Φεύγοντας από το Dogville η αφελής και ιδεαλίστρια Γκρέις ταξιδεύει προς τον αμερικανικό Νότο μαζί με τον πατέρα της και τους γκάνγκστερ. Συναντούν μια φάρμα στην οποία ισχύει ακόμα καθεστώς δουλείας. Η Γκρέις αποφασίζει να επιβάλλει δημοκρατία σε αυτό το κομμάτι γης. Με τους μπράβους του πατέρα της να φρουρούν το Μαντερλέι, καθαιρεί τους λευκούς […]
Φεύγοντας από το Dogville η αφελής και ιδεαλίστρια Γκρέις ταξιδεύει προς τον αμερικανικό Νότο μαζί με τον πατέρα της και τους γκάνγκστερ. Συναντούν μια φάρμα στην οποία ισχύει ακόμα καθεστώς δουλείας. Η Γκρέις αποφασίζει να επιβάλλει δημοκρατία σε αυτό το κομμάτι γης. Με τους μπράβους του πατέρα της να φρουρούν το Μαντερλέι, καθαιρεί τους λευκούς αφέντες και αρχίζει να μαθαίνει στους πρώην σκλάβους πώς να ζουν δημοκρατικά. Όμως, η «δημοκρατία» της Γκρέις σκοντάφτει διαρκώς σε πρακτικά ζητήματα, καθώς και στη φύση των ανθρώπων. Το έργο της θα καταρρεύσει και το τέλος θα τη βρει ταπεινωμένη και ως άτομο και ως φορέα νέων ιδεών. Διαψεύδοντας όσους πιστεύουν ότι το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας είναι το πιο αδύναμο, ο Φον Τρίερ δημιουργεί μια εξαιρετική ταινία, λιγότερο κραυγαλέα από το «Dogville» και με τις ιδέες του δημιουργού πλήρως ενταγμένες στο στόρι, στις πράξεις και στα λόγια των χαρακτήρων. Ο Δανός σκηνοθέτης σχολιάζει τις επεμβάσεις των ΗΠΑ σε ξένες χώρες και το συνήθειο των Αμερικανών να ρίχνουν πάντα το φταίξιμο σε όποιον δεν δέχεται τη «βοήθεια» που του προσφέρουν. Σχολιάζει επίσης τη στάση των μαύρων της Αμερικής, μέσα από ένα μονόλογο του Ντάνι Γκλόβερ που προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Όπως και το «Dogville», το «Manderlay» προκαλεί τις αισθήσεις με τα αφαιρετικά σκηνικά, τους φωτισμούς, την κίνηση της μηχανής, το μοντάζ και με τις στιλιζαρισμένες ερμηνείες. Ήταν υποψήφιο για Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες (2005) και στην ψηφιακή του εκδοχή προβλέπεται να φέρει νέο κύμα συζητήσεων και αντιφατικών απόψεων. Η ελληνική έκδοση διαθέτει αναμορφικό κάδρο στο αυθεντικό 2,35:1 και τρεις μπάντες ήχου. Ως προς την εικόνα η μεταφορά σε ψηφιακή μορφή είναι προσεγμένη. Πέρα από στιγμιαία τεχνουργήματα (κυρίως αδυναμίες του Mpeg), η ανάλυση και τα επίπεδα του μαύρου βρίσκονται σε ικανοποιητικό επίπεδο, ενώ οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί αποδίδονται πολύ καλά. Η βασική μπάντα μοιάζει να είναι η τετρακάναλη. Επιλέγοντας το Dolby 5.1 ή το DTS οι διάλογοι αποκτούν βάθος και η στάθμη του ήχου πέφτει αισθητά. Μικρό το κακό. Η ταινία στηρίζεται αποκλειστικά στο διάλογο και οι σχεδιαστές της μπάντας ελάχιστα ενδιαφέρθηκαν για την ψευδαίσθηση περιβάλλοντος χώρου. Στις μικρής διάρκειας συνεντεύξεις ο μεν σκηνοθέτης λέει ευθέως ότι αναφέρεται στον πόλεμο του Ιράκ και στην εμμονή της Αμερικής να επιβάλλει σε όλο τον κόσμο «δημοκρατία», ενώ οι πρωταγωνιστές μιλούν για τους ρόλους τους ή για το πώς δούλεψαν με το Δανό δημιουργό, που θεωρείται από τους πιο δύσκολους συνεργάτες.