Η προσαρμογή στο ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είναι ποτέ εύκολη, παρότι, για να παίξουμε με τις λέξεις, έχει και τις ευκολίες της. Και η κυριότερη είναι ότι στις σημερινές συνθήκες όπου οι ρητορικές αποστάσεις είναι αντιστρόφως ανάλογες των πραγματικών σε μεγάλο βαθμό το έργο της αντιπολίτευσης το επιτελεί η ίδια… η κυβέρνηση. H χθεσινή ομιλία… προεκλογικού τύπου στο Τάε Κβο Ντο έδειξε και που περίπου θα πάει ο ΣΥΡΙΖΑ και τι στόχους έχει.

Με αυτό εννοούμε ότι ένα κοινό σχήμα σε όλη την Ευρώπη είναι η εναλλαγή κυβερνήσεων με κριτήριο περισσότερο τη δυσαρέσκεια που προκαλούν παρά τη θετική απήχηση των προγραμμάτων τους. Συμβάλλει σε αυτό και το γεγονός ότι ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα τα πραγματικά περιθώρια άσκησης διαφορετικής πολιτικής εντός μεταμνημονιακής επιτήρησης είναι περιορισμένα.

Με αυτή την έννοια θα μπορούσε κανείς να πει ότι στο ΣΥΡΙΖΑ μπορούν εν μέρει και να ανησυχούν λιγότερο για το πόσο αποτελεσματικοί φαίνονται σε αυτή την πρώτη φάση της αντιπολιτευτικής τους δράσης. Μπορούν δόκιμα να ελπίζουν ότι αργά ή γρήγορα η πολιτική της κυβέρνησης θα διαμορφώσει όρους για την εκδήλωση μορφών δυσαρέσκειας τις οποίες θα μπορούσαν και να εκμεταλλευτούν για να επιστρέψουν στη διακυβέρνηση.

Η ανάπτυξη παραμένει υποτονική, μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας επιθυμούν να δουν επιτέλους μια μετάβαση από την επιβίωση στη βελτίωση, η διαχείριση του προσφυγικού και του μεταναστευτικού δημιουργεί προβλήματα στην κυβέρνηση, ενώ φθορά υπάρχει και από τα προβλήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Όλα αυτά θα μπορούσαν σταδιακά να φθείρουν την ισχυρή δημοσκοπική παρουσία της κυβέρνησης και σταδιακά να αλλάξουν τους συσχετισμούς δύναμης.

 

 

Μόνο που ταυτόχρονα στον ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνονται ότι για να μπορέσουν να το πετύχουν αυτό θα πρέπει έγκαιρα να δώσουν εικόνα ενός κόμματος ικανού να κυβερνήσει πιο αποτελεσματικά, κάτι που στην συγκεκριμένη περίπτωση, περνάει μέσα από την αποτίμηση του πώς όντως άσκησαν την κυβερνητική εξουσία. Όλα αυτά διαμορφώνουν το φόντο των όποιων εσωκομματικών αντιπαραθέσεων.

 

Η αντιπαράθεση για τον κομματικό μηχανισμό και τη μορφή του

Η Aριστερά έχει μεγάλη παράδοση στο να επικεντρώνει στην οργανωτική συζήτηση ως μετωνυμία για ζητήματα που αφορούν την πολιτική στρατηγική και φυσιογνωμία. Έχει επίσης, πιθανώς στον ίδιο βαθμό, και μεγάλη παράδοση στο να συζητάει για στρατηγικά θέματα ενώ για παράδειγμα η αντιπαράθεση αφορά μικρο-εξουσίες και φιλοδοξίες μέσα στον κομματικό μηχανισμό. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ μπορούμε να διακρίνουμε και τις δύο τάσεις.

Είναι σαφές ότι γύρω από την προσπάθεια να διατηρηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως ένας κλασικός κομματικός μηχανισμός, με ενεργή και «αυτοπρόσωπη» παρουσία των μελών φαντάζει στα μάτια ορισμένων στελεχών ως μια εγγύηση ότι θα διατηρηθεί και ένα μέρος της αριστερής και ριζοσπαστικής φυσιογνωμίας του.

Στα μάτια τους, το άνοιγμα σε ένα πλατύ κοινό με όρους συμμετοχής μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες φαντάζει ως τρόπος για να ενισχυθεί μια τάση «πασοκοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό ενισχύεται και από ένα γεγονός που δεν πρέπει να υποτιμάμε: ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα με μικρή σχετική οργανωτική δύναμη και ένα μεγάλο μέρος του στελεχιακού του δυναμικού, έχει τέτοιο ρόλο εδώ και πολλά χρόνια, ήδη από την εποχή που ήταν ένα σαφώς μικρότερο κόμμα. Τυχόν διεύρυνση αυτού του μηχανισμού σε μια «θολή» ψηφιακή κοινότητα θα μείωνε τη βαρύτητα αυτού του στελεχιακού δυναμικού.

 

Από την άλλη, είναι σαφές ότι  ηγετική ομάδα θεωρεί ότι πλέον αυτό που χρειάζεται σε ένα σύγχρονο κόμμα είναι να υπάρχει μια αποτελεσματική ηγεσία με έμφαση σε έναν επικοινωνιακό μηχανισμό και ένα μηχανισμό υποστήριξης της κοινοβουλευτικής παρουσίας και από εκεί και πέρα μια πλατιά μάζα οπαδών που θα συμμετέχουν κυρίως ψηφιακά και οι οποίοι κυρίως θα ενεργοποιούνται σε περιπτώσεις μεγάλων εκλογικών μαχών. Η πλατιά αυτή βάση όταν χρειάζεται θα προσφέρει την απαραίτητη «δημοψηφισματική» νομιμοποίηση στις επιλογές της ηγεσίες και θα παίρνει θέση στα όποια διλήμματα θα τίθενται. Σε αυτό το σχήμα μια αναπτυγμένη και με λόγο στη χάραξη της γραμμής κομματική γραφειοκρατία φαντάζει ένα περιττό βάρος.

Η σαφής διαφορά ανάμεσα στις δύο λογικές δεν αναιρεί την ανάγκη να ισορροπιών. Η ηγετική ομάδα είναι προφανές ότι προτίμησε να εξασφαλίσει αυτό που βασικά ήθελε, χωρίς όμως μια πλήρη ρήξη. Σε τελική ανάλυση γνωρίζει ότι και η όποια εσωκομματική αντιπολίτευση δεν έχει κάποιο άλλο πεδίο να παρέμβει πέραν του ΣΥΡΙΖΑ, την ώρα που η επιρροή της στο κρίσιμο πεδίο της κοινοβουλευτικής ομάδας έχει υποχωρήσει.

 

Η συστημική προσαρμογή

Την ίδια ώρα αυτό που εντυπωσιάζει ότι είναι ότι πέραν των συζητήσεων και των αντιπαραθέσεων για το οργανωτικό δεν υπάρχουν πραγματικές στρατηγικές αντιπαραθέσει, μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ. Το κείμενο απολογισμού πέρασε ομόφωνα, παρότι στην πραγματικότητα δεν περιλαμβάνει κάποια βαθύτερη αυτοκριτική.

Δεν υπάρχει από κάποια πλευρά κάποια πρόταση για «αριστερή στροφή» και όλες οι τάσεις συγκλίνουν λίγο πολύ στο ήπιο «κεντροαριστερό» πρόγραμμα που έδωσε τον τόνο στις προηγούμενες εκλογές. Υπάρχουν φυσικά υψηλοί αντιπολιτευτικοί τόνοι, αλλά δύσκολα θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτά που υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ανήκουν σε μια «ριζοσπαστική αριστερή στρατηγική».

Η «πασοκοποίηση» μπορεί να καταγγέλλεται σε όλους τόνους αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προτείνει κάτι πιο ριζοσπαστικό από το μέσο όρο της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη: ευρωπαϊκός δρόμος, ήπια αναδιανομή, ανάπτυξη μέσω ιδιωτικών επενδύσεων «αλλά με κανόνες», ατλαντισμός, έμφαση στα δικαιώματα. Ούτε κρατικοποιήσεις προτείνονται ούτε μορφές ανυπακοής στο χρέος και η δημοσιονομική πειθαρχία θεωρείται δεδομένη. Ακόμη και στο προσφυγικό οι τοποθετήσεις παραμένουν εντός των ορίων της ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Στην πραγματικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ – και αυτό αφορά όλες τις τάσεις – ολοκληρώνει την ωρίμανσή του, δηλ. το μετασχηματισμό του στη σύγχρονη εκδοχή κεντροαριστεράς στην Ελλάδα. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

 

Μπορεί να θέλει να θυμίζει την κινηματική του προέλευση ή τον κάποτε ριζοσπαστισμό ή να επικαλείται θεωρητικές αναφορές που κινούνται πέραν των κλασικών σοσιαλδημοκρατικών, αλλά εάν κανείς δει τον πολιτικό χάρτη και αναζητήσει την ελληνική σοσιαλδημοκρατία, στον ΣΥΡΙΖΑ θα τη δει.

Μια τέτοια μετάβαση δεν είναι παράλογο να προκαλέσει αντιδράσεις ή κραδασμούς και αντιθέσεις. Το έχουμε δει ακόμη και στο εσωτερικό μεγάλων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στη φάση της ακόμη μεγαλύτερης προσχώρησής τους σε νεοφιλελεύθερες απόψεις. Το είδαμε με τη διάλυση ουσιαστικά του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος, με τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας ή με το γεγονός ότι ο Κόρμπιν πολεμήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη δεξιά πτέρυγα του δικού του κόμματος.

Σε αυτό το φόντο, αν κάτι εντυπωσιάζει στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι τόσο ότι υπάρχουν αντιπαραθέσεις, όσο το ακριβώς αντίθετο: ο μικρός βαθμός στον οποίο υπάρχουν προγραμματικές αντιπαραθέσεις, ο τρόπος με τον οποίο ακόμη και η «αριστερή» πτέρυγα δεν μπορεί να αρθρώσει κάποια εναλλακτική τοποθέτηση. Βέβαια, αυτό θα ήταν μάλλον δύσκολο εάν σκεφτούμε π.χ. ότι ο αρχιτέκτονας της εφαρμογής των μνημονίων, ο τέως υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, είναι, κατά τα άλλα, εκ των ηγετικών φυσιογνωμιών της όποιας εσωκομματικής αντιπολίτευσης.

 

Γράψτε το σχόλιο σας