Τι θα λέγαμε, αλήθεια, αν βλέπαμε να κυκλοφορεί ένα βιβλίο για κάποιον από τους συγγραφείς της γενιάς του τριάντα και να τον εικονίζει στο εξώφυλλο να χορεύει ζεϊμπέκικο;

Ούτε που να το φανταστούμε!


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 30.7.1985, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Όχι μόνον επειδή θα ήταν μάλλον απίθανο το να βρεθεί μια ανάλογη (φυσική) φωτογραφία, αλλά και επειδή, ακόμη κι αν βρισκόταν, θα ήταν μάλλον αστείο το να δημοσιευτεί στο εξώφυλλο μιας περισπούδαστης μονογραφίας, αφού θα ήταν σα να πήγαινε να συνταιριάσει μια αστική κοσμική φιγούρα μ’ ένα λαϊκό, μοναχικό χορό.

Τι συμβαίνει όμως και όλα τα παραπάνω δεν έχουν καμιά εφαρμογή στην περίπτωση του αφηγήματος του κ. Τόλη Καζαντζή «Μια μέρα με τον Σκαρίμπα», που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες;


Τι συμβαίνει και, κοιτάζοντας όλες αυτές τις φωτογραφίες (με τον μπαρμπα-Γιάννη να πίνει ούζο, να καπνίζει το τσιγαράκι του, να χορεύει ζεϊμπέκικο, ακόμη και στο εξώφυλλο) που συνοδεύουν το κείμενο του βιβλίου, τίποτε δε μας φαίνεται παράταιρο, τίποτε δε χτυπάει άσχημα και όλα μοιάζουν τόσο ταιριαστά, ώστε να σκεφτόμαστε κιόλας ότι, αν λείπανε οι φωτογραφίες, το βιβλίο ίσως και να ζημίωνε;


Συμβαίνει κάτι πολύ απλό:

Πρόκειται για τον Γιάννη Σκαρίμπα, τον ερημίτη της Χαλκίδας, όπως μας αρέσει να τον αποκαλούμε, πιστεύοντας ενδόμυχα ότι έτσι μπορούμε εύκολα να τον ξεφορτωθούμε, εγκαταλείποντάς τον στην ερημιά του και τις παραξενιές του, αφού θέλει και καλά να είναι ερημίτης. Κατά βάθος, όμως, φοβούμαστε να ομολογήσουμε ότι με τον τρόπο αυτό θέλομε να αποδιώξουμε όλες τις τύψεις που μας κυνηγούν, επειδή τον αφήσαμε στην ερημιά ν’ ακούει μόνος τον καημό του, επειδή τον παραγκωνίσαμε.


Πρόκειται για τον Γιάννη Σκαρίμπα, τον αιρετικό επαρχιώτη που «κουτάει τους θεούς να απειλεί και τους δαιμόνους να φοβερίζει». Λες κι αν δεν ήταν επαρχιώτης, δεν επρόκειτο ποτέ να γίνει αιρετικός, λες κι αν ερχόταν στην πρωτεύουσα, θα γινόταν ορθόδοξος, θα χόρταινε με μερικά ψίχουλα που θα του έριχναν οι άσπονδοι συνδαιτυμόνες και ύστερα θα καμάρωνε πλάι τους σαν ορθόδοξο γύφτικο σκεπάρνι.


Πρόκειται για τον Γιάννη Σκαρίμπα, τον τολμηρό μάστορα, που «με το πρώτο φανέρωμα τον έκραξαν όλοι οι κουκουβάγοι». Ίσως μάλιστα και να του ζήτησαν να γίνει πρώτα Ντοστογιέφσκυ (κάτι που οι ίδιοι το είχαν ασφαλώς κρατημένο και συμπληρωμένο από την καταγωγή τους και μόνο) κι έπειτα να τολμήσει να έχει γνώμη δική του κι έπειτα να τολμήσει ν’ ανοίξει κουβέντα μαζί τους. Με ποιους παρακαλώ; Μ’ αυτούς που δεν είναι άξιοι να ξύσουν ούτε το μολύβι του.


Πρόκειται για τον Γιάννη Σκαρίμπα, το λιανό παλληκαράκι, που μέσα απ’ όλες τις βρισιές και τις αβανιές που του σύρανε, συνοψίζοντας λες όλα τα σκιρτήματα του αφηγήματος, βγαίνει ανάλαφρος και ακατάσχετος, έτοιμος να χορέψει το δικό του μοναχικό χορό.


*Κείμενο του συγγραφέα, ποιητή και κριτικού λογοτεχνίας Βαγγέλη Κάσσου για τον Γιάννη Σκαρίμπα, που έφερε τον τίτλο «Ο μοναχικός χορός του Σκαρίμπα» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» στις 30 Ιουλίου 1985. Για την ευχερέστερη κατανοήση του κειμένου, «κουτάω» σημαίνει τολμώ ή έχω το θάρρος να κάνω κάτι, ενώ «αβανιά» είναι η άδικη κατηγορία, η συκοφαντία, η κακολογία.

Ο λογοτέχνης (πεζογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας) Γιάννης Σκαρίμπας γεννήθηκε το 1893 (στο Αίγιο Αχαΐας ή στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδας), στις 28 Σεπτεμβρίου κατά την επικρατέστερη εκδοχή.

Ο Σκαρίμπας, ανήσυχο και ανυπότακτο πνεύμα της Γενιάς του ’30, έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, στις 21 Ιανουαρίου 1984.