Είμαι βέβαιος ότι όσοι και όσες διαβάζετε αυτές τις γραμμές και δεν έχετε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σας θα κατανοήσετε την επιθυμία μου να διατυπώσω εγγράφως την απαρέσκεια που αισθάνομαι για τους συνανθρώπους μας που πάσχουν από το σύνδρομο της αυτοαναφορικότητας.

Σπεύδω, κατ’ αρχάς, να ξεκαθαρίσω τι εννοώ όταν μιλώ για αυτοαναφορικότητα. Με αυτόν τον όρο χαρακτηρίζεται η έμμονη τάση αρκετών ανθρώπων να αναφέρονται διαρκώς στον εαυτό τους, να συσχετίζουν συνεχώς το όποιο υπό συζήτηση θέμα με τον εαυτό τους, τις εμπειρίες τους, τις προτιμήσεις τους και τις επιδιώξεις τους.

Οι άνθρωποι αυτοί, όπου κι αν βρίσκονται, φροντίζουν πάντα να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, να συγκεντρώνουν την προσοχή και το ενδιαφέρον των άλλων.

Πώς το πετυχαίνουν αυτό; Μα υψώνοντας τον τόνο της φωνής τους και εκφράζοντας την άποψή τους επί παντός του επιστητού, υπερβαίνοντας βεβαίως τα εσκαμμένα και αδιαφορώντας για την πνευματική ηρεμία και την ψυχική γαλήνη όσων τυχαίνει να βρίσκονται γύρω τους, φαινόμενο συνηθισμένο και ιδιαίτερα ενοχλητικό, προπάντων στους χώρους εργασίας και στα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Για εκείνους σημασία δεν έχει η αληθινή επικοινωνία με τους συνομιλητές τους, ο ουσιαστικός διάλογος, αλλά η προβολή και, ει δυνατόν, η επικράτηση των προσωπικών τους θέσεων και απόψεων, ακόμη κι αν αυτό πραγματοποιείται μέσω της διεξαγωγής παράλληλων μονολόγων.

Πιστοί στην αντίληψη ότι σε προσέχουν περισσότερο όταν γίνεσαι αυτοαναφορικός ή καταφεύγεις στη βιωματική χρήση της γλώσσας, σκεπάζουν με το υπερτροφικό εγώ τους τούς πάντες και τα πάντα, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσουν την ασημαντότητά τους σε σχέση με το όλο κοινωνικό οικοδόμημα, το εφήμερο της ζωής, τις έννοιες του χώρου και του χρόνου, το μεγαλείο της φύσης.