Την 1η Μαρτίου του 2010 έγινε σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες μια πρωτότυπη απεργία: δεν πήγαν στη δουλειά οι μετανάστες. Ενας απεσταλμένος της Repubblica είχε επισκεφθεί τη Στανγκέλα, μια πόλη στην επαρχία της Πάδοβας με ποσοστό μεταναστών ανάλογο με τον εθνικό μέσο όρο (6-7%), και είχε διαπιστώσει ότι την ημέρα εκείνη δεν μπορούσες να πιεις καφέ στο γνωστότερο μπαρ της πόλης αφού οι σερβιτόρες ήταν Κινέζες. Η τροφοδοσία με είδη πρώτης ανάγκης ήταν δύσκολη, αφού οι περισσότεροι εργαζόμενοι στους φούρνους κατάγονταν από την ανατολική Ευρώπη και τη βόρεια Αφρική, οι χασάπηδες ήταν Τυνήσιοι ή Σενεγαλέζοι, τα φρούτα και τα λαχανικά μαζεύονταν από ξένα χέρια. Αγώνες ράγκμπι δεν έγιναν, αφού στην τοπική ομάδα αγωνίζονταν τρεις Μαροκινοί και ένας Νιγηριανός. Ακόμη και η εκκλησία έμεινε κλειστή, αφού ο παπάς καταγόταν από τον Ισημερινό.

Χρώμα της απεργίας ήταν το κίτρινο. Και σύμβολό της, η πιο γλυκιά, η πιο τρυφερή, η πιο αθυρόστομη επαναστάτρια της εποχής μας: η Μαφάλντα.

Δέκα χρόνια μετά, εν μέσω αυτής της φονικής πανδημίας που μας έχει αποσυντονίσει, φαντάζομαι τον πατέρα αυτού του κοριτσιού να παρακολουθεί από τον ουρανό μια ανάλογη απεργία στην Αγγλία. Σκέφτομαι δηλαδή τον Κίνο να συμπαραστέκεται με τον τρόπο του στους πρόσφυγες που διαμαρτύρονται για μια σειρά από μεθόδους που σκαρφίζεται η κυβέρνηση του αποτυχημένου Μπόρις Τζόνσον για να απαλλαγεί από αυτούς. Τις παρέθεσε χθες ο Θύμιος Τζάλλας στα ΝΕΑ: μεταφορά τους σε παροπλισμένα πλοία, εγκατάστασή τους σε νησιά στη μέση του Ατλαντικού ή σε πλατφόρμες πετρελαίου, επιστράτευση πλοιαρίων που θα σχηματίζουν αλυσίδα στο Στενό της Μάγχης για να εμποδίζουν τις βάρκες με τους απελπισμένους, επινόηση μηχανισμών που θα προκαλούν κύματα ώστε οι βάρκες αυτές να επιστρέφουν στα γαλλικά παράλια.

Η τελευταία αυτή ιδέα εγκαταλείφθηκε, λέει, επειδή οι βάρκες μπορεί να βυθίζονταν και άνθρωποι να πνίγονταν. Και λοιπόν; Δεν θα αποτελούσε αυτό ένα αποτελεσματικό αντικίνητρο για τους αυριανούς επίδοξους μετανάστες;

Κι ύστερα θα ερχόταν η σειρά της Ελλάδας. Οι κατά Αδωνι «λαθρομετανάστες» θα κινητοποιούνταν κι εδώ κατά των συνθηκών διαβίωσής τους, κατά των σχεδίων για ξερονήσια και πλωτά φράγματα, κατά του περιρρέοντος ρατσισμού και, κυρίως, κατά των παράνομων επαναπροωθήσεων, που συνεχίζονται παρά τα επανειλημμένα δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο, παρά τις καταγγελίες διεθνών οργανισμών, παρά τις προσφυγές ανθρωπιστικών οργανώσεων στα ευρωπαϊκά όργανα. Και θα είχαν, οι κατά Σακελλαροπούλου «πονεμένοι», πάντα άστρο τους τη μικρή Αργεντίνα.

«Μπαμπά, μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί πάει τόσο άσχημα η ανθρωπότητα;» ρώτησε κάποτε η Μαφάλντα. Δεν πήρε απάντηση, ήλπιζε όμως μια μέρα ο δημιουργός της να τη διαφωτίσει. Δεν ελπίζει πια.