο Ζεμέκις ξαναπιάνει το γνωστό ομότιτλο βιβλίο του Ρόαλντ Νταλ, για να κάνει το ριμέικ της καλτ ταινίας του Νίκολας Ρέγκ (1990), με την εξαίσια τότε Αντζέλικα Χιούστον, αλλά μάλλον χάνει τα αβγά και τα πασχάλια.

Το νόημα του βιβλίου χάνεται, όπως και το ενδιαφέρον, στην πλαδαρότητα της αφήγησης, τη διεκπεραιωτική σκηνοθεσία, την έλλειψη φαντασίας, ενώ οι διασκεδαστικές στιγμές είναι ελάχιστες, καθώς δεν βοηθούν ούτε οι ηθοποιοί (Αν Χάθαγουεϊ, Οκτάβια Σπένσερ) με τις άστοχες μανιέρες τους, και ακολουθώντας μια μπαγιάτικη συνταγή.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ένα νεαρό ορφανό αγόρι πηγαίνει να ζήσει με την αγαπημένη του γιαγιά στα τέλη του 1967 σε μια κωμόπολη στην Αλαμπάμα. Καθώς το αγόρι με τη γιαγιά του συναντούν κάποιες απόλυτα διαβολικές μάγισσες, η ίδια σοφά απομακρύνει το αγόρι σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο δίπλα στη θάλασσα. Δυστυχώς εκεί καταφθάνουν την ίδια στιγμή οι μάγισσες όλου του κόσμου…

Έξι Λεπτά Πριν τα Μεσάνυχτα «Six Minutes to Midnight). Κατασκοπικό δράμα, βρετανικής παραγωγής του 2020, σε σκηνοθεσία Άντι Κόνταρντ, με τους Έντι Ίζαρντ, Κάρλα Γιούρι, Τζέιμς Ντάρσι, Τζούντι Ντεντς, Ντέιβιντ Σόφιλντ κ.ά.

Παλαιομοδίτικη κατασκοπική ταινία -αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό- που θέλει να συνδυάσει το δράμα χαρακτήρων με το μυστήριο και τη δράση, αλλά δείχνει από την αρχή ξέπνοη και όσο προχωρά τόσο απογοητεύει. Η ταινία του Άντι Κόνταρντ, που θέλει να θυμίσει κάτι από το πνεύμα του Χίτσκοκ, δείχνει αν μη τι άλλο ασέβεια και στον μετρ της αγωνίας, αλλά και προς τη βρετανική σχολή, που έχει παράδοση στο είδος. Το στόρι, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, θέλει μία σχολή στη βρετανική εξοχή, που σπουδάζουν κόρες Γερμανών ναζιστών, να έχει γίνει φωλιά κατασκόπων κι ένας νεοφερμένος Άγγλος καθηγητής και πράκτορας των μυστικών βρετανικών υπηρεσιών να προσπαθεί να τους ξεσκεπάσει, λίγο πριν την έναρξη του Πολέμου. Στην ταινία τίποτα δεν λειτουργεί σωστά, η αρχή κρεμάει επικίνδυνα και ξεχειλώνει όσο προχωρά. Με τη πλαδαρότητα να κυριαρχεί, το σασπένς να είναι άγνωστη έννοια και οι χαρακτήρες να μένουν ξεκρέμαστοι, σχεδόν αδιάφοροι. Ο πρωταγωνιστής Έντι Ίζαρντ, χωρίς νεύρο, μοιάζει ακατάλληλος για τον ρόλο, η συμπρωταγωνίστρια Κάρλα Γιούρι, ανέκφραστη, περνά σχεδόν απαρατήρητη, ενώ η πολύπειρη Τζούντι Ντεντς κάνει μία ακόμη αρπαχτή.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… 1939. Ένας δάσκαλος προσλαμβάνεται από ένα Αγγλικό κολέγιο για να διδάξει Αγγλικά στις κόρες υψηλόβαθμων στελεχών των ναζί. Κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της διευθύντριας και της βοηθού της τα κορίτσια εξασκούν τα αγγλικά τους προκειμένου στο μέλλον να αντιπροσωπεύσουν την ιδανική Γερμανίδα. Όταν εντοπίζεται το πτώμα ενός πρώην δασκάλου πυροδοτείται μια σειρά από γεγονότα…

Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:

Πρόστιμο. Ελληνική δραματική περιπέτεια του Φωκίωνα Μπόγρη. Και πάλι κόσμος της νύχτας, έγκλημα, περιθώριο, ψυχολογικά αδιέξοδα και μπόλικη βωμολοχία…

Τρία Υπέροχα Κορίτσια. (Ε per il Τuo Βene) Ιταλική φαρσοκωμωδία του Ρολάντο Ραβέλο, με τις περιπέτειες τριών πατεράδων και των ατίθασων κοριτσιών τους, που έχει ορισμένες πλάκες, αλλά μέχρις εκεί.

Και οι Θεοί Τρελάθηκαν. (The Gods Must Be Crazy) Νοτιοαφρικανική κωμωδία του Τζέιμι Ουάις σε επανέκδοση. Τεράστια και αναπάντεχη εμπορική επιτυχία του 1980, με μία φυλή της ερήμου Καλαχάρι να λαμβάνουν ως δώρο από το θεό ένα άδειο μπουκάλι κόκα κόλα… Σήμερα, αν και κάπως ξεπερασμένη, έχει το ενδιαφέρον της και φυσικά αρκετά γέλιο.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ