Η Ευρώπη δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τις συνέπειες της ενεργειακής κρίσης, αλλά πιθανότατα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πολιτική κρίση, προειδοποιούν αναλυτές.

Τις πρώτες εβδομάδες του πολέμου στο Ιράν οι συζητήσεις επικεντρώνονταν στο ενεργειακό σοκ και στο πώς η Ευρώπη θα πληρώσει  ακριβά το τίμημα, αφού βασίζεται κυρίως σε εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Όσο η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή παρατείνεται οι κραδασμοί από το ενεργειακό σοκ διαχέονται σταδιακά σε όλη την οικονομία.

Η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ευρωζώνη υποχώρησε τον Απρίλιο στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2022. Οι προβλέψεις για ανάπτυξη, που ήταν ούτως ή άλλως χλιαρές, αναπροσαρμόζονται προς το χειρότερο. Με θρυαλλίδα τα ενεργειακά αγαθά, οι τιμές αυξάνονται απότομα, πιέζοντας ανοδικά τον συνολικό πληθωρισμό. Ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού έρχεται ολοένα πιο κοντά.  Μαζί του εντείνονται οι πολιτικοί τριγμοί, που απειλούν κυρίως τους ήδη εύθραυστους σχηματισμούς των φιλο-ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Ευρώπη

Πρόδρομοι δείκτες ύφεσης

Ο σύνθετος δείκτης PMI της Ευρωζώνης, που χρησιμεύει ως πρόβλεψη για το πώς θα κινηθεί το επόμενο χρονικό διάστημα η οικονομική δραστηριότητα, υποχώρησε σε επίπεδο συρρίκνωσης. Αντίστοιχα, οι χρόνοι παράδοσης και ο ρυθμός αύξησης των τιμών εισροών (τα κόστη της βιομηχανίας) κατέγραψαν επίσης την ταχύτερη αύξηση από το 2022.

Όλα τα παραπάνω ξυπνάνε μνήμες από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Όταν οι τιμές του φυσικού αερίου εκτινάχθηκαν, οι εφοδιαστικές αλυσίδες διαταράχθηκαν και το πληθωριστικό ντόμινο μεταφράστηκε σε επώδυνη αύξηση του κόστους ζωής. Μήπως ξαναζούμε το ίδιο θρίλερ σε διασκευή;

Αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά, επιμένουν οι ηγέτες της ΕΕ. Έχουμε μάθει από τα λάθη του πρόσφατου παρελθόντος και οι παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης θα είναι στοχευμένες και προσεκτικές.

Εξάλλου ο δημοσιονομικός χώρος είναι περιορισμένος. Έχει προηγηθεί το δαπανηρό πακέτο στήριξης για την ανάκαμψη από την πανδημία και τα μάλλον αναποτελεσματικά μέτρα για την προηγούμενη ενεργειακή κρίση.

Παράλληλα, το τιτάνιο εξοπλιστικό πλάνο των 800 δισ. ευρώ ReArm Europe, που μετονομάστηκε σε «Ετοιμότητα 2030», για να ακούγεται λιγότερο μιλιταριστικό, στενεύει τα περιθώρια για κοινωνική πολιτική. Τα περιθώρια στενεύουν και χρονικά, αφού από το 2028 η ΕΕ θα πρέπει να αρχίσει να αποπληρώνει 25 δισ. ευρώ ετησίως για το κοινό χρέος που εξέδωσε για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας του Covid.

Από το σοκ στην κρίση

Πλέον γίνεται ολοένα πιο σαφές για την Ευρώπη, ότι αυτό που βιώνει δεν είναι ένα πρόσκαιρο σοκ ενεργειακού εφοδιασμού, αλλά μια κρίσιμη κατάσταση με μεσο-μακροπρόθεσμες συνέπειες. «Είμαστε εν μέσω μιας μεγάλης, αυτή τη στιγμή, οικονομικής κρίσης», είπε χαρακτηριστικά ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ενημερώνοντας τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Τασούλα, για την επίσκεψη Μακρόν.

Προς το παρόν, η κυβέρνηση της ΝΔ επιμένει στην εκδοχή του «εισαγόμενου πληθωρισμού», όπως έκανε και με το προηγούμενο κύμα πληθωριστικής κρίσης. Μόνο που τότε αποδείχθηκε ότι ο πληθωρισμός είχε και εγχώρια αίτια, αφού οι επιχειρήσεις αύξησαν εντυπωσιακά τα περιθώρια κέρδους τους, όπως αποδεικνύουν μελέτες της ΤτΕ.

Επανάληψη της ίδιας αποτυχημένης συνταγής θυμίζουν και τα μέτρα αντίδρασης στη νέα κρίση. Πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, σε επιλεγμένα αγαθά, fuel pass, εφάπαξ επιδόματα. Καθώς οι έμμεσοι φόροι, που φουσκώνουν μαζί με τον πληθωρισμό, «ταΐζουν» τα υπερπλεονάσματα, η κυβέρνηση αρνείται να τους μειώσει.

Η επίσημη αιτιολογία είναι ότι το δημοσιονομικό κόστος θα ήταν δυσανάλογο με το όποιο όφελος, διότι η μείωσή τους δεν θα πέρναγε στις τιμές καταναλωτή. Πρόκειται όμως για τη μισή αλήθεια – που ισοδυναμεί με ψέμα.

Όπως επίσης έχει δείξει μελέτη της ΤτΕ, μόνιμες μειώσεις ΦΠΑ είναι αποτελεσματικές μόνο αν συνοδεύονται με διαρθρωτικές παρεμβάσεις ενίσχυσης του υγιούς ανταγωνισμού. Αντιθέτως, όταν επικρατούν ολιγοπώλια και στρεβλώσεις στην αγορά, τόσο πιο δύσκολα περνάνε οι μειώσεις ΦΠΑ στις τελικές τιμές. Η άρνηση της κυβέρνησης να μειώσει του έμμεσους φόρους ισοδυναμεί εμμέσως με παραδοχή ότι δεν μπορεί ή δεν θέλει να ελέγξει τα καρτέλ.

Από την οικονομία, στην πολιτική

Το νέο ερώτημα που τίθεται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο είναι κατά πόσο και με ποιο τρόπο  η οικονομική κρίση «ξεβάφει» στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Στην Ελλάδα η κυβέρνηση φάνηκε πρόσκαιρα να κερδίζει δημοσκοπικούς «πόντους» τον πρώτο μήνα του πολέμου. Συχνά, οι εξωτερικές απειλές τροφοδοτούν στην αρχή συσπείρωση σε μια κεντρική εξουσία, που προβάλλεται ως «ομπρέλα προστασίας». Όμως καθώς η ατζέντα επανήλθε στην εσωτερική πολιτική σκηνή, που ακόμα συγκλονίζεται από τα σκάνδαλα διαφθοράς του ΟΠΕΚΕΠΕ,  κι αφού τα μέτρα για την ακρίβεια αποδείχθηκαν σουρωτήρι, τα πρόσκαιρα κέρδη εξανεμίστηκαν και η κυβερνητική φθορά επιταχύνεται.

Στην Ελλάδα θεωρείται βέβαιο ότι βρισκόμαστε ενώπιον πολιτικών ανακατατάξεων, κι ας μην είναι άμεσα ορατό ένα στιβαρό αντιπολιτευτικό μέτωπο. Οι συζητήσεις για πρόωρες εκλογές ξαναφουντώνουν. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της GPO πάνω από ένας στους δύο ζητά προσφυγή στις κάλπες, ενώ οι επτά στους δέκα ζητάνε την εκλογή άλλης κυβέρνησης.

Ανησυχίες στην Ευρώπη

Ανάλυση του Politico συνδέει την ενεργειακή και οικονομική κρίση με νέους πολιτικούς τριγμούς, που επηρεάζουν κυρίως τις λεγόμενες συστημικές – καθεστηκυίες  δυνάμεις.

«Η  αντιπαράθεση του Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν είναι έτοιμη να μετατραπεί από οικονομικό σοκ σε πολιτική κρίση για το εύθραυστο κέντρο του ευρωπαϊκού μπλοκ (…) Με τις τιμές της ενέργειας να ανεβαίνουν και την ανάπτυξη να παραπαίει, οι φιλοευρωπαϊκές κυβερνήσεις προετοιμάζονται για μια κρίση που δεν έχουν τη δύναμη να σταματήσουν — και που θα μπορούσε να διαλύσει το ήδη αποδυναμωμένο πολιτικό mainstream (κυρίαρχο ρεύμα) της Ευρωπαϊκής Ένωσης», τονίζει χαρακτηριστικά.

Άλλη μια φορά οι αναλυτές δείχνουν ως συνήθη κίνδυνο τον «λαϊκισμό». Πρόκειται για μια λέξη–πασπαρτού,  που τσουβαλιάζει την εθνικιστική – ξενοφοβική ακροδεξιά, με φωνές που αμφισβητούν από αριστερή σκοπιά τις κυρίαρχες πολιτικές. Οι  διαχωρισμοί Αριστερά-Δεξιά εγκαταλείπονται, προς χάριν του διαχωρισμού «συστημικό – αντισυστημικό»  ή «ευρωπαϊστές–ευρωσκεπτικιστές».

«Σε όλη την Ευρώπη, οι μη δημοφιλείς κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν μια λαϊκιστική αντίδραση, που θα μπορούσε να χτυπήσει αρκετά σκληρά στη Γαλλία το επόμενο έτος, ώστε να οδηγήσει τον Εθνικό Συναγερμό στη νίκη, φέρνοντας την ακροδεξιά στο Προεδρικό Μέγαρο και προκαλώντας σοκ σε όλο τον κόσμο», σημειώνει το κεντρικό άρθρο του Politico.

Δυσπιστία στους θεσμούς

Ο Σίμους Μπόλαντ, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, συνδέει τη νέα ενεργειακή κρίση με την κρίση δυσπιστίας στους θεσμούς. «Το κόστος της ενέργειας μετακυλίεται στα τρόφιμα, τις μεταφορές και τη στέγαση, πλήττοντας περισσότερο τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Πολιτικά, αυτό δημιουργεί χώρο για δυσπιστία. Όχι μόνο απέναντι στις εθνικές κυβερνήσεις, αλλά και στην ικανότητα των ευρωπαϊκών θεσμών να προστατεύουν τους πολίτες από εξωτερικούς κλυδωνισμούς. Διακινδυνεύει να επιταχύνει την υποστήριξη για πιο προστατευτικές ή εσωστρεφείς προσεγγίσεις», δηλώνει ο Μπόλαντ.

Το πολιτικό κέντρο καταρρέει

Το ενδεχόμενο να καταλάβει η ακροδεξιά της Λεπέν τον προεδρικό θώκο το 2027 παραμένει προς το παρόν στη σφαίρα των ζοφερών προγνωστικών. Υπάρχουν όμως πιο κοντινά καμπανάκια ότι «το πολιτικό κέντρο στην Ευρώπη καταρρέει», υπογραμμίζουν οι αναλυτές.

Ένα από αυτά, σύμφωνα με το Politico, είναι η πρόσφατη νίκη του Ρούμεν Ράντεφ στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές στη Βουλγαρία. Ο Ράντεφ, που παραιτήθηκε από πρόεδρος για να ηγηθεί του κεντροαριστερού συνασπισμού «Ενωμένη Βουλγαρία», έχει εκφράσει επανειλημμένα επιφυλάξεις για τη στρατιωτική στήριξη στην Ουκρανία. Το Politico τον χαρακτηρίζει φιλικά προσκείμενο στο Κρεμλίνο και υποστηρίζει ότι η εκλογή του «έχει θέσει σε συναγερμό τους εν ενεργεία ηγέτες σε όλη την Ευρώπη».

Στη Ρουμανία, η κρίση της κυβέρνησης συνασπισμού, θα μπορούσε σύντομα να  απομακρύνει από την εξουσία τον φιλο-ευρωπαίο πρωθυπουργό Ίλιε Μπολοζάν. Οι σοσιαλδημοκράτες αποχώρησαν από την πολυκομματική κυβέρνηση και δηλώνουν ότι θα συνεργαστούν με την ακροδεξιά αντιπολίτευση, για να ρίξουν τον Μπολοζάν. Προς το παρόν ο ίδιος επιμένει να ηγηθεί κυβέρνησης μειοψηφίας για να ολοκληρώσει μεταρρυθμίσεις και να απορροφήσει ευρωπαϊκούς πόρους, πριν λήξει η προθεσμία, τον Αύγουστο του 2026.

Στην πάλαι ποτέ «ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας», το ακροδεξιό κόμμα AfD-Εναλλακτική για τη Γερμανία, προπορεύεται στις δημοσκοπήσεις για τις εκλογές στο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ, που θα γίνουν τον Σεπτέμβριο. Έχει ήδη κερδίσει σημαντικό έδαφος σε πρόσφατες εκλογές σε κρατίδια της δυτικής Γερμανίας, επεκτείνοντας τις δυνάμεις της πέρα από το παραδοσιακό της «ορμητήριο», την ανατολική Γερμανία.