Πρόσφατα, με αφορμή μια γραπτή εξέταση στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών, στην οποία επρόκειτο να υποβληθεί ύστερα από λίγες ημέρες, ο μεγάλος μου γιος, μαθητής της Α’ Λυκείου, προέβαλε άλλη μια φορά το «ακλόνητο» επιχείρημά του για το εν λόγω γνωστικό αντικείμενο: «Στο κάτω-κάτω, πες μου σε τι μου χρησιμεύουν τα αρχαία ελληνικά σήμερα, τι μου προσφέρουν. Είναι κάτι νεκρό».

Η χιλιοειπωμένη και χιλιογραμμένη αυτή άποψη περί της νεκρής αρχαίας ελληνικής γλώσσας, και μάλιστα από έναν νέο —σημειώστε το αυτό— με ιδιαίτερα ικανοποιητικές επιδόσεις στο μάθημα της Έκθεσης και της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, ηχεί στα αυτιά μου ως κάτι το άκρως ανησυχητικό, κι αυτό για δύο λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι φανερώνει για πολλοστή φορά πως ο τρόπος με τον οποίον εξακολουθεί να διδάσκεται το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών στα σχολεία μας δεν είναι —για να το διατυπώσουμε όσο το δυνατόν πιο κομψά— ο ενδεδειγμένος. Τα Αρχαία Ελληνικά, κακά τα ψέματα, είναι για τη συντριπτική πλειονότητα των μαθητών και των μαθητριών ένα επαχθές φορτίο, ένα ακατανόητο γνωστικό αντικείμενο, ένα εντελώς αχρείαστο μάθημα.

Ο δεύτερος λόγος, φυσική απόρροια της ανωτέρω αποστροφής, είναι ότι οι σύγχρονοι Έλληνες και οι σύγχρονες Ελληνίδες αδυνατούν να αντιληφθούν την αξία και τη χρησιμότητα της αρχαίας ελληνικής ως βασικού πυλώνα του όλου οικοδομήματος που αποκαλείται ελληνική γλώσσα και, κατ’ επέκταση, ελληνικός αλλά και ευρωπαϊκός πολιτισμός. Στα μάτια τους η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι ένα απολίθωμα του απώτατου παρελθόντος, κάτι που έχει περιπέσει σε αχρηστία.

Είναι ιδιαίτερα λυπηρό το γεγονός ότι μέσα σε αυτό το σκηνικό παραγνωρίζονται αφενός η σπουδαιότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας —ανεξάρτητα από το εάν αυτή είναι όντως νεκρή μιλώντας με καθαρά γλωσσολογικούς όρους— και αφετέρου η άμεση, ουσιώδης συνάφειά της με τη νέα ελληνική γλώσσα.