Σωστή αλανιάρα της θάλασσας, ξεμυαλισμένη, ξεμαλλιασμένη, ηλιοκαμένη, βρώμικη, μισόγυμνη, μισοξεσκισμένη, με άμμο στις κνήμες και στα μπράτσα, και τρίχες κολλημένες στο πετσί από τον ιδρώτα, με δαγκωματιές στους ώμους και γρατζουνιές στα στήθια, με χείλια υγρά, με μάτια προπετή, με κυνόδοντες μυτερούς, με ζώνη λυμένη και σάνδαλα κρεμασμένα από την άκρη του δαχτύλου· και αρνείται την ατίθαση ηδονή με την έκφραση στο πρόσωπο και σε όλο το σώμα που υπόσχεται δόντια και νύχια και απότομες φιδίσιες στροφές και άγριες οσμές και ξαφνικές υποχωρήσεις και αναπάντεχα δοσίματα με κραυγές, σκουξίματα, μουρμουρητά, φλοίσβους και παφλασμούς και συρίγματα. Με δάχτυλα που ψηλαφούν, ψαχουλεύουν, σφίγγουν, τσιμπούν και βόσκουν παντού ακυβέρνητα, πειναλέα και άπληστα. Η πλανόδια ηδονή της γύφτισσας, ηδονή να κυλιέσαι στη λάσπη, στον βόρβορο, στον βούρκο. Ηδονή της λήθης, της αβύσσου.

Αλλά σεις θέλετε ίσως ήπιον έρωτα σε καμαρούλα παστρικιά, με φιόγκους στα μαλλιά, στη ζώνη, στα έπιπλα, στο μαξιλάρι. Με κολόνια στο τραπεζάκι και καθαρή πετσέτα. Ο αστικός έρως έχει και τα καλά του. Είναι κρυφός και κρυψίνους.

*Μικροδιήγημα του εικαστικού και ακαδημαϊκού Νίκου Χατζηκυριάκου – Γκίκα με τίτλο «Η αλανιάρα». Είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» το Σάββατο 20 Οκτωβρίου 1990, πριν από την κυκλοφορία του βιβλίου «Καραγκιόζ, Τουρκερί, Μπουφ και άλλες ιστορίες» (εκδόσεις «Γνώση»), στο οποίο και έμελλε να συμπεριληφθεί μαζί με άλλα διηγήματα της σπουδαίας αυτής πνευματικής και καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας του περασμένου αιώνα. Το δισέλιδο δημοσίευμα των «Νέων», με την επιμέλεια της δημοσιογράφου – βιβλιοκριτικού Μικέλας Χαρτουλάρη, έφερε τον τίτλο «Ο ζωγράφος έκρυβε τον συγγραφέα».


«ΤΑ ΝΕΑ», 20.10.1990, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Γεννημένος στην πρωτεύουσα στις 26 Φεβρουαρίου 1906, ο Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας έδειξε από μικρός ιδιαίτερη κλίση στο σχέδιο, κι ενόσω ήταν ακόμα μαθητής (1921-1922) πήρε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Κωνσταντίνο Παρθένη.

Το 1922 μετέβη στο Παρίσι, όπου σπούδασε Γαλλική Φιλολογία και Αισθητική στη Σορβόννη, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα ζωγραφικής και χαρακτικής. Ακολούθως έλαβε μέρος σε πολλές ομαδικές εκθέσεις, ενώ η πρώτη του ατομική έκθεση οργανώθηκε στο Παρίσι το 1927.


«ΤΑ ΝΕΑ», 20.10.1990, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Εντός συνόρων, η πρώτη του έκθεση οργανώθηκε το 1928 στην Αθήνα (στην Αίθουσα Στρατηγοπούλου, με συνεκθέτη το γλύπτη Μιχάλη Τόμπρο).

Το 1934 ο Χατζηκυριάκος – Γκίκας εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Κατά τα έτη 1935-1937 συνεργάστηκε με τον αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη, τον ποιητή Τάκη Παπατσώνη (Παπατζώνη) και το σκηνοθέτη Σωκράτη Καραντινό στην έκδοση του περιοδικού «Το Τρίτο Μάτι», δημοσιεύοντας μεταφράσεις κειμένων και άρθρα. Το 1937 επισκεύασε το σπίτι της οικογένειας Γκίκα στην Ύδρα.

Το 1941 εξελέγη καθηγητής στην έδρα του Σχεδίου της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου (δίδαξε σε αυτήν έως το 1958).


«ΤΑ ΝΕΑ», 20.10.1990, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το 1946 παρουσιάστηκε η πρώτη αναδρομική έκθεση του έργου του στο Βρετανικό Συμβούλιο Αθηνών.

Μεταξύ άλλων τιμητικών διακρίσεων, ο Χατζηκυριάκος – Γκίκας εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και επίτιμο μέλος της Royal Academy of Arts του Λονδίνου.

Οι ατομικές εκθέσεις του καλλιτέχνη που οργανώθηκαν κατά καιρούς στην Αθήνα, το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Γενεύη, το Βερολίνο και τη Νέα Υόρκη υπερέβησαν τις πενήντα.


«ΤΑ ΝΕΑ», 20.10.1990, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Έργα του Χατζηκυριάκου – Γκίκα βρίσκονται σε πολλές ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, τη Δυτική Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και σε πολλά μουσεία.

Πέραν της ζωγραφικής, της γλυπτικής και της χαρακτικής, ο Χατζηκυριάκος – Γκίκας σχεδίασε σκηνικά και κοστούμια για αρκετά θεατρικά έργα, εικονογράφησε διάφορα βιβλία και συνέγραψε βιβλία, μελέτες και άρθρα για την αρχιτεκτονική και την αισθητική, καθώς και δοκίμια για την ελληνική τέχνη.

Ο Χατζηκυριάκος – Γκίκας υπήρξε ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους της εικαστικής γενιάς του ’30, καθώς και ένας από τους κυριότερους εισηγητές του κυβισμού, και γενικότερα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, στην ελληνική ζωγραφική.


Πάντως, το έργο του ακολουθεί μόνο εν μέρει τα κυβιστικά ή κονστρουκτιβιστικά πρότυπα, τα οποία συνδυάζει με το χρωματικό πλούτο και τις παραδοσιακές ιδιαιτερότητες του ελληνικού χώρου, κυρίως του τοπίου της Ύδρας.


Η οικία του σπουδαίου ζωγράφου στην οδό Κριεζώτου 3 περιήλθε στο Μουσείο Μπενάκη από δωρεά του καλλιτέχνη ενόσω αυτός ακόμη ζούσε, λειτουργεί δε από το 1991 ως Πινακοθήκη Ν. Χατζηκυριάκου – Γκίκα (παράρτημα του Μουσείου Μπενάκη).


Ο Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας απεβίωσε στην Αθήνα στις 3 Σεπτεμβρίου 1994.