Ανεξάρτητα από το αν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ παρουσιάζουν στρατιωτικές επιθέσεις ως μέρος μιας «λύσης» για το γυναικείο ζήτημα στο Ιράν, η πραγματικότητα παραμένει πολύ πιο σύνθετη. Πρόσφατος βομβαρδισμός σε σχολείο θηλέων άφησε πίσω του 168 νεκρές μαθήτριες — μια τραγωδία που δύσκολα μπορεί να παρουσιαστεί ως απάντηση στην καταπίεση των γυναικών.

Η ιδέα ότι η στρατιωτική βία μπορεί να «λύσει» το ζήτημα των δικαιωμάτων των γυναικών μοιάζει βαθιά αντιφατική. Οι ρίζες του προβλήματος είναι πολύ παλαιότερες και βαθύτερες. Και έχουν καταγραφεί στη λογοτεχνία εδώ και δεκαετίες.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η νουβέλα «Γυναίκες χωρίς άνδρες» της Ιρανής συγγραφέα Σαχρνούς Παρσιπούρ. Το έργο, που εκδόθηκε το 1989, αποτέλεσε μια από τις πιο τολμηρές λογοτεχνικές καταγγελίες της πατριαρχικής βίας στο Ιράν. Το καθεστώς αντέδρασε άμεσα: το βιβλίο απαγορεύτηκε και η συγγραφέας φυλακίστηκε δύο φορές επειδή τόλμησε να γράψει ανοιχτά για τη γυναικεία επιθυμία, τη σεξουαλικότητα και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.

View this post on Instagram

A post shared by AJ+ (@ajplus)


Παρά τις προσπάθειες λογοκρισίας, το βιβλίο δεν εξαφανίστηκε. Κυκλοφόρησε για χρόνια μέσα από ανεπίσημα δίκτυα, μεταφέρθηκε εκτός Ιράν και βρήκε νέους αναγνώστες. Η Παρσιπούρ ζει σήμερα εξόριστη στη βόρεια Καλιφόρνια, ύστερα από δεκαετίες διώξεων. Στα 80 της χρόνια εξακολουθεί να θεωρείται μια από τις σημαντικότερες αντιφρονούσες φωνές της ιρανικής λογοτεχνίας.

Η ιστορία του βιβλίου ακολουθεί πέντε γυναίκες που προσπαθούν να ξεφύγουν από διαφορετικές μορφές καταπίεσης: βίαιους γάμους, κοινωνικούς περιορισμούς και ένα ασφυκτικό πολιτικό περιβάλλον. Οι δρόμοι τους συναντιούνται σε έναν κήπο έξω από την Τεχεράνη, όπου προσπαθούν να δημιουργήσουν έναν χώρο ελευθερίας μακριά από τις δομές που τις καταπιέζουν.

Πρόσφατα το έργο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο σε νέα αγγλική μετάφραση του Φαριντούν Φαρόκ. Διαβάζεται σήμερα ως ένα ιδιότυπο μείγμα φεμινισμού, μυστικισμού και μαγικού ρεαλισμού, που συνομιλεί με το σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» — το κουρδικό σύνθημα που έγινε διεθνές σύμβολο κατά τις διαδηλώσεις στο Ιράν το 2022 μετά τον θάνατο της Μαχσά Τζίνα Αμινί.

REUTERS/Dilara Senkaya/File Photo

Η σκιά του 1953

Η αφήγηση τοποθετείται στην πολιτικά ταραγμένη περίοδο του 1953. Εκείνη τη χρονιά ένα πραξικόπημα με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου ανέτρεψε τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρωθυπουργό Μοχαμάντ Μοσαντέγκ και επανέφερε στην εξουσία τον σάχη Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί, προστατεύοντας τα δυτικά πετρελαϊκά συμφέροντα.

Το γεγονός αυτό άλλαξε ριζικά την πορεία της χώρας και παραμένει ένα από τα πιο καθοριστικά επεισόδια της σύγχρονης ιστορίας του Ιράν.

Τα χρόνια πριν από το πραξικόπημα είχαν αρχίσει να εμφανίζονται μικρές αλλά ουσιαστικές διεκδικήσεις για περισσότερα δικαιώματα των γυναικών. Η πολιτική αστάθεια που ακολούθησε όμως ανέκοψε αυτές τις εξελίξεις και οδήγησε σε μια μακρά περίοδο έντασης, που κορυφώθηκε με την επανάσταση του 1979 και την εγκαθίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Αν και η Παρσιπούρ δεν αφηγείται ευθέως αυτά τα ιστορικά γεγονότα, η σκιά τους διαπερνά το μυθιστόρημα.

Τα σώματα των γυναικών ως πεδίο εξουσίας

Μέσα από τις ιστορίες των ηρωίδων της, η συγγραφέας αποκαλύπτει πώς η πατριαρχία ελέγχει τις γυναίκες μέσω του σώματος. Η παρθενία μετατρέπεται σε κριτήριο κοινωνικής αξίας. Η εμμηνόπαυση παρουσιάζεται ως ένδειξη παρακμής. Η σεξουαλικότητα παρακολουθείται, καταστέλλεται και τιμωρείται.

Κάθε χαρακτήρας κουβαλά ένα διαφορετικό τραύμα.

Η Μούνις συγκρούεται με έναν αδελφό που θεωρεί προτιμότερο να τη δει νεκρή παρά ανεξάρτητη. Η Φαϊζέ έχει εσωτερικεύσει την πατριαρχική ηθική που την περιορίζει. Η Ζαρρινκολάχ προσπαθεί να ξεφύγει από μια ζωή όπου το σώμα της αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα. Η Μαχντόχτ φτάνει σε σημείο να επιθυμεί μια συμβολική αναγέννηση ως δέντρο. Η Φαροκλαγκά ζει σε έναν πλούσιο αλλά βαθιά ταπεινωτικό γάμο.

Η βία που βιώνουν δεν είναι μόνο προσωπική. Αντανακλά έναν ολόκληρο πολιτικό και κοινωνικό μηχανισμό ελέγχου.

Ένας κήπος ως πράξη αντίστασης

Ο κήπος στον οποίο καταφεύγουν οι γυναίκες δεν λειτουργεί ως απλή φυγή από την πραγματικότητα. Αντίθετα, συνιστά μια ρήξη με τους κανόνες που τις περιορίζουν — μια προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας χώρος όπου μπορούν να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό τους και τη θέση τους στον κόσμο. Μέσα από στοιχεία μυστικισμού και μαγικού ρεαλισμού, οι μεταμορφώσεις των ηρωίδων αποκτούν πολιτική διάσταση. Γίνονται πράξεις διεκδίκησης της αυτονομίας και της αξιοπρέπειας σε μια κοινωνία που επιχειρεί να τις διαγράψει.

Ο κήπος αυτός δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητος ως συμβολικός χώρος. Η φεμινιστική θεωρία έχει δείξει πόσο καθοριστικές μπορούν να γίνουν τέτοιες μορφές γυναικείας συνάντησης. Στο δεύτερο κύμα του φεμινισμού, τη δεκαετία του 1960 και του 1970, γυναίκες συγκεντρώνονταν σε σπίτια, καφέ ή μικρούς ιδιωτικούς χώρους για να μοιραστούν εμπειρίες και να μιλήσουν για όσα τις καταπίεζαν. Μέσα από αυτές τις συζητήσεις γεννήθηκε η κεντρική ιδέα ότι «το προσωπικό είναι πολιτικό». Με αυτή την έννοια, ο κήπος της Παρσιπούρ μπορεί να διαβαστεί και ως ένας τέτοιος χώρος συνειδητοποίησης: ένα σημείο όπου οι ατομικές εμπειρίες μετατρέπονται σε κοινή κατανόηση και η κατανόηση αυτή ανοίγει τον δρόμο για αντίσταση.

Από τη λογοτεχνία στην εξέγερση

Το σύνθημα «Ζαν, Ζεντεγκί, Αζαντί» — «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» — που ακούστηκε σε όλο τον κόσμο μετά τον θάνατο της Μαχσά Αμινί το 2022, μοιάζει να συνομιλεί άμεσα με το όραμα της Παρσιπούρ.

Η συγγραφέας είχε ήδη περιγράψει, δεκαετίες νωρίτερα, τη σύγκρουση ανάμεσα στην κρατική εξουσία, την έμφυλη καταπίεση και την επιθυμία των γυναικών για αυτοδιάθεση.

Η ανάγνωση του βιβλίου σήμερα δείχνει πόσο διορατικά είχε χαρτογραφήσει τον μηχανισμό κοινωνικού ελέγχου που εξακολουθεί να καθορίζει την καθημερινότητα στο Ιράν.

*Με πληροφορίες από: Τhe Conversation