27

Στις 29 Οκτωβρίου οι υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ τίμησαν τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Βιμ Ντούιζενμπεργκ, σε μία λαμπρή εκδήλωση, ενδεικτική του σεβασμού που τρέφουν προς το πρόσωπο του Ολλανδού κεντρικού τραπεζίτη. Τα πράγματα όμως δεν ήταν έτσι από την αρχή.

Το 1998, όταν o κ. Ντούιζενμπεργκ ανέλαβε επικεφαλής της ΕΚΤ, τα εχέγγυα αξιοπιστίας ήταν διασφαλισμένα. Ο 63χρονος τραπεζίτης, παλαιό στέλεχος του ολλανδικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, ήταν οπαδός της «αντιπληθωριστικής σχολής» της γερμανικής κεντρικής τράπεζας Bundesbank, γεγονός που «έβλεπαν» με θετικό μάτι οι αγορές.

Ο αποκαλούμενος και «κλώνος του Τιτμάγερ» (παλαιός διοικητής της Bundesbank) έθεσε ως πρωταρχικό στόχο της -ανεξάρτητης- ΕΚΤ τη σταθερότητα των τιμών (πληθωρισμός κάτω του 2%) και την ομαλή κυκλοφορία του ευρώ.

Κανείς δεν έχει αμφιβολία ότι τα κατάφερε και στα δύο παραπάνω καθήκοντα: Οι τιμές παρέμειναν σταθερές και το ευρώ, μετά τους αναμενόμενους κλυδωνισμούς των πρώτων μηνών της κυκλοφορίας του, ανέκαμψε ξεπερνώντας μάλιστα στην πορεία την απόλυτη ισοτιμία με το δολάριο.

Εντούτοις, οι επικοινωνιακές ικανότητες του κ. Ντούιζενμπεργκ βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή σχεδόν στο στόχαστρο των αγορών, με αποτέλεσμα να χαρακτηρισθεί από ορισμένους ως «Βιμ ο γκαφατζής». Αποκορύφωμα ήταν η δήλωση του, το 2000, ότι η παρέμβαση της ΕΚΤ στις αγορές συναλλάγματος ενάντια στην τότε διολίσθηση του ευρώ «δεν έχει ιδιαίτερο νόημα». Αυτή η δήλωση παραβίασε το λεγόμενο χρυσό κανόνα, κατά τον οποίο απαγορεύονται αυστηρά τα σχόλια για τα σχέδια στις ισοτιμίες, και έστειλε το ευρώ σε νέα χαμηλά επίπεδα.

Ίσως η ιστορία να συμπεριφερθεί στον Ντούιζενμπεργκ καλύτερα από τα ΜΜΕ, που πολλές φορές υπό την πίεση της επικαιρότητας δείχνουν να αγνοούν το βάθος των πραγμάτων. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τέτοια προβλήματα δεν θα αντιμετωπίσει ο «διάδοχος» του Ολλανδού τραπεζίτη, ο Γάλλος Ζαν-Κλοντ Τρισέ, ο οποίος ανέλαβε επισήμως την προεδρία της ΕΚΤ την 1η Νοεμβρίου.

Γ.Κ.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ