Ήταν Οκτώβριος του 1946 όταν δέκα ηγετικά στελέχη των Ναζί οδηγήθηκαν στην αγχόνη, μετά την καταδίκη τους στο πρώτο διεθνές δικαστήριο για εγκλήματα πολέμου στη Νυρεμβέργη. Ήταν το φινάλε μιας δίκης που σφράγισε τον 20ό αιώνα – εκεί όπου η ανθρωπότητα ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπη με την έννοια της «γενοκτονίας».

Ανάμεσα στους 21 κατηγορούμενους βρίσκονταν οι πιο σκοτεινές μορφές του Τρίτου Ράιχ: ο αμετανόητος Χέρμαν Γκαίρινγκ, αλλά και άλλοι επιτελείς του Χίτλερ που είχαν διαμορφώσει τη φρίκη της ναζιστικής μηχανής. Άλλοι, λιγότερο γνωστοί, δικάστηκαν στη θέση όσων είχαν προλάβει να αυτοκτονήσουν – όπως ο Χάινριχ Χίμλερ και ο Γιόζεφ Γκέμπελς.

Το επιτελείο του ναζιστικού κόμματος (NSDAP) της περιφέρειας του Βερολίνου φωτογραφημένο με αφορμή τον διορισμό του Χίτλερ στο αξίωμα του Καγκελάριου του Ράιχ: Καρλ Έρνστ, Κόμης Χέλντορφ, Γιόζεφ Γκέμπελς και Καρλ Χάνκε. Στο βάθος, ανάμεσα στους Έρνστ και Χέλντορφ, διακρίνεται ο Άλμπερτ Σπέερ, Πηγή: Wikimedia

Και μέσα σε αυτό το σκηνικό ενοχής και θανάτου, ένας άνδρας κατάφερε όχι μόνο να ζήσει, αλλά και να ξαναγράψει τη δική του αφήγηση: ο Άλμπερτ Σπέερ, ο αρχιτέκτονας του Χίτλερ και αργότερα υπουργός Εξοπλισμών του Τρίτου Ράιχ.

Ο Άλμπερτ Σπέερ στη δίκη της Νυρεμβέργης, Πηγή: Wikipedia

Ο άνθρωπος που «ζήτησε συγγνώμη»

Ο Σπέερ, ψύχραιμος και καλλιεργημένος, δεν ισχυρίστηκε πως «εκτελούσε απλώς εντολές». Αντίθετα, αποστασιοποιήθηκε μεθοδικά από τον Χίτλερ, αποδεχόμενος μια γενική, «συλλογική ευθύνη». Ήταν μια στρατηγική που του χάρισε τη ζωή.

Καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκιση και, όταν αποφυλακίστηκε το 1966, βγήκε στο φως των προβολέων ως «ο καλός Ναζί» — ο μόνος που παραδέχτηκε τα λάθη του. Τα απομνημονεύματά του, Inside the Third Reich, έγιναν μπεστ σέλερ και τον μετέτρεψαν σε είδωλο των μέσων.

Αλλά πόσο ειλικρινής ήταν η μεταμέλειά του;

Ο Αδόλφος Χίτλερ, κατά την επίσκεψή του στο Παρίσι μετά την κατάληψή του από τον γερμανικό στρατό, ποζάρει μπροστά στον Πύργο του Άιφελ (ο κεντρικός στη φωτογραφία). Στα αριστερά του βρίσκεται ο αρχιτέκτονας Άλμπερτ Σπέερ (μετέπειτα υπουργός Εξοπλισμών), ενώ στα δεξιά του ο γλύπτης Άρνο Μπρέκερ. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στις 23 Ιουνίου 1940., Πηγή: Wikimedia

Από την «Αρχιτεκτονική του Φωτός» στη σκιά του ολέθρου

Η επιλογή της Νυρεμβέργης για τη διεξαγωγή των δικών δεν ήταν τυχαία. Μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα, οι Ναζί είχαν πραγματοποιήσει εκεί τα πιο θεαματικά προπαγανδιστικά τους συνέδρια. Στην καρδιά αυτών των «τελετουργιών» βρισκόταν το έργο του Σπέερ: ο περίφημος «Καθεδρικός του Φωτός», εκατοντάδες προβολείς που έσκιζαν τον νυχτερινό ουρανό – σύμβολο μιας εξουσίας που νόμιζε ότι θα κρατήσει χίλια χρόνια.

Άλμπερτ Σπέερ, Αδόλφος Χίτλερ, αρχιτέκτονας Ρουφ, Πηγή: Wikimedia

Ο Χίτλερ έβλεπε στον Σπέερ τον καλλιτέχνη που δεν κατάφερε ο ίδιος να γίνει. Του έδωσε δύναμη και ελευθερία να σχεδιάσει μια νέα αυτοκρατορία από πέτρα και φως.

«Ο Χίτλερ είχε πολλές πλευρές», έλεγε ο Σπέερ χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του στο BBC. «Είχε γοητεία. Ήταν ένας άνθρωπος, όχι ένα τέρας που ούρλιαζε όλη μέρα. Αν το πιστέψουμε αυτό, κινδυνεύουμε να μην αναγνωρίσουμε τον επόμενο».

Ο επιβλητικός «Καθεδρικός του Φωτός» (Lichtdom), σχεδιασμένος από τον αρχιτέκτονα Άλμπερτ Σπέερ, αποτέλεσε το εμβληματικό σκηνικό των ναζιστικών συγκεντρώσεων στη Νυρεμβέργη (1934–1938). Με 152 προβολείς στραμμένους κάθετα προς τον ουρανό, τοποθετημένους ανά 12 μέτρα, δημιουργούσε ένα εντυπωσιακό «τείχος» από φως που περιέκλειε το πλήθος — μια θεαματική, αλλά και εφιαλτική, επίδειξη δύναμης και οργάνωσης, η οποία απαθανατίστηκε στο προπαγανδιστικό φιλμ Festliches Nürnberg του 1937., Πηγή: Wikipedia

«Έπρεπε να είχα φύγει εκείνη τη στιγμή — αλλά δεν το έκανα»

Το 1934, κατά τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών, ο Σπέερ είδε με τα μάτια του το αίμα των πολιτικών αντιπάλων του Χίτλερ να λεκιάζει το πάτωμα. Στα απομνημονεύματά του έγραψε: «Είδα το αίμα και το έσβησα από τη μνήμη μου».

Αργότερα θα το ονομάσει «πλήρη ηθική αποτυχία». Ήταν η στιγμή που, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, «θα έπρεπε να είχα φύγει από τον Χίτλερ — αλλά δεν το έκανα».

Η «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών» (γερμ. Nacht der langen Messer) – το τριήμερο από τις 30 Ιουνίου έως τις 2 Ιουλίου 1934, όταν ο Αδόλφος Χίτλερ διέταξε τη μαζική εκκαθάριση της ηγεσίας της παραστρατιωτικής οργάνωσης SA και άλλων πολιτικών αντιπάλων, σε μια αιματηρή επιχείρηση που η ναζιστική προπαγάνδα παρουσίασε ως «πραξικόπημα του Ρεμ» (Röhmputsch).

Ο υπουργός των σκλάβων

Το 1942 ο Σπέερ έγινε υπουργός Εξοπλισμών και Πυρομαχικών. Χάρη στις οργανωτικές του ικανότητες, η πολεμική μηχανή της Γερμανίας συνέχισε να παράγει όπλα ακόμη και μέσα στην ήττα.

Το τίμημα ήταν ανυπολόγιστο: πάνω από επτά εκατομμύρια καταναγκαστικοί εργάτες – ανάμεσά τους αιχμάλωτοι και Εβραίοι – εργάζονταν υπό την επίβλεψή του, πολλοί μέχρι θανάτου.

Ο ιστορικός Χιου Τρέβορ-Ρόπερ το είπε ξεκάθαρα: «Ο Σπέερ ήξερε. Χρησιμοποιούσε το σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης κατά βούληση. Και αυτό εντυπωσίαζε τον Χίτλερ».

Οι κατηγορούμενοι στη Δίκη της Νυρεμβέργης κάθονται στο εδώλιο, σε αυτή την αρχειακή φωτογραφία από το 1945-46. Πρώτη σειρά, από αριστερά προς τα δεξιά: Χέρμαν Γκέρινγκ, Ρούντολφ Ες, Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ, Βίλχελμ Κάιτελ, Ερνστ Κάλτενμπρουνερ, Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, Χανς Φρανκ, Βίλχελμ Φρικ, Γιούλιους Στράιχερ, Βάλτερ Φουνκ, Χιάλμαρ Σαχτ.,  Δεύτερη σειρά, από αριστερά προς τα δεξιά: Καρλ Ντένιτς, Έριχ Ρέντερ, Μπάλντουρ φον Σιράχ, Φριτς Ζάουκελ, Άλφρεντ Γιόντλ, Φραντς φον Πάπεν, Άρθουρ Ζάις-Ίνκουαρτ, Άλμπερτ Σπέερ, Κόνσταντιν φον Νόιρατ, Χανς Φριτσε, Πηγή: REUTERS/HO/National Archives

Η Νυρεμβέργη, η απολογία και το ψέμα

Στη Νυρεμβέργη, ο Σπέερ προσπάθησε να διασώσει τον εαυτό του ρίχνοντας το φταίξιμο στον αναπληρωτή του, Φριτς Σάουκελ. Εκείνος χαρακτηρίστηκε από τον Αμερικανό εισαγγελέα Ρόμπερτ Τζάκσον ως «ο μεγαλύτερος δουλέμπορος μετά τους Φαραώ» και εκτελέστηκε. Ο Σπέερ σώθηκε.

Μετά την αποφυλάκισή του, έγινε ο αγαπημένος των συνεντεύξεων — ένας «Ναζί με τύψεις». Όμως πίσω από το χαμόγελο και τις κομψές φράσεις, η αλήθεια ήταν πιο σκοτεινή.

Το 1971, ο ιστορικός Έριχ Γκόλντχαγκεν αποκάλυψε πως ο Σπέερ είχε παραστεί (ή ενημερωθεί άμεσα) για μια διάσκεψη όπου ο Χάινριχ Χίμλερ μιλούσε ανοιχτά για «την εξόντωση του εβραϊκού λαού». Από τότε, δεν μπορούσε πια να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε.

Ένας διπλός βίος μέχρι το τέλος

Το 1981, στο Λονδίνο, λίγο πριν δώσει άλλη μια συνέντευξη στο BBC, ο Σπέερ υπέστη εγκεφαλικό και πέθανε στο ξενοδοχείο του, σε ηλικία 76 ετών.

Είχε μόλις εκδώσει ένα νέο βιβλίο, Το Κράτος των Σκλάβων. Μαζί με τον θάνατό του αποκαλύφθηκε και το τελευταίο του μυστικό: μια μυστική ερωμένη στο Λονδίνο, για την οποία δεν γνώριζαν ούτε η σύζυγος ούτε τα παιδιά του.

«Μια διπλή ζωή, μια προδοσία — αυτός ήταν ο τυπικός Σπέερ», σχολίασε η ιστορικός Χάικε Γκέτεμακερ.

Η προειδοποίηση της Ιστορίας

Λίγα έχουν απομείνει από τα μεγαλομανή έργα του Σπέερ. Τα περισσότερα καταστράφηκαν από τους Συμμάχους πριν ακόμη αρχίσουν οι δίκες. Το μισοτελειωμένο κτίριο των συνεδρίων στη Νυρεμβέργη φιλοξενεί σήμερα μια μόνιμη έκθεση — ένα μνημείο-προειδοποίηση για όσα μπορεί να χτίσει η ανθρώπινη ματαιοδοξία όταν συμμαχεί με το Κακό.

Και αν οι πέτρες των κτιρίων του θυμίζουν την ύβρη ενός καθεστώτος που κατέρρευσε, ο ίδιος ο Άλμπερτ Σπέερ παραμένει μια πιο σύνθετη υπενθύμιση: πως ακόμη και η ενοχή μπορεί να φορέσει το προσωπείο της μετάνοιας — και να πείσει τον κόσμο να την πιστέψει.

* Με πληροφορίες από: BBC , Κεντρική Φωτογραφία: O Σπέερ και ο Χίτλερ, Πηγή: Wikimedia