Σφοδρά πυρά κατά της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης εξαπολύει ο τομέας Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, τονίζοντας πως «η εθνική οικονομία βρίσκεται σταθερά τα τελευταία χρόνια στον πάτο της κατάταξης του εθνικού εισοδήματος σε όρους αγοραστικής δύναμης».

Το ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ υπογραμμίζει πως η κυβέρνηση δεν μπορεί πλέον να επικαλείται την «προηγούμενη κρίση» ή τις «δομικές παθογένειες» ως μόνιμη δικαιολογία. Όπως λέει, «η κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να διαψεύσει τα στοιχεία της Eurostat, μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, καταλήγει να συγκρίνεται αποκλειστικά με τα δικά της πεπραγμένα — τα οποία δείχνουν στασιμότητα, και απόκλιση από τον στόχο της πραγματικής σύγκλισης προς την ΕΕ, μετά την οικονομική περιπέτεια της προηγούμενης δεκαετίας».

Καταληκτικά επισημαίνει, κρούοντας καμπανάκι κινδύνου, ότι «αν δεν ενισχυθεί ουσιαστικά το διαθέσιμο εισόδημα και η δυνατότητα αποταμίευσης, η σημερινή εικόνα δεν συνιστά επιτυχία, αλλά προειδοποίηση — ιδίως ενόψει της επόμενης περιόδου μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης».

Όσα αναφέρει ο τομέας Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ:

«Η κυβέρνηση μας ενημέρωσε σήμερα ότι παρέλαβε μια χώρα που δεν είναι Ελβετία ή Λουξεμβούργο για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα: ότι η εθνική οικονομία βρίσκεται σταθερά τα τελευταία χρόνια στον πάτο της κατάταξης του εθνικού εισοδήματος σε όρους αγοραστικής δύναμης.

Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί πλέον να επικαλείται την ‘προηγούμενη κρίση’ ή τις ‘δομικές παθογένειες’ ως μόνιμη δικαιολογία. Η κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να διαψεύσει τα στοιχεία της Eurostat, μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, καταλήγει να συγκρίνεται αποκλειστικά με τα δικά της πεπραγμένα — τα οποία δείχνουν στασιμότητα, και απόκλιση από τον στόχο της πραγματικής σύγκλισης προς την ΕΕ, μετά την οικονομική περιπέτεια της προηγούμενης δεκαετίας.

Είναι, δε, ενδεικτικό ότι στον δείκτη κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης, το 2019 η Ελλάδα ήταν αισθητά μπροστά (66%) από τη Βουλγαρία (55%). Το 2025, όμως, οι δύο χώρες βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο — στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης (με 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου). Αυτό δεν συνιστά πρόοδο ούτε πραγματική σύγκλιση με τις πιο ανεπτυγμένες χώρες.

Όσον αφορά την επίκληση της ‘επιτυχίας’ στον δείκτη ατομικής κατανάλωσης, όπου η Ελλάδα εμφανίζεται στην έκτη θέση από το τέλος, ο ισχυρισμός αυτός αποδυναμώνεται πλήρως αν συνυπολογιστεί ένα κρίσιμο στοιχείο: η Ελλάδα καταγράφει την υψηλότερη αρνητική αποταμίευση στην ΕΕ.

Αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες δεν έχουν καμία δυνατότητα αποταμίευσης. Αντίθετα, αναγκάζονται να καταναλώνουν το σύνολο του εισοδήματός τους — ή και περισσότερα — για να καλύψουν βασικές ανάγκες, σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής όπου ο πληθωρισμός παραμένει αισθητά υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Μια οικονομία όπου τα νοικοκυριά δεν μπορούν να αποταμιεύσουν δεν είναι ισχυρή. Είναι ευάλωτη. Αν δεν ενισχυθεί ουσιαστικά το διαθέσιμο εισόδημα και η δυνατότητα αποταμίευσης, η σημερινή εικόνα δεν συνιστά επιτυχία, αλλά προειδοποίηση — ιδίως ενόψει της επόμενης περιόδου μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης».