Στις 7 Σεπτεμβρίου 1812 (26 Αυγούστου με το παλαιό ημερολόγιο) έλαβε χώρα στην πεδιάδα του Μποροντίνο, ενός μικρού ρωσικού χωριού δυτικά της Μόσχας, μια λυσσώδης και πολυαίμακτη μάχη μεταξύ των ανδρών της Μεγάλης Στρατιάς του Ναπολέοντος Βοναπάρτη και των ρωσικών δυνάμεων που τελούσαν υπό τη διοίκηση του στρατάρχη Μιχαήλ Κουτούζοφ.

Νικητής της κρίσιμης για την εξέλιξη της ναπολεόντειας εκστρατείας στη Ρωσία μάχης του Μποροντίνο υπήρξε ο γάλλος αυτοκράτορας, αλλά η νίκη του αυτή αποδείχθηκε πύρρεια, καθώς υπήρξε το προανάκρουσμα της διάλυσης της περίφημης Μεγάλης Στρατιάς του και της μετέπειτα συντριβής του. Ο Μέγας Ναπολέων έφθασε στο σημείο να καταραστεί την ώρα και τη στιγμή που επικράτησε στο Μποροντίνο, καθώς υπέστη τελικά αυτό που είχε περιγράψει με έξοχο τρόπο ο διαπρεπής βρετανός στρατιωτικός ιστορικός και θεωρητικός του πολέμου σερ Basil Henry Liddell Hart (1895-1970): «Η Ρωσία μοιάζει με ένα πουπουλένιο προσκέφαλο. Σε αυτό μπορείς να χώσεις εύκολα το κεφάλι σου, αλλά σε λίγο θα πάθεις ασφυξία».

Τα προηγηθέντα

Στις 24 Ιουνίου 1812, όταν η Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντος ξεκινούσε την εισβολή της στη Ρωσία προκειμένου να την κατακτήσει, ο γάλλος αυτοκράτορας ήταν στις δόξες του χάρη στους θριάμβους που είχε καταγάγει έως τότε στα πεδία των μαχών. Η Δυτική Ευρώπη τελούσε στην ουσία υπό τον έλεγχό του, αλλά εκείνος είχε επεκτατικές βλέψεις και στην Ανατολή.

Χωρίς καν να κηρύξει τον πόλεμο, ο Ναπολέων πέρασε τα ρωσικά σύνορα και άρχισε να προελαύνει ταχέως προς την καρδιά της Ρωσίας, συντρίβοντας στο διάβα του την όποια αντίσταση. Κατά τα φαινόμενα, όλα έβαιναν κατ’ ευχήν, σύμφωνα με το επιχειρησιακό σχέδιο που είχαν εκπονήσει ο γάλλος αυτοκράτορας και οι επιτελείς του.


Όλα εκτός από ένα, το οποίο όμως ήταν καθοριστικής σημασίας για την τύχη της ναπολεόντειας εκστρατείας στη Ρωσία: αντίπαλοι της ξακουστής Μεγάλης Στρατιάς δεν ήταν απλώς οι άνδρες του Ρωσικού Στρατού, αλλά και αναρίθμητα «φαντάσματα». Και τούτο, διότι εναντίον του Ναπολέοντος είχαν ξεσηκωθεί και οι ρώσοι αγρότες, και οι ρώσοι πολίτες, που πολεμούσαν σε κάθε χωριό και σε κάθε πόλη και ύστερα κρύβονταν στα δάση, για να έχουν τη δυνατότητα να πλήξουν τις οπισθοφυλακές και τις εφοδιοπομπές του αυτοκράτορα της Γαλλίας. Παράλληλα, οι Ρώσοι, καθώς υποχωρούσαν, έκαιγαν και κατέστρεφαν τα πάντα: τα χωριά και τις πόλεις τους, τα σπαρτά και τους δρόμους. Και τούτο σήμαινε ότι ο Ναπολέων δεν μπορούσε να βρει πουθενά ένα μέρος για να ξεκουραστούν οι κατάκοποι άνδρες του.


Μάλιστα, η αντίσταση που συναντούσε ο γάλλος αυτοκράτορας μεγάλωνε όσο εκείνος εισχωρούσε στο εχθρικό έδαφος, σε βάθος πολλών χιλιομέτρων. Οι άνδρες του Ναπολέοντος, ζωσμένοι συνεχώς στις φλόγες, δέχονταν αιφνιδιαστικές επιθέσεις από χιλιάδες «φαντάσματα», που εξορμούσαν από τα δάση και ύστερα ξανακρύβονταν σε αυτά.

Έτσι, ο Ναπολέων έφθασε στην κεντρική Ρωσία έχοντας υποστεί ήδη μεγάλες απώλειες και σημαντική φθορά. Βεβαίως, η Μόσχα ήταν πλέον σχετικά κοντά, και ο γάλλος αυτοκράτορας πίστευε ότι με την κατάληψή της θα μπορούσε να εξουδετερώσει οριστικά τον εχθρό και να εξαλείψει κάθε εστία αντίστασης.

Η μάχη του Μποροντίνο

Η Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντος κλήθηκε τελικά να αντιμετωπίσει τον κύριο όγκο των ρωσικών δυνάμεων στην πεδιάδα του Μποροντίνο, στις 7 Σεπτεμβρίου 1812. Δύο ημέρες νωρίτερα τα γαλλικά στρατεύματα είχαν λάβει επαφή με τις ρωσικές προφυλακές στο χωριό Σεβαρντίνο. Εκεί, για να αποφύγουν τη συντριβή τους από τις σαφώς υπέρτερες γαλλικές δυνάμεις σε μια μάχη εκ παρατάξεως, οι Ρώσοι είχαν υποχωρήσει μόλις νύχτωσε.


Την παραμονή της μεγάλης μάχης ο Ναπολέων, βλέποντας τις ρωσικές δυνάμεις παρατεταγμένες, είπε τα εξής: «Το σκάκι στήθηκε. Αύριο αρχίζει το παιχνίδι…»

Τη νύχτα προ της μάχης ο Ναπολέων δεν κοιμήθηκε. Ενόσω επιθεωρούσε τα στρατεύματά του, ρώτησε τον επιτελάρχη του εάν οι Ρώσοι είχαν αποσυρθεί και πάλι από το πεδίο της μάχης, όπως είχε συμβεί λίγο νωρίτερα στο Σεβαρντίνο. Όταν πληροφορήθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί, κούνησε με ανακούφιση το κεφάλι του.


Η γαλλορωσική πολεμική αναμέτρηση ξεκίνησε το πρωί της 7ης Σεπτεμβρίου. Στο πεδίο της μάχης οι Ρώσοι είχαν παρατάξει 120.000 άνδρες και 640 πυροβόλα υπό τη διοίκηση του στρατάρχη Μιχαήλ Κουτούζοφ, οι δε Γάλλοι 135.000 άνδρες και 587 πυροβόλα. Το δεξιό πλευρό των Ρώσων ακουμπούσε στον ποταμό Μόσκοβα, το δε αριστερό τους είχε πίσω του το χωριό Ούτιτσα.


Τα πυροβόλα των δύο αντιπάλων άρχισαν να θερίζουν με τα σφοδρά πυρά τους τις εχθρικές γραμμές και να αποδεκατίζουν ολόκληρα συντάγματα ένθεν κακείθεν. Σύντομα το πεδίο της μάχης γέμισε πτώματα. Αμέτρητοι νεκροί άνθρωποι και νεκρά άλογα στοιβάζονταν παντού. Οι απώλειες ήταν τεράστιες και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Από γαλλικής πλευράς, 58.000 στρατιώτες και αξιωματικοί ήταν νεκροί ή τραυματίες, κι ανάμεσά τους 47 στρατηγοί. Οι αντίστοιχες ρωσικές απώλειες ανέρχονταν σε 44.000, κι ανάμεσά τους 23 στρατηγοί.


Την ώρα που ο Ναπολέων ετοιμαζόταν να καταφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα στον αντίπαλο, το Ρωσικό Ιππικό πλευροκόπησε αιφνιδίως το αριστερό πλευρό των Γάλλων, με αποτέλεσμα να προκληθεί σύγχυση στο σύνολο των γαλλικών δυνάμεων που είχαν παραταχθεί στο Μποροντίνο. Το γεγονός αυτό έδωσε την ευκαιρία στον Κουτούζοφ να μετακινήσει τις εναπομείνασες δυνάμεις του σε νέες θέσεις μόλις ήρθε το βράδυ.


Ο δρόμος που οδηγούσε στη Μόσχα ήταν πλέον ανοιχτός για τον Ναπολέοντα. Όμως, ο στρατός του, ο περίφημος ναπολεόντειος στρατός που μέχρι τότε θεωρούνταν αήττητος, δεν ήταν πια σε καμία περίπτωση ο ίδιος, ούτε από πλευράς δυνάμεων ούτε από πλευράς φρονήματος. Πέραν τούτου, η Μόσχα είχε επίσης παραδοθεί στις φλόγες, ενώ οι ρωσικές δυνάμεις και τα προαναφερθέντα «φαντάσματα» άρχισαν, προϊόντος του χρόνου, να την κυκλώνουν από παντού.


Ο Ναπολέων, διαπιστώνοντας ότι ο εχθρικός κλοιός γύρω από τη φλεγόμενη Μόσχα έσφιγγε ολοένα και περισσότερο, διέταξε τους άνδρες του να την εγκαταλείψουν ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο, το δρόμο της εισβολής, προς την αντίθετη κατεύθυνση αυτήν τη φορά. Ενόσω υποχωρούσαν τα γαλλικά στρατεύματα, δέχονταν αλλεπάλληλες επιθέσεις από ρώσους στρατιώτες αλλά και πολίτες. Η απηνής καταδίωξή τους έμελλε να επιφέρει την ουσιαστική εξόντωση της άλλοτε υπερήφανης Μεγάλης Στρατιάς του Ναπολέοντος, η οποία επέστρεψε στη Γαλλία, με τις ελάχιστες δυνάμεις που της είχαν απομείνει, φανερά καταπονημένη και καταπτοημένη.