Οι διοικήσεις των 12 ισχυρότερων ποδοσφαιρικών ευρωπαϊκών ομάδων, που προσπάθησαν να δημιουργήσουν μία κλειστή λίγκα για λίγους και εκλεκτούς, όπως όλα δείχνουν, ηττήθηκαν οικτρά. Και σε μεγάλο βαθμό ηττήθηκαν από τους οπαδούς των ομάδων τους.

Ίσως γιατί σε αντίθεση με αυτούς, οι συγκεκριμένοι επιχειρηματίες λίγη επαφή είχαν με το ποδόσφαιρο, όχι ως επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά ως παιχνίδι και κατ’ επέκταση με τους αυθεντικούς του κανόνες.

Τους κανόνες που οι λάτρεις της μπάλας ακολουθούσαμε πιστά στις ιερότερες ποδοσφαιρικές μάχες των παιδικών μας χρόνων και που η αλήθεια είναι πως λίγη σχέση έχουν με τους κανόνες του μοντέρνου ποδοσφαίρου.

Τέρματα

Σύμφωνα, λοιπόν, με τους κανόνες του μοντέρνου ποδοσφαίρου «το κάθε τέρμα αποτελείται από δύο κάθετα δοκάρια που συνδέονται στο επάνω τμήμα τους από ένα οριζόντιο δοκάρι.  Η απόσταση μεταξύ των κάθετων δοκαριών είναι 7.32 μέτρα.

Στα τέρματα όμως που δοκιμάστηκαν από γενιές και γενιές επίδοξων πρωταθλητών, το ρόλο των κάθετων δοκαριών έπαιζαν τις περισσότερες φορές πέτρες, σχολικές τσάντες, σωρός από ζακέτες.

Η απόσταση μεταξύ των «δοκαριών» αυτών ήταν μια από τις πιο «πονεμένες» ιστορίες.

Ο καλός τερματοφύλακας δεν έπρεπε μόνο να αποκρούει την μπάλα αλλά και να μειώνει, χωρίς φυσικά να γίνεται αντιληπτός, το μήκος του τέρματος, μετακινώντας σιγά – σιγά το ένα από τα δύο κάθετα «δοκάρια».

Στο σημερινό – μοντέρνο ποδόσφαιρο το τέρμα έχει ύψος 2,44 μέτρα, στο πραγματικό όμως ποδόσφαιρο, οριζόντιο δοκάρι δεν υπήρχε και το «άουτ» ξεκινούσε εκεί, που έφτανε το τεντωμένο χέρι του εκάστοτε τερματοφύλακα. Όπως γίνεται αντιληπτό, το αν τελικά το σουτ ήταν άουτ ή «ψιλοκρεμαστό» και άρα γκολ, αποτελούσε θέμα διένεξης που τις περισσότερες φορές κατέληγε σε γενική σύρραξη.

Μπάλα

Η μπάλα, λένε σήμερα, πρέπει να έχει σχήμα σφαιρικό, να είναι κατασκευασμένη από κατάλληλο υλικό, να έχει περιφέρεια 60 – 70 εκ., βάρος 410 – 450 γραμμάρια και πίεση 0,6 έως 1,1 ατμόσφαιρες

Στο παραδοσιακό ποδόσφαιρο της πλατείας, του σχολικού προαυλίου και της αλάνας άλλες φορές υπήρχε μπάλα και άλλες όχι.

Όταν δεν υπήρχε, οι δύο ομάδες κλωτσούσαν ένα άδειο χαρτόκουτο χυμού ή σοκολατούχου γάλακτος ή ένα καλά πατημένο αλουμινένιο κουτάκι αναψυκτικού.

Το χαρτόκουτο, κάθε λίγο, κάποιος παίχτης, αδιαφορώντας φυσικά για τα όποια μικρόβια, το έβαζε στο στόμα και το φυσούσε για να ξαναφουσκώσει. Το αλουμινένιο κουτάκι, κατάλληλο μόνο για τσιμεντένιες επιφάνειες, έμοιαζε με μικρό δισκάκι και έδινε ταχύτητα στο παιχνίδι, δύσκολα όμως επέτρεπε τις σέντρες και τις κεφαλιές ενώ μετά από λίγη ώρα, οι μικρές γωνίες που αποκτούσε, μπορούσαν να χαράξουν τα αγαπημένα σου σπορτέξ.

Όταν υπήρχε κανονική μπάλα, η πίεσή της καθοριζόταν από τη διακριτική ευχέρεια του βενζινά, που, ύστερα από πολλά παρακάλια, τη φούσκωνε.

Άλλοτε ήταν ελαφριά και άλλοτε πιο βαριά. Σχεδόν πάντα όμως ήταν γδαρμένη και ξεφλουδισμένη. Όταν μάλιστα ήταν και βρεγμένη, το αποτέλεσμα της πρόσκρουσής της στο πρόσωπο, το μάγουλο ή το αυτί του άτυχου αμυνόμενου, ήταν σοκαριστικά.

Η αναφορά στην μπάλα μάς δίνει την καλύτερη «πάσα» για να περάσουμε στον άρχοντα του αγώνα.

«Ποδόσφαιρο, αυτό που αγαπώ περισσότερο, μετά τη μαμά και τον μπαμπά!» «Ο μικρός Νικόλας», Jean-Jacques Sempé, Rene Goscinny

Ο άρχων του αγώνα

Σύμφωνα με το άρθρο 5 των διεθνών κανονισμών ποδοσφαίρου, «κάθε αγώνας ελέγχεται από έναν διαιτητή ο οποίος διαθέτει την πλήρη εξουσία να εφαρμόζει τους Κανόνες του Παιχνιδιού».

Στους δικούς μας, πραγματικούς, αγώνες ποδοσφαίρου διαιτητής δεν υπήρχε. Οι αμφισβητούμενες φάσεις «εκδικάζονταν» δια βοής, ενώ όσες φορές επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί ο κανόνας «δίνεται ό,τι ζητηθεί» οδήγησε σε αποτυχία.

Κατά παγκόσμια πάντως πρωτοτυπία, αν και δεν υπήρχε διαιτητής, ήδη από τότε, υπήρχε VAR.

Σχεδόν πάντα σε κάποιο κοντινό παγκάκι ή τραπεζάκι καφενείου υπήρχε κάποιος παππούς που είχε δει την επίμαχη φάση και φώναζε «Φάουλ!» / «Πέναλτι!» / «Άουτ!».

Ο άρχοντας του αγώνα, πάντως, και αυτός που είχε την πλήρη εξουσία στο παιχνίδι ήταν αυτός που είχε φέρει την μπάλα. Γινόταν ό,τι έλεγε αυτός και η απειλή που ξεστόμιζε κάθε τρεις και λίγο «…Αλλιώς παίρνω την μπάλα και φεύγω» ήταν πάνω από κάθε κανονισμό. Ο πρώτος και ο τελευταίος λόγος ανήκε σ’ αυτόν.

Σήμερα, μερικές δεκαετίες αργότερα, τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, τον έχουν τα ισχυρά club της Ευρώπης, που λίγες ημέρες πριν, ανακοινώνοντας τη δημιουργία της κλειστής λίγκας τους, δήλωσαν ακριβώς αυτό: «Παίρνουμε την μπάλα μας και φεύγουμε».

Αν όμως οι ιθύνοντες των 12 ισχυρών είχαν γνωρίσει το πραγματικό ποδόσφαιρο εκείνης της εποχής, ίσως να θυμούνταν ότι υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις που οι πολλοί κατάφεραν τελικά να βρουν μια άλλη μπάλα και να συνεχίσουν το παιχνίδι τους, χωρίς τον ο μέχρι πρότινος «άρχοντα του αγώνα» που τελικά κατέληγε μόνος του, να κάνει γκελάκια. μουτρωμένος, λίγο πιο πέρα.