Ένας από τους σημαντικότερους πνευματικούς ανθρώπους που υπερασπίστηκαν με τη μαρτυρία τους τον κορυφαίο παιδαγωγό και δημοτικιστή Αλέξανδρο Δελμούζο στην πολύκροτη δίκη για τα «Αθεϊκά» του Βόλου διεξήχθη στο Εφετείο Ναυπλίου, στο χρονικό διάστημα από τις 16 έως τις 28 Απριλίου 1914 ήταν ο Νικόλαος Πολίτης (για την εν λόγω υπόθεση, που αφορούσε το Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο Βόλου, καθώς και για τη δικαστική περιπέτεια του αειμνήστου Δελμούζου και των υπόλοιπων «πρωταιτίων της προδοσίας», όπως του βολιώτη ιατρού Δημήτρη Σαράτση, μπορείτε να βρείτε αναλυτικές πληροφορίες σε παλαιότερο σχετικό άρθρο μας).


Ο Νικόλαος Πολίτης

Τη δική του μαρτυρία τη δημοσιογραφική για τα διαδραματισθέντα στο Ναύπλιο, στην περιώνυμη «δίκη περί αθεΐας και ακολασίας», είχε καταθέσει αρκετές δεκαετίες αργότερα ο σπουδαίος Ηλίας Βενέζης.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 28.4.1964, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Σε σειρά τεσσάρων επιφυλλίδων του που είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» από τις 14 Απριλίου έως τις 5 Μαΐου 1964 (εκάστη Τρίτη), με αφορμή τη συμπλήρωση μισού αιώνα από τη διεξαγωγή της δίκης, ο Βενέζης είχε παραθέσει τις αναμνήσεις τού μόνου τότε εν ζωή πρωταγωνιστή της δίκης (ως συνηγόρου των κατηγορουμένων), του σοφού νομοδιδασκάλου και ακαδημαϊκού Κωνσταντίνου Δ. Τριανταφυλλόπουλου (1881-1966).


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 28.4.1964, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Στην τρίτη κατά σειράν επιφυλλίδα, που είχε δημοσιευτεί στο φύλλο της 28ης Απριλίου 1964, υπό τον τίτλο «Μάρτυρες  υπερασπίσεως στη δίκη του Ναυπλίου», ο Βενέζης παραθέτει ως εξής την αφήγηση του Τριανταφυλλόπουλου, που αναπολεί τα περιστατικά προ πεντηκονταετίας:


[…]

Μάρτυρες υπερασπίσεως των κατηγορουμένων στη δίκη του Ναυπλίου υπήρχαν δύο από τους σπουδαιοτέρους άνδρας της περασμένης γενεάς: ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Νικόλαος Πολίτης και ο καθηγητής Χρήστος Τσούντας. Έπλεξαν το εγκώμιον του κατηγορουμένου παιδαγωγού. Ο εισαγγελεύς είπε στον Νικόλαον Πολίτην: «Εδώ έχω μίαν έκθεσιν, όπου με κόκκινη μελάνη διορθώνεται και γίνεται το ήλθον μπήκαν. Είναι διόρθωσις αυτή ή διαστρέβλωσις της γλώσσης;»

Ο Νικόλαος Πολίτης αποκρίθηκε:

«Έχω εκδώσει μερικά έργα τα οποία αποθησαυρίζουν μνημεία της δημώδους γλώσσης του ελληνικού λαού. Μεταξύ αυτών καταλέγονται Αι Παραδόσεις, τας οποίας θεωρώ εν των κυριωτέρων έργων μου. Αι παραδόσεις του ελληνικού λαού δεν δύνανται να παρουσιασθώσι γνήσιαι παρά μόνον εις την γλώσσαν την ομιλουμένην παρά του λαού. Μία τοιαύτη παράδοσις αποτελεί το θέμα της προκειμένης μαθητικής εκθέσεως. Εις αυτήν η φράσις οι Τούρκοι ήλθον εις την Πόλιν βλέπω ότι διορθώνεται μπήκαν στην Πόλη. Και ορθώς, διότι άλλο σημαίνει μπήκαν στην Πόλιν, και άλλο το ήλθον. Το ήλθον εις την Πόλιν σημαίνει ότι ήλθον ως ταξιδιώται, ως περιηγηταί, ενώ το μπήκαν φανερώνει ότι εκυρίευσαν μετά μάχην την Πόλιν, και τούτο είναι το μέγα πλεονέκτημα της λαλουμένης γλώσσης, το οποίον χάνεται εις αδόκιμον και ακαλαίσθητον παράφρασιν, ότι δεικνύει τα πράγματα παραστατικώτατα».


Ο Αλέξανδρος Δελμούζος (πίνακας του Δημ. Γερανιώτη)

Ο κατηγορούμενος παιδαγωγός ρώτησε τότε τον Νικόλαον Πολίτην:

«Γνωρίζετε αν επί πολλά, πάρα πολλά χρόνια το Ελληνικό Κράτος, το επίσημο, με το κυριώτερο όργανο που είχε στα χέρια του, δηλαδή με το σχολείο, γνωρίζετε, αν δεν παραμέλησε τελείως τη γνώση του βυζαντιακού και νεοελληνικού πολιτισμού, και ένα μόνο πρόγραμμα είχε, τον αρχαίο πολιτισμό, φυσικά και εκείνον τελείως παρεξηγημένον;»


Ο Ηλίας Βενέζης

Και ο Νικόλαος Πολίτης, ανάμεσα σε άλλα σοφά, είπε στα 1914!και αυτό, που είναι άρθρον πίστεως για τους σημερινούς Έλληνες, για τη γενεά μας:

«Εμελετώμεν και εθαυμάζομεν προηγουμένως μόνον τον αρχαίον ελληνικόν βίον, και τοσούτον ασαφή και διάστροφον (σ.σ. διαστρεβλωμένη, παραποιημένη) είχομεν ιδέαν περί της ελληνικής ιστορίας των μέσων χρόνων, ώστε διδάσκαλοι σεβαστοί, άνδρες ευδοκίμως εγκύψαντες εις την έρευναν της ελληνικής αρχαιότητος, να πρεσβεύωσιν ότι πρέπει να λησμονηθή όλος ο διαρρεύσας βίος του έθνους από της εν Χαιρωνεία μάχης και εντεύθεν, ή από του τελευταίου των Ελλήνων κληθέντος Φιλοποίμενος (σ.σ. ο Πολίτης εννοεί εδώ τον Φιλοποίμενα τον Μεγαλοπολίτη, το στρατηγό της Αχαϊκής Συμπολιτείας, τον επονομασθέντα έσχατο των Ελλήνων, που έζησε τον 3ο και στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ.), ή τουλάχιστον από της υποταγής της Ελλάδος εις τους Ρωμαίους και, παρορώντες (σ.σ. παραβλέποντας) πάντα τα εν τω μεταξύ, να συνάπτωμεν τα παλαιά προς την ελληνικήν επανάστασιν του ’21 ως άμεσον συνέχειαν του αρχαίου ελληνικού βίου.

Τοιαύται ήσαν αι κρατούσαι πρότερον πεποιθήσεις. Αλλ’ αι επιστημονικαί εργασίαι Ελλήνων λογίων, οίοι οι Ζαμπέλιος, Παπαρρηγόπουλος, διέσεισαν (σ.σ. κλόνισαν) τας ολεθρίας ταύτας πλάνας. Είναι ήδη αλήθεια, η οποία ανομολογείται παρά πάντων των επιφανών μελετητών, ότι και το Βυζαντινόν Κράτος παρουσιάζει τοσαύτην δύναμιν και τοσούτον συνετέλεσεν εις τον πολιτισμόν, ώστε όχι μόνον δεν πρέπει να υποτιμάται όπως το υπετίμων οι παλαιότεροι ιστορικοί, αλλά πρέπει τουναντίον να τίθεται εις την πρώτην θέσιν μεταξύ των άλλων συγχρόνων λαών. Και ημείς βεβαίως οι έχοντες άμεσον συνάφειαν προς το κράτος εκείνο, ημείς οι οποίοι την συνέχειαν του εθνικού μας βίου θα αποδείξωμεν όταν έχωμεν τον ενωτικόν κρίκον, ο οποίος συνδέει την αρχαιότητα με την σημερινήν εποχήν, τότε μόνον θα αναπτύξωμεν το φρόνημα ημών, όταν μελετήσωμεν πάντα τα στάδια του εθνικού βίου».


Ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος

Έθεσαν ακόμη, τότε, στη δίκη, το ερώτημα στον Νικόλαο Πολίτη:

«Περί ποιήματος Είμαι Έλλην, το καυχώμαι, ξεύρω την καταγωγήν μου, ποίαν ιδέαν έχετε;»


Και ο Πολίτης είπε, κεραυνοβολών την κατηγορία:

«Είναι κατασκεύασμα οικτρόν, και από λογοτεχνικής και από γλωσσικής απόψεως! Είναι δε άπορον (σ.σ. δυσνόητο, δυσεξήγητο, δυσερμήνευτο) πώς ευρίσκονται Έλληνες διδάσκαλοι επιβάλλοντες αυτό προς απομνημόνευσιν εις μαθητάς. Το επ’ εμοί (σ.σ. σε ό,τι με αφορά, από τη δική μου πλευρά), ομολογώ ότι καταλαμβάνομαι υπό αγανακτήσεως οσάκις το ακούω τραγουδούμενον υπό παιδίων, αγανακτήσεως κατά των διδασκάλων, οι οποίοι έχουν τόσην απειροκαλίαν (σ.σ. κακογουστιά, ακαλαισθησία) και αναισθησίαν, ώστε να εκλέγουν ως μορφωτικά τοιαύτα εξαμβλώματα, διαστρέφοντα το φρόνημα και την καλαισθησίαν των μαθητών».

Ο Νικόλαος Γ. Πολίτης, ο αποκληθείς και πατέρας της λαογραφίας, γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1852 και απεβίωσε στις 12 Ιανουαρίου 1921.