ΦΠΑ: Τι έδειξε το «πείραμα» της μείωσης στα νησιά
Το 2026 ξεκίνησε με την επέκταση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ σε περισσότερα νησιά, που έχουν πληθυσμό κάτω των 20.000 κατοίκων
Η ξέφρενη κούρσα ανόδου των τιμών σε υπηρεσίες και προϊόντα πρώτης ανάγκης, διατηρεί ζωντανή τη συζήτηση για την ανάγκη μιας ολιστικής παρέμβασης στους συντελεστές του ΦΠΑ. Το 2026 ξεκίνησε με την επέκταση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ σε περισσότερα νησιά, που έχουν πληθυσμό κάτω των 20.000 κατοίκων. Στόχος η στήριξη των τοπικών κοινωνιών απέναντι στην ακρίβεια και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.
Στην πράξη, όμως, η καθημερινή εμπειρία των πρώτων ημερών από την εφαρμογή της απόφασης, δείχνει ότι οι τιμές δεν υποχώρησαν όσο πολλοί ανέμεναν. Ως αποτέλεσμα το κόστος ζωής παραμένει υψηλό και το ερώτημα που επανέρχεται είναι αν αρκεί φτάνει μόνο η μείωση του ΦΠΑ για να υποχωρήσουν οι τιμές;
Ένα συγκριτικό «καλάθι» βασικών προϊόντων και υπηρεσιών μεταξύ Αθήνας και νησιωτικής περιοχής με μειωμένο ΦΠΑ δείχνει ότι, παρά τη φορολογική ελάφρυνση, το συνολικό κόστος παραμένει αισθητά υψηλότερο στην περιφέρεια. Και αυτό δεν είναι συγκυριακό , αλλά αποτέλεσμα συσσωρευμένων πιέσεων στο κόστος παραγωγής και λειτουργίας που οδηγούν όλο και ψηλότερα τις τιμές.
Σε ένα ενδεικτικό καλάθι 15 βασικών προϊόντων (ψωμί, γάλα, καφές, ζάχαρη, ζυμαρικά, ελαιόλαδο, κοτόπουλο, τυρί, γιαούρτι, αυγά, απορρυπαντικά) και 5 υπηρεσιών (καφές take-away, γεύμα χαμηλού κόστους, κουρείο, μικροεπισκευή, τοπική μετακίνηση), η εικόνα είναι σαφής.
Στην Αθήνα, το μηνιαίο κόστος για αυτά τα είδη διαμορφώνεται περίπου στα 105–110 ευρώ. Σε νησί με μειωμένο ΦΠΑ, το ίδιο καλάθι ξεπερνά τα 118–120 ευρώ, δηλαδή είναι 8% έως 12% ακριβότερο, παρά τον χαμηλότερο συντελεστή. Όπως φαίνεται από τα στοιχεία, οι τιμές των προϊόντων ήταν τόσο υψηλές στα νησιά που ακόμα και μετά τη μείωση κατά 30% των τιμών από τη μείωση του ΦΠΑ, θα παρέμεναν ακριβότερα από τα αστικά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Η διαφορά δεν οφείλεται στα τρόφιμα μόνο. Εκεί, η διαφορά είναι μικρότερη, καθώς αγγίζει περίπου το 4% εως 6%. Το πραγματικό «βάρος» έρχεται στις υπηρεσίες, όπου οι τιμές στο νησί είναι κατά μέσο όρο 20%έως 30% υψηλότερες. Παρ’ όλα αυτά, μέρος αυτής της επιβάρυνσης δεν έχει περάσει πλήρως στις τελικές τιμές.
Επιχειρήσεις εστίασης και μικρού λιανεμπορίου, ιδίως σε τουριστικές περιοχές, απορρόφησαν αυξήσεις κόστους για να μη χάσουν ζήτηση ή μερίδιο αγοράς, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους τους. Αυτό εξηγεί γιατί, ακόμη και όταν ο ΦΠΑ μειώνεται, η τιμή δεν υποχωρεί, καθώς οπως λένε παράγοντες της αγοράς «δεν υπάρχει πλέον “λίπος” στην αλυσίδα για να περάσει η ελάφρυνση στον καταναλωτή». Σε αρκετές περιπτώσεις, η μείωση του φόρου λειτουργεί απλώς ως ανάχωμα σε νέες ανατιμήσεις που διαφορετικά θα είχαν ήδη εμφανιστεί.
Γιατί δεν φαίνεται η μείωση
Ο λόγος είναι απλός: ο ΦΠΑ είναι μόνο ένα κομμάτι της τελικής τιμής. Και το υπόλοιπο κομμάτι έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία δύο χρόνια.
Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, το κόστος βασικών πρώτων υλών για την εστίαση και το λιανεμπόριο αυξήθηκε σωρευτικά την περίοδο 2024–2025:
Σε αυτά προστίθενται τα μεταφορικά, ιδίως στα νησιά, τα επαγγελματικά ενοίκια που σε τουριστικές περιοχές έχουν αυξηθεί με διψήφιους ρυθμούς, και το ενεργειακό κόστος που παραμένει ασταθές. Πολλές μικρές επιχειρήσεις, επέλεξαν τη μείωση του ΦΠΑ δνα μην την περάσουν στο σύνολο τους στην τιμή, αλλά χρησιμοποιήθηκε για να απορροφηθεί μέρος αυτών των αυξήσεων. Με άλλα λόγια, λειτούργησε ως «μαξιλάρι» και όχι όπως έπρεπε ως έκπτωση.
Ακριβές υπηρεσίες
Η εικόνα είναι πιο καθαρή στις υπηρεσίες. Εκεί, ο ΦΠΑ αποτελεί μικρό ποσοστό της τελικής τιμής. Μισθοί, ενοίκια και λειτουργικά κόστη καθορίζουν σχεδόν εξ ολοκλήρου το τελικό ποσό.
Ένας καφές take-away που στην Αθήνα κοστίζει 2,20–2,40 ευρώ, σε νησί φτάνει εύκολα τα 3 ευρώ. Ένα απλό γεύμα χαμηλού κόστους διαμορφώνεται στα 10–12 ευρώ στην πρωτεύουσα και ξεπερνά τα 14–15 ευρώ στην περιφέρεια. Η μείωση του ΦΠΑ απλώς δεν αρκεί για να αλλάξει αυτή την εξίσωση.
Οι μόνιμοι κάτοικοι των νησιών είναι εκείνοι που νιώθουν περισσότερο την αδυναμία του μέτρου της μείωσης του ΦΠΑ να φανεί στο πορτοφόλι τους. Ο λόγος είναι οτι οι κάτοικοι ψωνίζουν με αυτές τις υψηλές τιμές ολόκληρο το χρόνο βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Ταυτόχρονα, τα χαμηλότερα εισοδήματα, τα οποία δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού τους στην κατανάλωση, επιβαρύνονται δυσανάλογα. Για αυτά τα νοικοκυριά, ακόμη και μικρές αποκλίσεις τιμών έχουν ουσιαστική επίδραση στο διαθέσιμο εισόδημα.
Το πραγματικό συμπέρασμα για το 2026
Η εμπειρία του ΦΠΑ το 2026 δείχνει κάτι συγκεκριμένο: οι φορολογικές μειώσεις από μόνες τους δεν αρκούν για να αλλάξουν το κόστος ζωής, όταν οι δομικές πιέσεις παραμένουν ισχυρές.
Όσο το κόστος πρώτων υλών, ενέργειας, μεταφορών και στέγασης παραμένει υψηλό, οι μειώσεις συντελεστών λειτουργούν περισσότερο ως μηχανισμός σταθεροποίησης της αγοράς παρά ως όφελος για την τσέπη. Και αυτό εξηγεί γιατί, παρά τις παρεμβάσεις, ο τελικός λογαριασμός συνεχίζει να ανεβαίνει.
Το 2026, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι αν ο ΦΠΑ μειώθηκε. Είναι αν και πότε οι συνθήκες θα επιτρέψουν αυτή η μείωση να φανεί πραγματικά στο ταμείο.
Πηγή ΟΤ
- Στον κλοιό της Kristin η χώρα – Έρχονται διαδοχικά κύματα κακοκαιρίας τα επόμενα 24ωρα
- Live Streaming: Η κλήρωση του Ολυμπιακού για τα play offs του Champions League
- Ψήφισμα της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας για την απώλεια του Δημάρχου Φιλιατών
- Ελένη Βουλγαράκη: Με κλάματα στην τελευταία εκπομπή, πριν την Πορτογαλία
- Φρίκη στις Σέρρες: 56χρονος κατηγορείται ότι βίασε την κατάκοιτη 78χρονη θεία του
- Wet Hankies Antibacterial Extra Safe. Η αντιβακτηριδιακή προστασία που εμπιστεύεστε!




