Πόσο βάθος και ποια προοπτική μπορεί να έχει ή μπορεί να αποκτήσει η προσέγγιση Τουρκίας – Ρωσίας;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι πολύ σύνθετη, με δεδομένη την παραδοσιακή λυκοφιλία που ιστορικά χαρακτηρίζει τις ρωσοτουρκικές σχέσεις, αλλά και την καχυποψία που επιδεικνύουν οι δύο χώρες.

Σε μία συγκυρία που ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση στον γεωπολιτικό του περίγυρο, με το Συριακό στο επίκεντρο, ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει προσφέρει στον τούρκο ομόλογό του την «ασφάλεια» να συνομιλεί με έναν άνθρωπο που δεν θέτει ερωτήματα για τα δημοκρατικά ή μη διαπιστευτήριά του.

Τα συμφέροντα, σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, των δύο χωρών ταυτίζονται.  Η υπόθεση του πυρηνικού σταθμού του Ακούγιου είναι ένα πρώτο παράδειγμα. Στη Συρία, η Μόσχα «κατανόησε» τις τουρκικές ανησυχίες και δεν παρεμπόδισε την επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας» στο Αφρίν.

Το μείζον ζήτημα ωστόσο είναι η επίδραση της ρωσοτουρκικής προσέγγισης στις σχέσεις της Άγκυρας με τη Δύση. Υπάρχει ένα όριο που ακόμη δεν έχει ξεπεραστεί, αλλά ο κ. Ερντογάν «φλερτάρει» συνεχώς με αυτό. Στην Ουάσιγκτον και συγκεκριμένα στο Κογκρέσο αναπτύσσεται εσχάτως ένα ρεύμα υπέρ της επιβολής κυρώσεων εναντίον της Άγκυρας σε περίπτωση που η τελευταία προχωρήσει στην προμήθεια του αντιπυραυλικού συστήματος S-400 από τη Μόσχα.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Αθήνα παρακολουθεί τις εξελίξεις πολύ προσεκτικά. Οι δε γνώστες των ισορροπιών τηρούν σιγή ιχθύος. Εκφράζουν δε τον προβληματισμό τους κατά πόσο όλη αυτή η αναταραχή ευνοεί ή όχι τα ελληνικά συμφέροντα…